Αλέξανδρος Σχινάς

 

Η επιστολή

 

 

     Έφτασα ξημερώματα στο Ταχυδρομείο, κρατώντας στα χέρια μου μια επιστολή. Μπήκα στα νύχια, αλλ΄ η αντήχηση των βημάτων μου σημείωσε την παρουσία μου στην άδεια ηλεκτροφωτισμένη αίθουσα, το ίδιο εκκωφαντικά σα νάχα μπει χτυπώντας τα πέλματα με όλη μου τη δύναμη.

     Οι υπάλληλοι ροχάλιζαν πίσω απ΄ τις θυρίδες τους.

     Στάθηκα μπροστά σ΄ ένα απ΄ τα μεγάλα μαρμάρινα τραπέζια κι απόθεσα επάνω την επιστολή μου. Πήρα την πένα κι έγραψα με προσοχή, όσο μπορούσα πιο καλλιγραφικά, το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτου. Έβγαλα απ΄ την τσέπη μου τα γραμματόσημα και τα κόλλησα ταχτικά ένα-ένα. Έκανα ένα βήμα πίσω κι απόμεινα με το κεφάλι γερμένο λίγο στο πλάι, να την κοιτάζω μισοκλείνοντας τα μάτια. Ύστερα, την πήρα απότομα, πλησίασα το μεγάλο μεταλλικό κουτί, και την έριξα μες στη σχισμή, με τα δυο μου χέρια. Έτσι, απόλυτα ικανοποιημένος πια, διευθύνθηκα προς την έξοδο, ενώ συγχρόνως άφηνα φιλάρεσκα να σχηματίζεται μέσα μου μια τετράγωνη και ηδονικότατη σκέψη: «Τώρα μόλις, ταχυδρόμησα μια επιστολή».

     Όταν, εκεί που ήμουν έτοιμος να βγω, τη στιγμή ακριβώς, που πήγαινα ν΄ ακουμπήσω το πόδι μου στο πρώτο σκαλοπάτι, μια άλλη σκέψη, που δεν την περίμενα, μου ήρθε ξαφνικά. Έμεινα εμβρόντητος, με το ένα πόδι κρεμασμένο στον αέρα. Τα μάτια μου αλλοιθώρισαν.

     Δίπλα μου, εκείνη τη στιγμή, βρίσκονταν κάτι καθαρίστριες που σκούπιζαν την είσοδο. Ίσως κάποιο κοντάρι από τις μακριές σκούπες που κράταγαν στα χέρια τους, να με πήρε ξώφαλτσα στην πλάτη. Ίσως κάποια από αυτές – χωρίς να το θέλει βέβαια, πάνω στη δουλειά της – να με σκούντησε ελαφρά με τον αγκώνα της. Σαν αυτόματο κατρακύλησα τα σκαλοπάτια, έφθασα στο πεζοδρόμιο της πλατείας, και έμεινα ακίνητος πάλι εκεί. Ο αλλοιθωρισμός μου εξακολουθούσε να διευθύνεται στο ίδιο σημείο.

     Πρέπει νάμεινα κάμποση ώρα έτσι. Όταν κάποτε τα μάτια μου ξαναγύρισαν σιγά-σιγά στη θέση τους, το πρώτο που ανακάλυψα μέσα μου ήταν μια απόφαση. Την εξετέλεσα αμέσως. Έκανα μισή στροφή πάνω στα τακούνια μου, και ξανάμεινα ακίνητος.

     Οι καθαρίστριες είχαν εξαφανιστεί. Η είσοδος άστραφτε από πάστρα. Ένα πολυάσχολο πλήθος ανθρώπων έμπαινε και έβγαινε συνεχώς. Από τα θεμέλια ως τη στέγη, το κτήριο βούιζε από οργασμό.

     Άρχισα να κάνω χάζι…. Οι άνθρωποι ανέβαιναν και κατέβαιναν βιαστικά τα σκαλοπάτια, αποφεύγοντας με μια θαυμαστή δεξιοτεχνία να πέφτει ο ένας απάνω στον άλλον. Μερικοί κρατούσαν επιστολές. Άλλοι κρατούσαν δέματα. Οι περισσότεροι δεν κρατούσαν τίποτα. Πολλές φορές, δυο απ΄ αυτούς, ανεβαίνοντας ο ένας, κατεβαίνοντας ο άλλος, βρίσκονταν αντιμέτωποι. Στέκονταν τότε, ένωναν τα χέρια τους, και τα κούναγαν, χαμογελώντας, απάνω-κάτω. Άλλοτε πάλι, δυο απ΄ αυτούς που τύχαιναν έτσι, δεν ένωναν τα χέρια τους, ούτε χαμογέλαγαν καθόλου, αλλά παραμέριζαν, λίγο ο ένας από δω, λίγο ο άλλος από κει, και τράβαγαν το δρόμο τους. Υπήρξαν ακόμη περιπτώσεις που ένωναν τα χέρια τους και τα κούναγαν, χωρίς να χαμογελάνε, και άλλες πάλι που, χωρίς να ενώνουν τα χέρια τους, παραμέριζαν χαμογελώντας.

     Έκανα πολύ χάζι…. Η ποικιλία ήταν μεγάλη. Πολλοί μπαίναν ή βγαίνανε δυο-δυο, ενωμένοι ώμο με ώμο. Είχαν γυρισμένα τα κεφάλια τους, δεξιά ο ένας, αριστερά ο άλλος, κοιτάζονταν στα μάτια και ανοιγοκλείνανε συγχρόνως τα στόματά τους. Άλλοι, περπατώντας, βγάζανε κάθε τόσο καπνό από το στόμα τους και τη μύτη τους.

     Έκανα τρελό χάζι…. Η ποικιλία ήταν τεράστια. Αντιλήφθηκα κάποιους να στέκονται μπροστά μου, καθώς βγαίνανε και να με κοιτάζουν από πάνω ως κάτω. Ένας μάλιστα, παραλίγο να πέσει απάνω μου. Με κοίταξε κι ανοιγόκλεισε μερικές φορές το στόμα του χαμογελώντας. Απότομα, έπαψε να χαμογελάει, έκλεισε το στόμα του και συνέχισε γρηγορότερα το δρόμο του.

     Το χάζι που έκανα ήταν απερίγραπτο…. Η ποικιλία ήταν ασύλληπτη. Είχε γίνει καταφανές πια, πως οι άνθρωποι διέθεταν αφειδώς στην παρατήρηση μου τις κινήσεις τους, τις εκφράσεις των προσώπων τους, το σχήμα του σώματός τους, το χρώμα των ρούχων τους, ολόκληρη γενικά την περιοχή της πολυμήχανης παρουσίας τους. Κινήσεις, πρόσωπα, σχήματα, χρώματα, συνδυάζονταν κατά τόσους τρόπους, τόσο πρωτότυπα και εφευρετικά κάθε στιγμή, εναλλάσσονταν, συμπλέκονταν, χόρευαν τόσο παρδαλά και πλούσια γύρω μου, που το χάζι μου μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε περιέργεια, σε χαρά, σε ευτυχία, σε μέθη. Η ποικιλία ήταν άπειρη.

     Τότε άνοιξε και μένα μονάχο του το στόμα μου, και μια ολόκληρη φράση ξεπήδησε φωναχτά από κειμέσα:

-       Έεεεε ρε τι γίνεται!....

     Απότομα σταμάτησαν όλα. Οι άνθρωποι ακινητοποιήθηκαν εκεί που βρίσκονταν. Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου. Όλα τα μάτια καρφώθηκαν απάνω μου.

     Ένας που με είχε μόλις προσπεράσει, στάθηκε όπως βάδιζε, με το ένα πόδι μπροστά και το άλλο πίσω. Έστριψε αργά το κεφάλι του, έφερε το πρόσωπο στη θέση του σβέρκου του, και με κοίταξε εξεταστικά, από πάνω ως κάτω. Κάποιο αυτοκίνητο φρενάρισε εκεί κοντά. Γύρισα. Πρόσωπα είχαν κολλήσει τις μύτες τους στα τζάμια και κοίταζαν. Σ΄ ένα μπαλκόνι πήρε το μάτι μου ένα παιδάκι να τραβάει μια γυναίκα απ΄ το φουστάνι και να με δείχνει.

     Απόλυτη ησυχία απλώθηκε γύρω μου. Τελευταίες ακούστηκαν καθαρά κάτι ομιλίες στο βάθος του κτηρίου. Ύστερα, κάποιος έκανε «Σσσστ!» και πάψανε αμέσως. Η γενική προσοχή με τύλιξε σαν κρύο σύννεφο.

     Χαμήλωσα τα μάτια μου κι απόμεινα να συλλογίζομαι με συντριβή την απέριττη φράση μου.

     Πέρασε κάμποση ώρα έτσι.

     Ξαφνικά όλα τα βλέμματα μεταφέρθηκαν σ΄ έναν άνθρωπο με στολή, που βρέθηκε απέναντί μου. Ο άνθρωπος αυτός, με κοίταζε αυστηρά. Μίλησε πρώτος. Εκ μέρους όλων τους. Σε μένα. Ήταν άνθρωπος της Εξουσίας.

     « - Τι συμβαίνει;» σάστισα. «Εδώ είμαι!....» του λέω, (Γέλωτες. Κατάλαβα.) «Αγησίλαος!» του λέω. «Αγησίλαος Ωμέγα!» (Γέλωτες. Δάκρια τινάχτηκαν στα μάτια μου.) «Τι θέλετε από μένα;» του λέω. «Τι έκανα; Ποιόν πείραξα; Ποιος έχει να καταγγείλει τίποτα εναντίον μου; Ποια κατηγορία με βαρύνει; Γιατί με κοιτάζετε έτσι; Γιατί με κοιτάζουν έτσι; Γιατί μαζεύτηκαν γύρω μου; Γιατί γελάνε; Τι θέλετε από μένα;»

     Κανείς δεν γελούσε τώρα. Το παιδάκι στο μπαλκόνι χτύπησε ευχαριστημένο τα χεράκια του. Ο άνθρωπος της Εξουσίας με κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια. Υπομειδίασε, « - Ηρεμήστε». Κ΄ ύστερα, υψώνοντας απότομα τον τόνο της φωνής του, ώστε ν΄ ακούγεται όσο γίνονταν πιο μακριά: «Κανείς δεν ζητά από σας περισσότερα απ΄ όσα του χρειάζονται. Κανείς δεν ζητά από σας περισσότερα απ΄ όσα μπορείτε να δώσετε. Ο κόσμος γνωρίζει καλώς, τόσον τις ανάγκες του, όσον και τις δυνατότητες σας. Κανείς δεν πρόκειται να σας αδικήσει. Κανείς δεν πρόκειται να σας βλάψει. Κανείς δεν πρόκειται να σας κάνει κακό. Χωρίς λόγο. Και ιδιαιτέρως μάλιστα την στιγμήν αυτήν που ευρίσκεται εμπρός σας η Εξουσία!».

     Στο σημείο αυτό έγινε μεγάλος σαματάς. Ο κόσμος ηλεκτρίστηκε. Υψώθηκαν ουρανομήκεις ζητωκραυγές: «Ζήτω η Εξουσίαααααααα!»

     Ο άνθρωπος της Εξουσίας σταμάτησε και περίμενε, κοιτάζοντας χαμογελαστά τις μύτες των παπουτσιών του.

     Τότε οι εκδηλώσεις δυνάμωσαν και συστηματοποιήθηκαν. Κανείς δεν φώναζε στην τύχη πια. Ανοιγόκλειναν όλοι μαζί ρυθμικά τα στόματά τους, και η λέξη αντηχούσε εκκωφαντικά, σε τέσσερις κοφτά τονισμένες συλλαβές: « - Εξου-σι-α! Εξου-σι-α!». Το παιδάκι στο μπαλκόνι τρελάθηκε από τον ενθουσιασμό του. Είχε σκαρφαλώσει στα κάγκελα και τσίριζε εντελώς έξω από το γενικό ρυθμό: « - Τσουσίααααα! Τσουσία!....»

     Αισθάνθηκα ένα γαργάλημα στο αφτί μου. Τότε πρόσεξα ότι και μια άλλη φωνή πρόφερνε τη λέξη με δικό της ρυθμό. Η φωνή αυτή πρόφερνε τη λέξη ειδικά για μένα. Κάποιος άνθρωπος, από πίσω, είχε πέσει μ΄ όλο του το βάρος στην πλάτη μου και μου σφύριζε με πάθος, σιγά: «- Εξουσσσσσία……Εξουσσσσσσία…..». Ο άνθρωπος της Εξουσίας το πρόσεξε και του έγνεψε αυστηρά.

     Η φωνή αμέσως σταμάτησε και το βάρος τραβήχτηκε από την πλάτη μου. Ύστερα γύρισε σε μένα και με κοίταξε εξεταστικά. Έδειξε σα να τον ανησύχησε κάπως αυτό. Σήκωσε το χέρι του ψηλά και η λέξη κόπηκε στη δεύτερη συλλαβή. Μακριά ακούστηκε, άτονα ακόμα, η τρίτη, και πολύ μακρύτερα, εντελώς άτονα και διστακτικά, η τέταρτη, και πάλι η πρώτη…… Ουσιαστικά δεν έμεινει παρά ένα «ξου…» μετέωρο στον αέρα, και μερικές τσιριξιές ακόμα του παιδιού, που κι αυτό άρπαξε ένα γενναίο χαστούκι απ΄ τη γυναίκα και η ησυχία απλώθηκε πάλι γύρω….

     Αυτό το φινάλε ιδιαίτερα, και η όλη σκηνή γενικά, μου φάνηκαν τόσο αδέξια, που ξαναβρήκα αμέσως την ψυχραιμία μου.

     Κοίταξα περήφανα τον άνθρωπο της Εξουσίας, και μίλησα πρώτος αυτή τη φορά, απαξιώντας να κάνω οποιοδήποτε σχόλιο για τη διακοπή: «- Λοιπόν, πού θέλετε να καταλήξετε με όλ΄ αυτά, κύριε;» Η στάση μου σίγουρα του έκανε εντύπωση. Ο τόνος της φωνής του χαμήλωσε, έγινε σχεδόν ικετευτικός: « - Μη με παρεξηγείτε, αγαπητέ μου…» μου λέει. «Θ΄ απετέλει πλήγμα δι΄ εμέ αν εγενόμην αντικείμενον οιασδήποτε παρεξηγήσεως εκ μέρους σας. Αι προθέσεις μου υπήρξαν, ευθύς εξ αρχής αγναί και η όλη μου στάσις απολύτως αντικειμενική και αμερόληπτος απέναντί σας. Προσπαθήστε να με καταλάβετε. Το καθήκον μου εκτελώ. Τίποτε περισσότερο. Σκεφθείτε τη θέση μου. Δεν είμαι ούτε μόνος, ούτε ελεύθερος. Το βάρος ολοκλήρου ιεραρχίας πιέζει, εκ των άνω, τους ώμους μου. Δεν μου επιτρέπεται να ενεργώ όπως θέλω. Δεν είναι στο χέρι μου να μην ενεργώ όταν πρέπει. Την στιγμήν αυτή, εις το μέρος αυτό, φέρω ακεραίαν την ευθύνην για ότι γίνεται, για ότι έγινε, καθώς και για ότι ενδεχομένως δεν έγινε, ενώ θα έπρεπε να είχε γίνει. Εκτός αυτού, είμαι, εκ παραλλήλου, υποχρεωμένος να προβλέπω ανά πάσαν στιγμήν την πιθανήν εξέλιξιν των πραγμάτων, και να προλαμβάνω εγκαίρως πάσαν δυσμενή και απαρέσκουσαν εις….»

    « - Αρκετά, αρκετά!...» τον διέκοψα ψυχρά. Οι κοινοτοπίες αυτές και το δουλοπρεπές του ύφος άρχιζαν να μου δίνουν στα νεύρα. Η περιφρόνηση μου για τον άνθρωπο αυτόν ήταν βαθύτατη. Η αυτοπεποίθηση αποκαταστάθηκε σταθερά μέσα μου. Η ιστορία αυτή είχε παρατραβήξει και αποφάσισα να τελειώσω μια ώρα αρχήτερα:

   « - Αρκετά!» του λέω. «Έχουμε και μεις, νομίζω, κάποιες δουλειές να κάνουμε, κύριε, ώστε, χρόνος, και ιδιαίτερα ο πρωινός, να μας είναι πολύτιμος. Τελειώνετε, λοιπόν, γρήγορα, με τις διατυπώσεις και τις ενέργειες που απαιτεί το περίφημο αυτό καθήκον σας, και αφήνετέ με μετά ήσυχο. Δεν έχω καμιά απολύτως όρεξη να μάθω, ούτε για τις λεπτομέρειες και τις δυσχέρειες της δουλειάς σας, ούτε για την ιεραρχία που πιέζει τους ώμους σας, ούτε για τους ώμους σας, ούτε για οποιοδήποτε άλλο τμήμα του σώματός σας ή της ζωής σας ή της οργανώσεως την οποίαν αντιπροσωπεύετε. Λίγα λόγια, λοιπόν, και να πηγαίνουμε. Σας ακούω.»

     Ο κόσμος τώρα είχε δημιουργήσει ένα αδιαπέραστο τείχος γύρω μου. Τα χνώτα, η περιέργεια, η σιωπή, βάραιναν πολύ απάνω μου εκείνη τη στιγμή. Άρχισα να έχω την εντύπωση ότι μίλησα περισσότερο απ΄ όσο έπρεπε. Είχα προχωρήσει, ίσως, πολύ. Αυτές οι ωραίες σκέψεις μου έγιναν κτήμα του πλήθους. Ήμουν, κατά έναν τρόπο, δεμένος μ΄ αυτό το πλήθος τώρα. Ήταν δύσκολο πια να ξεφύγω, όσο εύκολα φανταζόμουν και έλεγα λίγο πριν. Η μάχη έπρεπε να δοθεί. Όχι όμως όπως την άρχισα. Όχι με το δικός του ύφος, με τις δικές τους συνήθειες, με το δικό τους τρόπο. Όχι με τα δικά τους όπλα.

     Απότομα, αποφάσισα να παραδεχτώ ότι η ταχτική μου ως εκείνη τη στιγμή δεν ήταν καθόλου αποτελεσματική. Όχι. Θα πολεμούσα με τα δικά μου όπλα από δω και πέρα! Θ΄ αντιμετώπιζα και την Εξουσία και το πλήθος λέγοντας άφοβα την αλήθεια. Θα τους πέταγα κατάμουτρα την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Την αλήθεια μου. Είμαι πανέτοιμος πια. Περιμένω.

     Η Εξουσία λέει: « - Τι είσαι;». Απαντώ αδίστακτα:

« - Αποστολεύς!» (Κανείς δεν γελάει πια. Ο κόσμος κρατάει την αναπνοή του.) Η φωνή της Εξουσίας ξανακούγεται: « - Τι είδους αποστολεύς είσαι;» Είχα έτοιμη την απάντηση μου : «Αποστολεύς επιστολής!»

     Τότε στα λόγια μου αυτά – στα δικά μου αυτά λόγια - , συνέβη κάτι που δεν το είχα προβλέψει. Η αυτοπεποίθηση μου έσπασε σα γιάλινη σφαίρα. Μια απροσδόκητη βαθιά καταστροφή συντελέστηκε μέσα μου. Η σκέψη εκείνη, που τόση ώρα είχα ξεχάσει, μου ήρθε πάλι. Πανικός με κατέλαβε. Έσπρωξα σαν τρελός τον άνθρωπο της Εξουσίας, σαν τρελός όρμησα ανάμεσα απ΄ το πλήθος, ανέβηκα με δυο πηδήματα τα σκαλοπάτια και έπεσα πάνω στο κουτί, φωνάζοντας απελπισμένα: « - Την επιστολή! Την επιστολή! Θέλω πίσω την επιστολή! Δώστε μου πίσω την επιστολή!....» Προσπάθησα να χωθώ ολόκληρος μες στη σχισμή. Προσπάθησα να χώσω τα χέρια μου μες τη σχισμή. Χτύπησα με χέρια και με πόδια το κουτί. Με το κεφάλι μου χτύπησα το κουτί. Τα πόδια μου, τα χέρια μου μάτωσαν, το κεφάλι μου ζαλίστηκε απ΄ τα χτυπήματα. Ράκος πια, σωριάστηκα χάμω και έχυνα μαύρο δάκρι.

«- Πάει η επιστολή μου!...»μοιρολογούσα, «Μου ΄φυγε η επιστολή μου!...Η επιστολή μου κατεπλακώθη από άλλας επιστολάς…»

     Όταν συνήλθα κάποτε, πίσω απ΄ τα τελευταία μου δάκρια, μια πιθαμή μπροστά στη μύτη μου, είδα, τη μια πλάι στην άλλη, ίσιες και αλύγιστες, τις μπότες του ανθρώπου της Εξουσίας.

     Ακουμπούσε με την πλάτη στο κουτί. Τα πόδια μου και τα χέρια μου κείτονταν παράλυτα στα πλακάκια της εισόδου. Τα ρούχα μου ήταν γεμάτα αίματα.

     Αμέσως πίσω απ΄ τις μπότες, το πλήθος σχημάτιζε ένα πέταλο, που πύκνωνε και στένευε όλο και περισσότερο. Σήκωσα το κεφάλι μου τόσο, που ο σβέρκος μου ακούμπησε στην πλάτη μου. Ο άνθρωπος της Εξουσίας ήταν τόσο ψηλός, που το σώμα του φαινόνταν να στενεύει προς τα πάνω. Το κεφάλι του από κει ψηλά, ήταν όσο το κάτω-κάτω κουμπί της στολής του. Δυο πράσινες χάντρες είχαν γίνει τα μάτια του. Κ΄ οι χάντρες αυτές ζυγίζονταν ακριβώς πάνω απ΄ τα δικά μου μάτια.

     Κατέβασα το κεφάλι και έκρυψα το πρόσωπο μες στα χέρια μου.

     Η φωνή του αντανακλάστηκε στο θόλο και γέμισε το χώρο ολόκληρο. Τη δέχτηκα από παντού. Αργή, ανελέητη.

     - Το ξέρεις καλά, Ωμέγα. Κανείς δεν μπορεί να σου ξαναδώσει πια την επιστολή σου! Μια επιστολή που έφυγε, δεν ξαναγυρίζει ποτέ πια! Ακούς, Ωμέγα; Ποτέ πια….,ποτέ πια….., ποτέ πια….

     Δεν ξεχώριζαν οι λέξεις. Δεν ξεχώριζαν οι συλλαβές. Μια καφτή ροή ήταν αυτή η φωνή. Γλυστρούσε στους τοίχους, σέρνονταν στο έδαφος, διαπερνούσε τα ρούχα μου, εισχωρούσε στους πόρους μου, κυκλοφορούσε στο αίμα μου. Θέρμαινε τις άκρες των δακτύλων μου το πρόσωπο μου, τα μυαλό μου. Ένας πυρετός ήταν αυτή η φωνή. Μ΄ έκαιγε ολόκληρον. Εκ των ένδον.

 

-       - -  - --  -- - -

 

     Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρέθηκα όρθιος και αποφασισμένος. Τα χείλη μου ψιθύριζαν μόνα τους.

« - Ποτέ πια….,ποτέ πια…., ποτέ πια….» Ο άνθρωπος της Εξουσίας στέκονταν μπροστά μου. Δε με κοίταζε. Τα μάτια του ήταν στραμένα προς τ΄ απάνω. Τα χείλη του ψιθύριζαν: « - Ποτέ πια…., ποτέ πια…..» Πρόσεξα πως δεν ήταν πολύ ψηλότερος από μένα. Το πλήθος είχε πέσει σε έκσταση. Είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά. Πολλοί είχαν γονατίσει με τα χέρια ψηλά. Άσπρα γιάλιζαν τ΄ ανεστραμμένα μάτια τους στα χλωμά τους πρόσωπα.Ένα πηχτό θυμίαμα, η προσευχή, ανέβαινε αργά: «Ποτέ πια…»

     Ήμουν βαθειά συγκινημένος. Ήξερα πως ο ίδιος χρόνος με συνέδεε μ΄ αυτούς. Ένιωθα πως η ίδια μοίρα βάραινε απάνω μας. Ένας σαν κι αυτούς ήμουν κ΄ εγώ. Ένας απ΄ αυτούς. Μέσα στη γενική προσευχή, μέσα στη δική μου προσευχή, μέσα στην ίδια, τη μόνη προσευχή, η ψυχή μου διαστέλλονταν και κοινωνούσε με την Εξουσία, την ίδια, τη μόνη Εξουσία, που βρίσκονταν απάνω απ΄ όλους μας, που βρίσκονταν μες στον καθένα μας, που βρίσκονταν μέσα μου, που ήμουν εγώ…..

     Ξανάκλεισα τα μάτια μου και βυθίστηκα σ΄ αυτή την έκσταση.

     Μια αιωνιότητα πέρασε έτσι.

     Η προσευχή σταμάτησε απότομα. Κράτησα τα μάτια μου, αρκετή ώρα ακόμα, κλειστά. Όταν κάποτε τα ξανάνοιξα, το ύφος των ανθρώπων έδειχνε πως πρέπει να είχε τελειώσει από πολύ πριν.

     Μερικοί ξεσκόνιζαν ακόμα τα ρούχα τους. Άλλοι σκούπιζαν τα ερεθισμένα απ΄ την πολύωρη αναστροφή μάτια τους. Ένας πρόσφερε τσιγάρο στον άνθρωπο της Εξουσίας. Το δέχτηκε χαμογελώντας λαχανιασμένα. Άλλος του πρόσφερε φωτιά. Άλλα τσιγάρα άναβαν τώρα σ΄ όλες τις μεριές.

     Μια ασθμαίνουσα ικανοποίηση κυριαρχούσε παντού…

     Πολλοί είχαν πλησιάσει κοντά μου. Φιλικά χέρια κυκλοφορούσαν απάνω μου, με στοργή και φροντίδα. Καθάριζαν τα αίματα, ξεσκόνιζαν τα ρούχα μου, κούμπωναν το σακκάκι μου, διόρθωναν το γιακά μου. Ένιωσα απαλά χέρια να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά.

     Αφέθηκα απόλυτα. Ήταν τόσο ξένη και αταίριαστη πια η ιδέα ν΄ αντισταθώ. Τα μάτια μου μούσκεψαν. Ένα κύμα απέραντης ευγνωμοσύνης ξεχείλησε μέσα μου.

     Ο άνθρωπος της Εξουσίας τότε με πλησίασε αργά. Μια σοβαρή καλοσύνη ήταν διαχυμένη στο πρόσωπό του. Τα χέρια τραβήχτηκαν από πάνω μου. Ήρθε κοντά μου και με πήρε από τη μέση. Ο κόσμος χωρίστηκε στα δυο και περάσαμε ανάμεσα. Προχωρήσαμε έτσι αρκετά, χωρίς να μιλάμε. Σήκωσα κ΄ εγώ το χέρι μου και τον έπιασα από τη μέση. Ο άνθρωπος της Εξουσίας χαμογέλασε. Όλοι χαμογελούσαν τώρα γύρω. Μερικοί μου έκλεισαν το μάτι φιλικά, όπως πέρναγα ανάμεσά τους. Τους έκλεισα το μάτι κ΄ εγώ. Ήμουν ήσυχος και εξασφαλισμένος. Δε σκεφτόμουν τίποτα πια.

     Ο άνθρωπος της Εξουσίας είπε τότε:

     - Είσαι ένα καλό και έξυπνο παιδί, Ωμέγα. Είπες τόσο όμορφα την προσευχή σου, λίγο πριν. Πολύ μου άρεσε αυτό. Σε όλους άρεσε. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι από σένα τώρα, και σ΄ αγαπάμε….

     Κάτι ήθελα να πω κ΄ εγώ, μα ένας κόμπος μ΄ εμπόδιζε στο λαιμό. Του πίεσα, με τα δάχτυλα, τη μέση του με αγάπη.

     Χαμογέλασε πάλι. «- Σκέφτομαι ακόμα, πως ήρθαν πολύ ωραία τα πράματα έτσι» είπε. «Τώρα γίναμε δυο καλοί φίλοι….» «Είναι σα να γνωριζόμαστε από πάντα…» πήγα να πω αλλά ο κόμπος δε μ΄ άφηνε. « - Πρέπει να μου έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη τώρα. Απόλυτη εμπιστοσύνη, Ωμέγα παιδί μου, από δω και πέρα»

« - Ναι» του λέω, «μην αμφιβάλλετε πια. Τώρα ξέρω. Τώρα είδα. Απόλυτη! Νάστε βέβαιος. Απόλυτη, τυφλή, ορισμένη εμπιστοσύνη!...» και η φωνή μου έμοιαζε λυγμός.

     Προσπεράσαμε και τους τελευταίους ανθρώπους που ήταν παραταγμένοι πλάι μας και προχωρήσαμε ανάμεσα στα σοκάκια….

     Ο κόσμος ακολούθησε: ένα πυκνό μακρόσυρτο σύννεφο από ψιθυρίσματα και ανάσες, που ζέσταινε την πλάτη μου.

     Πίσω από πόρτες και παράθυρα μαζεύονταν πρόσωπα που κόλλαγαν τη μύτη τους στα τζάμια και κοίταζαν με περιέργεια. Πολλά παράθυρα άνοιγαν, μόλις προσπερνούσα. Άκουγα πίσω μου συγκεχυμένες ομιλίες ανάμεσα στους ανθρώπους των σπιτιών και στον κόσμο που ακολουθούσε. Διέκρινα καθαρά τη φωνή του παιδιού, από κάπου εκεί κοντά, που επαναλάβαινε, όλο και με περισσότερο πείσμα, την ίδια στριγγλιάρικη φράση: «Πού τον πάνε, καλέ μαμά; Πού τον πάνε;». Δεν του έδιναν καμιά απάντηση. Ύστερα ακούστηκε μια βαριά αντρική φωνή απ΄ το ίδιο μέρος: « - Φέρτε γρήγορα μέσα το παιδί! Είστε με τα καλά σας;»

     Πίσω από μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα πήρε το μάτι μου έναν άνθρωπο να ρίχνει μια τελευταία βιαστική ματιά καθώς φορούσε το σακκάκι του και ετοιμάζονταν να κατέβει. Δυο γριές, ακουμπισμένες πλάι-πλάι σ΄ ένα παράθυρο, με κοίταζαν και κουνούσαν τα κεφάλια τους απάνω-κάτω. Απ΄ τη χαρά μου έκλεισα και σ΄ αυτές το μάτι, χωρίς να λάβω όμως καμιά απάντηση.

     Τα κατώφλια, τα μπαλκόνια, τα παράθυρα, είχαν γεμίσει κόσμο. Απ΄ τους πλαϊνούς δρόμους έρχονταν διαρκώς και άλλοι. Πολλοί βάδιζαν δίπλα μας. Αρκετοί προπορεύονταν. Ομάδες ξυπόλητων παιδιών πετάγονταν κάθε τόσο από παρόδους και από αυλές, και ενώνονταν με άλλα που τρέχανε μπροστά. Ήταν ακράτητα απ΄ τη χαρά τους. Σκουντούσε τόνα τ΄ άλλο, κυνηγιόντουσαν, κυλιόνταν χάμω, κάνανε τούμπες, ούρλιαζαν και ζητωκραύγαζαν.

     Ο κόσμος με πίεζε τώρα από παντού. Βρισκόμουν στο κέντρο ενός πλήθους που προχωρούσε. Κανείς δε με κοίταζε. Κανείς δεν ασχολούνταν μαζί μου. Όλοι προχωρούσαν κοιτάζοντας ίσα μπροστά τους. Πολλές φορές παραπάτησα και αναγκάστηκα να στηριχτώ στην πλάτη του μπροστινού μου. Άλλοι πίσω μου είχαν ακουμπήσει τα χέρια τους στους ώμους μου και στηρίζονταν σε μένα.

     Προχωρούσαμε. Ο άνθρωπος της Εξουσίας δε με κράταγε από τη μέση τώρα. Προπορεύονταν, προσπαθώντας με δυσκολία ν΄ ανοίξει δρόμο.

     Προχωρούσαμε. Κανείς δε μιλούσε. Ένα σούρσιμο από χιλιάδες πόδια ακούγονταν μόνο.

     Το πλήθος σταμάτησε απότομα, σα μ΄ ένα σύνθημα. Έπεσα ολόκληρος πάνω στον μπροστινό μου. Τότε αυτός γύρισε και με κοίταξε. Όλοι γύρισαν και με κοίταξαν. Ο άνθρωπος της Εξουσίας είχε χαθεί. Βρισκόμουνα μόνος μου στο κέντρο αυτού του πλήθους.

     Δε σάλευε κανείς. Κανείς δεν χαμογελούσε. Με κοίταζαν και περίμεναν. Αισθάνθηκα κάπως στενοχωρημένος. Δεν ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω τώρα. Δεν καταλάβαινα τι περίμεναν από μένα. Χαμήλωσα τα μάτια μου και περίμενα κ΄ εγώ.

     Η φωνή του ανθρώπου της Εξουσίας ακούστηκε από κάπου ψηλά: « - Έλα, Ωμέγα!»

     Τραβήχτηκαν και μου έκαναν τόπο να περάσω. Κανείς δε σταμάτησε να με κοιτάξει. Όπως προχωρούσα, ένας ψίθυρος άρχιζε ν΄ ανεβαίνει μες απ΄ το πλήθος. Βαδίζοντας προσπαθούσα ν΄ ακούσω. Οι λέξεις δεν ξεχώριζαν ακόμα καθαρά. Ο ψίθυρος άρχιζε από πολύ μακριά και μεγάλωνε προοδευτικά, όσο πλησίαζε προς εμένα. Ένα κυκλικό κύμα έκλεινε πάνω μου απ΄ όλες τις μεριές. Χιλιάδες φωνές, που μου επαναλάβαιναν σχεδόν την ίδια λέξη: « - Την αλήθεια!...» « - Να πεις την αλήθεια!...» « - Να πεις όλη την αλήθεια!...» Βάζανε τα χέρια γύρω απ΄ το στόμα τους και φώναζαν από κοντά μες στ΄ αφτιά μου.

    Με μεγάλη δυσκολία έφθασα σε μια πόρτα, προχώρησα στην είσοδο και άρχισα ν΄ ανεβαίνω τη σκάλα.

     Ο κόσμος ήταν πήχτρα κ΄ εκεί. Πολλοί καβάλλαγαν τα κάγκελα για να μου κάνουν τόπο να περάσω. Στην πρώτη στροφή γύρισα και κοίταξα έξω. Τότε είδα πως βρισκόμουν στην πλατεία του Ταχυδρομείου. Η σκάλα, η

είσοδος και η πλατεία, όσο έπαιρνε το μάτι μου, ήταν μια θάλασσα από κεφάλια.

     Η βοή ερχόνταν απ΄ έξω θολή. Δεν ξεχώριζα λέξεις πια, μα καταλάβαινα πως όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Μέσα στο κτήριο δε φώναζε κανείς. Μερικοί μόνο, όπως ανέβαινα σκύβαν και μου ψιθύριζαν στ΄ αφτί: « - Πρόσεξε! Την αλήθεια!...»

     Ήτανε μια στενή σκάλα, με πολλές στροφές.

     Ανέβαινα…Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τα χνώτα, και ανάπνεα με δυσκολία….Ανέβαινα, ανέβαινα συνεχώς…Σε κάποια στροφή η παράταξη του κόσμου τελείωνε απότομα. Είχα εξαντληθή εντελώς. Οι τελευταίοι με κράτησαν διαδοχικά με τα χέρια τους, για να φτάσω ως την άκρη.

     Είχα ανέβει τόσες σκάλες, είχα περάσει τόσες στροφές…

     Μόλις με άφησε και ο τελευταίος, σωριάστηκα χάμω.

     Κανείς δε μίλησε. Κανείς δεν κινήθηκε να με βοηθήσει. Η βοή μόνο έρχονταν, από βαθιά κάτω, και ήταν τόσο μακρινή, που γίνονταν πολύ πιο επίφοβη η κοντινή ησυχία.

     Έμεινα αρκετή ώρα πεσμένος εκεί.

     Η φωνή ξανακούστηκε, πολύ κοντά μου αυτή τη φορά: μεταλλική, ψυχρή, σίγουρη, γέμισε με μαθηματική ακρίβεια τον κενό χώρο της σιωπής. Ήταν σα να την περίμενα. Ήταν σα νάπεσα επίτηδες για να την περιμένω:

     - Έλα, Ωμέγα!    

     Σήκωσα τα μάτια μου προς τη διεύθυνσή του. Εντελώς άδεια περίμενε μπροστά μου η τελευταία σκάλα. Στο τέρμα στέκονταν ακίνητος ένας άνθρωπος. Φορούσε μια μακριά χειρουργική μπλούζα. Το πρόσωπό του ήταν σκεπασμένο με μια λευκή μάσκα ως τα μάτια. Ένας ηλεκτρικός φακός ήταν στερεωμένος στο μέτωπό του. Στο χέρι του κρατούσε ένα αστραφτερό νυστέρι. Τα μάτια του κοίταζαν ίσα μπροστά, σ΄ ένα σημείο. Δε με κοίταζε. Περίμενε.

     Ήταν ο άνθρωπος που με φώναξε.

     Ήταν ο άνθρωπος της Εξουσίας.

 

-       - -  - -- -  - --  -

 

     Με το σώμα στητό, με το κεφάλι ψηλά, έφτασα και στο τελευταίο σκαλί και πέρασα πλάι του. Στέκονταν πάντα ακίνητος, στην ίδια θέση, με την ίδια παγωμένη έκφραση, με το ίδιο γιάλινο βλέμα. Πλησίασα σε μια μισάνοιχτη πόρτα. Ήταν η μόνη. Μόλις την έσπρωξα, η βοή του πλήθους με χτύπησε καταπρόσωπο. Ήταν πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά.

     Διέσχισα το δωμάτιο και βγήκα στο μπαλκόνι.

     Η θάλασσα των κεφαλιών άρχιζε από το ύψος ακριβώς του μπαλκονιού. Μερικοί απ΄ τους πρώτους είχαν γαντζώσει με τα χέρια τους στα κάγκελα και έφερναν το κεφάλι τους ως το ύψος των γονάτων μου. Άλλοι βρίσκονταν ανεβασμένοι στους ώμους του πλήθους. Το κεφάλι τους έρχονταν ως το ύψος της μέσης μου. Κατάλαβα αμέσως πως τους είχαν διαλέξει για τη δυνατή τους φωνή.

     Η βοή έφθασε στο κατακόρυφο μόλις βγήκα. Αυτοί οι πρώτοι ιδιαίτερα, φώναζαν με όλη τους τη δύναμη. Τα μάτια τους ήταν θολά, τα στόματά τους άφριζαν:

     - Την αλήθειααααα!....Την αλήθειαααααα!....

     Νομίζω πως διέκρινα από πίσω τους ανθρώπους να τους τρυπάν με τα μπαστούνια τους για να φωνάζουν περισσότερο.

     Γύρισα την πλάτη μου στο πλήθος και ξαναμπήκα στο δωμάτιο.

     Η βοή κόπηκε απότομα.

     Εκτός από δυο καρέκλες και ένα άδειο τραπέζι, δεν υπήρχε τίποτ΄ άλλο στο δωμάτιο αυτό. Το αναγνώρισα αμέσως!

     Ήταν το δωμάτιό μου.

     Ο άνθρωπος της Εξουσίας κάθονταν πίσω από το τραπέζι. Κάθησα στην άλλη καρέκλα, απέναντί του, με την πλάτη προς το μπαλκόνι.  

     Δε φορούσε ούτε τη μπλούζα του ούτε τη στολή του. Είχε βγάλει τη μάσκα και το φακό απ΄ το πρόσωπό του. Στα χέρια του δεν κρατούσε τίποτα. Τα χέρια του ήταν κοκκαλιάρικα και ρυτιδωμένα. Το πρόσωπό του φαίνονταν πλαδαρό και κουρασμένο. Τα μάτια του είχαν χάσει τη λάμψη τους. Φορούσε μια φτωχική ρόμπα, και είχε τυλιγμένο το λαιμό του μ΄ ένα παλιό φθαρμένο φουλάρι. Είχε ζαρώσει στην καρέκλα του και τουρτούριζε από το κρύο…..

     Καμιά φωνή δεν ακούγονταν. Βαθιά ησυχία βασίλευε στο δωμάτιο, στην πλατεία, στους δρόμους, παντού. Νύχτωνε. Δεν άκουγα πια παρά τη βασανισμένη ασθματική αναπνοή του ανθρώπου της Εξουσίας και τους ρυθμικούς ευδιάκριτους χτύπους της ίδιας μου καρδιάς.

     Ήμουν έτοιμος να πω την αλήθεια.

-       Γιατί ζήτησες να πάρεις πίσω την επιστολή, Ωμέγα;

     Ρίγησα. Η φωνή του ήταν η ίδια, και ίσως ακόμα πιο επικίνδυνη από κάθε άλλη φορά. «Πρέπει να προσέξω» σκέφτηκα. «Τώρα είναι πιο επικίνδυνος από κάθε άλλη φορά». Αντεπιτέθηκα αμέσως:

-       Γιατί με αναγκάσατε να ανεβώ τόσες σκάλες, αφού το κτήριο είναι μονόροφο;

     Συνέχισε χωρίς να δώσει καμιά σημασία στην ερώτησή μου:

-       Προσπάθησες να παραβείς ένα Νόμο, Ωμέγα. Κάποιος σπουδαίος λόγος πρέπει να σ΄ ανάγκασε να το κάνεις αυτό. Ποιος ήταν αυτός ο λόγος;

     Η πόρτα είχε ανοίξει σιγά. Άνθρωποι μπήκαν από κει στις μύτες των ποδιών τους. Άλλοι σκαρφάλωσαν απ΄ το μπαλκόνι κι ανακατεύτηκαν μ΄ αυτούς. Άκουσα καθαρά στην ησυχία κάποιον που πληροφορούσε τους έξω με χαμηλή φωνή: «- Τώρα θ΄ αρχίσει!»

     Ήταν σαφές πως δεν μπορούσα να ξεφύγω πια.

-       Κύριοι! είπα. Δεν επιθυμώ να αποκρύψω σχετικόν με μίαν υπόθεσιν, η οποία, παραδόξως, τόσον σας ενδιαφέρει, ενώ, τουναντίον, δι΄ εμέ δεν αποτελεί τίποτε περισσότερον ενός συνήθους περιστατικού της ζωής μου…

     Άκουσα πάλι ψιθυρίσματα πίσω μου: «- Ομολογεί, ομολογεί! Θα τα ομολογήσει όλα!...»

     Χτύπησα με μανία το χέρι μου στο τραπέζι.

-       Ναι! είπα. Θα τα ομολογήσω όλα. Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ. Η επιστολή μου δεν βλάπτει, ούτε ενδιαφέρει κανέναν. Η επιστολή είναι δική μου και μόνο δική μου. Δεν έχω καμιά αντίρρηση να εκθέσω το περιεχόμενό της στην κρίση σας. Είμαι βέβαιος πως σας είναι εντελώς ξένο, αδιάφορο και άχρηστο.

     Η φωνή του με διέκοψε:

     - Μην εξάπτεσαι, Ωμέγα. Αντενδείκνυται, στη θέση που βρίσκεσαι, η έξαψη. Πέφτεις σε ανακρίβειες και διαπράττεις σφάλματα. Πρόσεξε, Ωμέγα. Δεν ενδιαφέρεται κανείς λιγότερο από σένα για την επιστολή σου. Κατάλαβες, Ωμέγα; Η επιστολή σου ανήκει στην Εξουσία. Έχει μεγάλη σημασία ότι σε λίγο θα μας πεις πάνω σ΄ αυτή.

     Συνέχισε σα να μονολογούσε. Η φωνή του βάραινε κ΄ έσβηνε σιγά-σιγά: «….Είναι σφάλμα η τακτική της άφοβης αλήθειας. Κάθε άλλος θ΄ άφηνε τελευταία την τακτική αυτή. Εσύ όμως τη διάλεξες. Τη διάλεξες μόνος σου. Σαν όπλο. Δεν είναι όπλο για τα άτομα η αλήθεια, Ωμέγα. Η αλήθεια μόνο την Εξουσία ωφελεί. Μόνο η Εξουσία έχει να κερδίσει. Τώρα είναι αργά όμως. Τώρα θα πεις την αλήθεια, χωρίς τη θέλησή του πια. Θα πεις την αλήθεια, γιατί ξέρεις πως είναι αδύνατο να την κρύψεις. Θα πεις την αλήθεια, γιατί είσαι μόνος σου, ενώπιος ενωπίω με την Εξουσία και με τον κόσμο.

     Δεν έβλεπα τίποτα πια. Μες στο σκοτάδι ένιωθα πως ο κόσμος είχε γεμίσει ασφυκτικά το δωμάτιο. Καφτές ανάσες φλόγιζαν το πρόσωπό μου απ΄ όλες τις μεριές. Χέρια κινιόντουσαν νευρικά, στα ρούχα μου, στο σώμα μου, στους ώμους μου, στα πόδια μου, στα μαλλιά μου. Με αναγνώριζαν, προσδιόριζαν τη θέση μου, προλάβαιναν κάθε μου κίνηση, προεξοφλούσαν τη σκέψη μου, περιχαράκωναν τη ζωή μου….

     Μόνος.

     Στα χέρια των άλλων.

     Στο σκοτάδι.

     Μίλησα:

-       Τώρα είμαι μόνος…

     Τη λέξη αυτή την είπα ίσως και άλλοτε. Τότε όμως είχε

Μια εντελώς διαφορετική σημασία απ΄ τη στιγμή τούτη. Τότε ήμουν ξεμοναχιασμένος, μέσα σ΄ αυτό το δωμάτιο, με τον εαυτό μου, μακριά απ΄ τους άλλους. Ξένος. Ξένος, και αμέτοχος. Αμέτοχος και αδιάφορος. Αδιάφορος και σκληρός…. Τώρα το σκοτάδι πύκνωνε γύρω μου. Το σκοτάδι τώρα είναι μέσα μου. Εγώ είμαι το σκοτάδι τώρα. Και το σκοτάδι αυτό είναι γεμάτο. Στοιχιωμένο. Οι άλλοι έρπουν και παραμονεύουν μες σ΄ αυτό.

-       Τώρα είμαι μόνος….

     Τα χέρια τραβήχτηκαν από πάνω μου. Οι ανάσες ξεμάκρυναν. Μες στο σκοτάδι έμενε μόνο μια φωνή. Η φωνή μου. Είπα:

-       Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι ενώπιον της Εξουσίας. Είναι περιττό να μιλήσω για ολόκληρη την επιστολή μου. Ξέρω πως δεν έχει κανένα νόημα να μιλήσει κανείς για μια ολόκληρη επιστολή. Ξέρω πως είναι αδύνατο να διηγηθεί κανείς μια ολόκληρη επιστολή. Ξέρω πως η Εξουσία γνωρίζει καλύτερα και βαθύτερα από μένα το νόημα της επιστολής αυτής. Ότι έγραψα, ότι έστειλα, η Εξουσία το γνωρίζει και το γνώριζε από πολύ πριν. Ότι λέω αυτή τη στιγμή η Εξουσία το περίμενε από πολύ πριν. Η Εξουσία θέλησε να γίνει έτσι. Το ξέρω. Και όμως πρέπει να μιλήσω, πρέπει ν΄ απολογηθώ, για να επαληθεύσω τις προβλέψεις της Εξουσίας.

     Βαθιά ησυχία υποδέχτηκε τα λόγια μου.

     - Κύριοι! είπα. Πριν ή εισέλθω εις την διήγησίν μου, επιθυμώ να εξηγήσω κατ΄ αρχήν τον λόγον όστις με ώθησεν εις την απονενοημένην εκείνην απόπειραν βιαίας ανακτήσεως της επιστολής μου. Ομολογώ απεριφράστως: Ηθέλησα να τροποποιήσω το περιεχόμενον της επιστολής αυτής! Αλλ΄ είναι όλως περιττόν να μακρυγορήσω επ΄ αυτού. Πάσα εξήγησις, πάσα ανάλυσις, πάσα δικαιολογία εγκλείεται εκ των προτέρων εις δύο απλάς λέξεις. Αι λέξεις αυταί συνιστούν εν όνομα. Το όνομα του προσώπου δια το οποίον η επιστολή αύτη προωρίζετο. Το όνομα του παραλήπτου. Το όνομα αυτό, κύριοι, εξηγεί τα πάντα. Το όνομα αυτό εμπεριέχει δυνάμει απάσας τας δυνατάς δικαιολογίας. Το όνομα αυτό αποτελεί την κλείδα κατανοήσεως της επακολουθούσης απολογίας μου. Το όνομα αυτό δεν είναι απλώς εν όνομα. Δεν είναι, λέγω, εν όνομα μεταξύ πολλών ονομάτων. Το όνομα αυτό συμβολίζει μίαν Μοναδικότητα. Μίαν Μοναδικότητα, ουχί εντός του στενού κύκλου των ονομάτων πλέον. Το όνομα αυτό συμβολίζει μίαν Μοναδικότητα εντός του ευρυτάτου κύκλου της Υπάρξεως. Είναι ίσως αυτή αύτη η Ύπαρξις. Είναι αυτή αύτη η Μοναδικότης!.... Κύριοι!....είπα, και σηκώθηκα όρθιος μες στο σκοτάδι: Κύριοι! Την στιγμήν ταύτην άρχομαι της απολογίας μου, προφέρων το όνομα αυτό ενώπιόν σας…

     Φώναξα: - «Αγησίλαος Ωμέγα!»

     Ομαδικό ροχαλητό ακούγονταν γύρω.

     Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να ξεφύγω. Μόλις όμως πήγα να κάνω το πρώτο βήμα, σταμάτησα. Ήταν αδύνατο να προχωρήσω. Βρισκόμουν κλεισμένος από παντού. Το δωμάτιο γύρω μου ήταν στρωμένο, ως πολύ ψηλότερα απ΄ το ανάστημα μου, με κοιμισμένα σώματα. Το δωμάτιο μου ήταν γεμάτο από κεφάλια που ροχάλιζαν.

     Ανέβηκα στην καρέκλα μου και σκαρφάλωσα με κόπο ως την επιφάνεια αυτής της αναπνέουσας μάζας. Βάδισα σκυφτά για να μη χτυπάει το κεφάλι μου στο ταβάνι.

     Στα σημεία που πατούσα, το ροχαλητό δυνάμωνε περισσότερο.

     Όλες οι έξοδοι είναι φραγμένες ως απάνω.

 

-       -  - - - - -- - - -

     Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναβγώ απ΄ το δωμάτιό μου.

     Η επιστολή μου δεν θα φθάσει ποτέ πια εδώ μέσα.   

 

  

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA