Πιπίνα Τσιμικάλη

 

Η Πιπίνα Τσιμικάλη γεννήθηκε το 1903 στο Γύθειο, όπου και τελείωσε το Γυμνάσιο. Μετά τις γυμνασιακές της σπουδές ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο οδοντίατρος. Έχει εκδώσει τους τόμους διηγημάτων : «Από τη Ζωή», 1939 και «Στο Μεγάλο Ρέμα», 1947. Επίσης, από το 1952 ως το 1960 εξέδωσε τα παιδικά βιβλία: «Ο Πρασινοσκούφης», «Το Σπιτάκι μας», «Το Πάρτυ της Αλεπούς», «Τα τρία Γατάκια», «Το Τολμηρό Άσπρο Κοκοράκι», «Ο Περδικούς κι η Περδικούλα», «Ο Γέρος, η Γριά και το Ζυμαράκι», 5 σειρές ελληνικών παραμυθιών, «Ιστορίες και ποιηματάκια για μικρά παιδιά», «Ο Χαρταετός», βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, και άλλα.

 

 

ΣΤ’ ΑΛΩΝΙ

 

            Φεύγοντας οι γερμανοί άφησαν το χωράφι του Γιάννη, δίπλα στην άμμο, στη θάλασσα γεμάτο νάρκες. Βαριές, χοντρές και στρογγυλές για τανκς. Δεν έφταναν βλέπεις τ’ άλλα. Πέντε στρέμματα τώρα χωράφι άσπαρτο, το ψωμάκι της χρονιάς τους χαμένο. Χώρια η λαχτάρα. Βδομάδα δεν πέρναγε χωρίς να ταράξει την ησυχία του κάμπου και των ανθρώπων τις ψυχές η φοβερή δόνηση. Το νέο ακολούθαγε αστραπή. Πότε ένα, συχνότερα δύο μαζί παιδιά κομματιάζονταν. Τ’ όνομά τους απόμενε μονάχα από την έκρηξη. Κάποτε κι ένα δυο οκάδες κρέατα που τα μάζευαν σ’ ένα σακούλι. Δεκαπέντε παλικάρια ίσα με την ώρα. Σα να μην έφταναν όσους είχαν σκοτώσει με τα πολυβόλα τους. Όπου γεφύρι και χαντάκι είχε ποτιστεί με άγιο ελληνικό αίμα. Σκότωναν τώρα και φευγάτοι, σκότωναν και σκοτωμένοι.

            Κι ο Γιάννης είχε έξη παιδιά. Βγάλε τα δυο, τα μεγάλα που ήτανε στο αντάρτικο, μένανε τα μικρότερα. Κι ο νους τους όλο στις νάρκες. Έτσι το καψούλι, έτσι ο δυναμίτης. Τόσο λάδι πάει το ένα, τόσο το άλλο. Τόσα έβγαλε χτες ο Γιωργής, τόσα ο Κυριάκος. Λαχτάριαζαν οι γονιοί τους που τ’ άκουγαν. Φοβέρα και συμβουλές ο πατέρας κι ο νους της μάνας κειδά. Πού ’ναι τα παιδιά; Πού πάει ο Κώστας; Ξωπίσω τους έτρεχε η καψερή κι εκείνα έτρεχαν και χάνονταν από μπροστά της, σαν τα γίδια. Κι η θάλασσα δεν έπαυε ν’ αναταράζεται και να βουίζει από δυναμίτη. Ώσπου ερχότανε η συφορά και σώπαινε για δυο τρεις μέρες. Κι έπειτα άρχιζε το ίδιο. Μια στα ψάρια, δυο, πέντε στα ψάρια, μια σε παλικάρι.

            Μια μέρα ήρθανε δυο νέοι. Θα βγάλουνε, είπανε, τις νάρκες. Αλήθεια; έκαμε ο Γιάννης, δεν το πίστεψε. Ναι, είπανε, θα καθαρίσουμε όλο τον κάμπο, κι άρχισαν κιόλας τη δουλειά. Μέτραγαν βήματα κι έπεφταν μπρούμυτα στη γη. Έβγαζαν το καψούλι και τους βαρείς δίσκους, τους έφτιαναν σωρούς. Δυο τρεις μέρες βάσταξε η δουλειά, κι η Γιαννού τους ετοίμαζε φαΐ κι ο Γιάννης κρασάκι και τσιγάρο. Στο τέλος ήρθε μια βάρκα και τις φόρτωσε. Πουλήθηκαν σ’ άλλες ακρογιαλιές. Σαν ετοιμάστηκαν να φύγουν τα παιδιά, ρώτησε πάλι ο Γιάννης το ίδιο που ρωτούσε και πριν κάθε τόσο, αν τις έβγαλαν όλες, να μην είχε μείνει καμιά. Όχι, του είπανε, μείνε ήσυχος. Πού να μείνει όμως! Άνθρωποι ήτανε, μπορεί να ’καμαν και λάθος, ξέρει κανείς; Και η σπορά βίαζε. Είχανε βγάλει κι από άλλα χωράφια νάρκες, όμως κανένας δεν τόλμησε να βάλει αλέτρι τούτη τη χρονιά. Χέρσα θα ’μεναν, αργότερα θα ’βλεπαν τι θα κάμουν. Ποιος ξέρει, μπορεί να ’στελναν και γερμανούς να οργώσουνε τα επικίνδυνα. Όμως τώρα κανένας δεν θα ’βαζε αλέτρι. Ξημέρωνε Δευτέρα. Ο Γιάννης ξύπνησε και πρόσταξε τη γυναίκα του και τα παιδιά να μην πλησιάσουνε στο χωράφι…Πήγε στο σταύλο, έζεψε τα βόδια, έκαμε το σταυρό του και μπήκε.

            - Μπρος, Μαυρομάτη, Μελίσση, τους είπε με τρεμουλιαστή φωνή.

            Εκείνα άρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν, αφήνοντας στη γη τ’ αυλάκι κι ο Γιάννης ξοπίσω τους. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στη γη και ζήταγαν να την ανοίξουν πριν τ’ αλέτρι. Σ’ ό,τι ύποπτο έβλεπε από μακριά σταματούσε με δύναμη τα βόδια, έτρεχε μπροστά, πασπάτευε με τα χέρια του τη γη, ξεσήκωνε προσεχτικά το χώμα. Έπειτα έπαιρνε βαθειά ανάσα και ξεκίναγε. Κάπου κάπου σταματούσε, σκούπιζε τον ιδρώτα του, χάιδευε τα βόδια κι έστριβε τσιγάρο. Αμίλητοι, κι εκείνος κι η γυναίκα και τα παιδιά, από μακριά όπως είχε διατάξει ο πατέρας.

            Και τ’ αλέτρι ξακολουθούσε όλο το δειλινό ν’ αυλακώνει αργά και προσεχτικά τη γη και την ψυχή τους ο τρόμος. Ώσπου την τρίτη μέρα τέλειωσε. Και τότε ξάπλωσαν πάλι στο χωράφι οι φωνές των παιδιών που μπήκαν και βοηθούσανε κι έβγαζαν την αγριάδα. Τα βόδια βρήκανε το βήμα τους κι ο Γιάννης τη φωνή του. Μπρος, μπρος τους φώναζε χαρούμενα και δυνατά κι έσφιγγε και ξέσφιγγε τα λουριά, κι όργωνε και διβόλιζε κι ανακύλαε το χώμα κι έριξε και σκέπασε το ψωμάκι τους.

           

 

            Μήνες πέρασαν. Στη σκοταδιαστή χαμοκέλα κείτεται το παιδί ξαναμμένο από τον πυρετό, ανακυλιέται και βογγάει βαριά. Ό,τι έφυγε ο γιατρός με το γαϊδούρι κι ο Κώστας στο γυρισμό θα φέρει τις ενέσεις που περιμένουμε τώρα με λαχτάρα. Δίπλα στο κρεβάτι η μάνα δροσίζει το φλογισμένο κεφάλι κι όλο κοιτάει κατά την πόρτα. Ο Γιάννης απ’ έξω στο πεζούλι αγναντεύει το δρόμο κι αυτός και μετράει την ώρα. Αργά το σούρουπο έφτασε. Τις ενέσεις δεν τις είχε ο Ερυθρός και το φαρμακείο ζήταγε έξη οκάδες λάδι.

            - Έξη οκάδες; έκαμε θαυμάζοντας ο Γιάννης. Σώπασε λιγάκι και είπε:

            - Δεν τις έφερνες, μωρέ;

            - Δεν τις έδινε, πατέρα, ήθελε το λάδι πρώτα, και τράβηξε το γαϊδούρι κατά τ’ αχούρι.

            Αμίλητος ξανάκατσε ο Γιάννης στο πεζούλι. Κάπου κάπου το κουδούνι του γάιδαρου καθώς έσκυβε στο σανό, έφτανε στ’ αφτιά του κι από το δωμάτιο μέσα το βογγητό του παιδιού… Η νύχτα μοναχά να περάσει και ξημερώματα θα πάει στον αδερφό του να δανειστεί το λάδι. Μέρα δεν πέρναγε δίχως φαρμάκι. Κομπολόι τα ’φερνε ένα ένα κειδά. Ο μεγάλος στη φυλακή, του ζητάνε όπλο. Δε δίνει, λέει δεν έχει. Κ’ εκείνοι αν δεν το δώσει δεν τον βγάζουνε. Ο άλλος κρύβεται ούτε ξέρουνε πού, κι αυτόν τον κουβαλάνε στην ανάκριση κάθε τόσο. Κι άλλα ακόμα, κι άλλα. Την πατάτα την έκλεψαν από το χωράφι, τα παιδιά νηστικά, ο γιατρός απλήρωτος…Κι η Γιαννού γύρισε προχτές με τα ξύλα φαρμακωμένη. Ερχότανε μαζί με τη Μιχαλού κι ο ένας λόγος έφερε τον άλλο. Της μίλησε κι η Γιαννού κ’ έγινε σούσουρο στο δρόμο.

            - Το σταυρό της, ψιθύρισε ο Γιάννης ανυπόφορη έγινε, λόγο δεν αφήνει να πέσει χάμου.

            Αχ, κι η γκρίνια είχε μπει στο σπίτι κι εκείνος σήκωσε το χέρι στη γυναίκα, που δεν το ‘χε κάμε ίσαμε τώρα, αντιμίλαγε κι εκείνη σαν το διάβολο.

            - Φέρε την κόφα, μωρή.

            - Όχι, το καλάθι.

            - Σήμερα θα ποτίσουμε.

            - Όχι, θα σκαλίσουμε.

            - Θα πας τ’ αλέτρι στο μάστορα.

            - Όχι, θα πλύνω.

            Άλλο πράγμα! Κακό δεν ήτανε που να μην είχε έρθει να τους βρει, να κλειστεί μαζί τους στο καλύβι, ένας θάνατος έλειπε. Δεν μπόραγαν πια, δεν άντεχαν. Και το παιδάκι το ’τρωγε ο πυρετός κι η νύχτα πλάκωνε.

            Ήρθε ο θεριστής. Στη μέση του αλωνιού, δίπλα στο στύλο στέκεται κι απλώνεται ο χρυσός σωρός. Σαν τον απόσωσε ο Γιάννης, τον σταύρωσε βαθιά.

            - Πολυκαρπία! ευχήθηκε χαρωπά η γυναίκα του, που ‘φτανε εκείνη τη στιγμή φορτωμένη σακιά.

            Τα παιδιά κάθονταν γύρω γύρω στ’ άχυρο με τα μάτια στον καρπό, που τον έλουζε και τον πύρωνε ο κίτρινος ήλιος του μεσημεριού.

            - Να ’σαι καλά! της είπε ο Γιάννης.

            Όλη η κούραση είχε φύγει από πάνου του και στο μακρύ και στεγνό πρόσωπό του είχε απλωθεί η γαλήνη. Σαν τη θάλασσα την απόλυτα ήσυχη, που ούτε το πιο ελαφρό αεράκι αναταράζει.

            Όλοι κοίταζαν το σωρό. Κι από το σωρό ξέφευγε κάτι και σκορπιότανε γύρω στ’ αλώνι κ’ έφτανε μέχρι την τρεμουλιαστή καρδιά τους μέσα κι έδιωχνε τις έννοιες και τις πίκρες, κάτι ήσυχο και καλό. Σαν άγιο. Κι εκείνοι είχανε μείνει αμίλητοι και κανείς δεν σάλευε και στέκονταν εκεί σαν καρφωμένοι. Κάποτε ο Γιάννης ανανοήθηκε.

            - Άντε βρε, φώναξε στα παιδιά κι η φωνή έβγαλε τη χαρά από μέσα του.

            Ξεπετάχτηκαν. Μα ο κουβάς ήταν κιόλας δίπλα, τον είχε σκεφτεί η Γιαννού. Κι η Γιαννού έσκυψε κ’ επήρε μια φούχτα από το στάρι στην παλάμη της και το άφησε σιγά σιγά να ξαναπέσει.

            - Χρυσάφι είναι, έκαμε.

            - Μετράτε κι εσείς, τους φώναξε ο Γιάννης, μην κάνω κανένα λάθος.

            - Έννοια σου μετράμε, γέλασαν όλοι. Και καθένας μέτραγε από μέσα του κι ο Γιάννης γέμιζε τους ντενεκέδες κι έτρεμε λιγάκι στην αρχή το χέρι του. Βγήκε τ’ αλωνιάτικο, βγήκαν τα εργατικά, όλα μπόλικα, κι από την κορφή.

            - Όχι χώματα, δε μ’ αρέσουνε μένα τέτοιες δουλειές. Δούλεψαν να πάρουνε, όλοι να πάρουνε!

            Και σήκωσε και άδειαζε τους κουβάδες, ψηλός και σβέλτος, σαν παλικάρι. Κι η Γιαννού παράστεκε γλυκιά κι ακούραστη και τα παιδιά υπάκουαν κι ο καρπός κουβαλιότανε στο σπίτι. Κι ο Γιάννης έκατσε πια κάπου στη σκιά να ξαποστάσει. Κοίταξε τη Γιαννού, κι εκείνη, κατάλαβε κι ήρθε κοντά του.

            - Σύνταχα το πρωί θα πας στο μύλο.

            - Ναι, έκαμε η Γιαννού.

            - Κι εγώ θα κατέβω να κοιτάξω για παπούτσια του μικρού κι ένα φουστάνι για σένα.

            - Όχι, όχι φουστάνι, μόνο κανένα ψάρι να φέρεις να πάμε στο παιδί.

            - Καλά, είπε, το έχω υπ’ όψη μου. Και σώπασε καμπόσο.

            - Ξέρεις και τι άλλο λέω; Να πάρω το περιβόλι το διπλανό να βάλω κουνουπίδι.

            - Το μπορούμε λες; του ’πε σιγαλά.

            - Γιατί δεν το μπορούμε; Ασκέρι δόξα σοι ο Θεός, άλλο τίποτα. Ή παντέχεις πως δε θα μαζευτούν κι οι μεγάλοι; Όλα θα σάξουνε, θα ιδείς. Κι ο ένας θα βγει απ’ τη φυλακή, τίλογα αιώνια δεν μπορούνε να τον κρατάνε, κι ο άλλος θα μαζευτεί στο σπίτι του, να κοιτάξει τη δουλειά του.

            Άναψε και δεύτερο τσιγάρο.

            - Νοικιάζουμε του χρόνου μια καμαρούλα στην πόλη και στέλνουμε τους δυο μικρούς στο σχολείο.

            - Μακάρι, έκαμε η Γιαννού χαρούμενη.

            - Να τους σπουδάξουμε. Ακόμα νέοι είμαστε, ας συντρέξουν και τ’ αδέρφια τους.

            - Μακάρι, ξανάπε η Γιαννού.

            Από τη θάλασσα ο μπάτης ανάδευε και θρόιζε τα φύλλα της μουριάς. Μπροστά τους απλωνόταν το χωράφι ολόχρυσο και φωτεινό. Σαν ψέματα πως κάποτε ήταν χωμένες νάρκες. Σαν ψέματα.

            - Θα ιδείς, όλα θα περάσουνε, πρώτα ο Θεός.

            - Θα περάσουνε, είπε κι εκείνη.

            Κι όλας είχανε αρχίσει να περνούν. Η ψυχή της ήτανε τώρα γεμάτη ελπίδα, το μυαλό της ήσυχο. Κι ο λόγος ο σουβλερός της Μιχαλούς δεν την τρύπαγε πια που τον εθυμήθη. Τι φταίει κι αυτή, έτσι είπε. Αν άκουγε αλλιώς, θα ‘λεγε αλλιώς. Τι φταίμε κι εμείς οι άνθρωποι; έκαμε μέσα της.

            Αργά το δειλινό κάτσανε να φάνε. Ο Γιάννης έδωσε ένα πενηντάρι για κρασί μέρα που ήτανε. Μασούσαν αργά και σιωπηλά, καθένας παραδομένος στη σκέψη του, και κάθισαν ώρα πολλή γύρω στο σοφρά.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA