Tο διήγημα αυτό είναι το πρώτο που δημοσίευσε ο νεαρός Στρατής Τσίρκας, ακόμα με το πραγματικό του όνομα, Γιάννης Χατζηαντρέας. Δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό Πρωτοπορία το 1930. Ευχαριστώ τον Σ.Δ. για την πληκτρολόγηση.

Ν.Σ.

 

Μεσημεριάτικο

 

Έρμος εδώ στη μοναξιά μου

συλλογιά μου σ’ είχα πάντα…

(Τραγουδάει μια λατέρνα)

 

Ξαφνικά γίνηκε σιωπή! Σαν από σύνθημα όλα σταμάτησαν. Ψηλά μόνο κάποιο γεράκι έκοβε βόλτες. Ο Σιδαρός βγήκε και κάθισε στη σκιά της πόρτας. Καταμεσής του ουράνιου θόλου ένας μεγάλος καλοκαιριάτικος ήλιος στεκόταν κ’ έψηνε. Τον κοίταξε και συλλογίστηκε μια στιγμή πως η σιωπή γίνηκε για ν’ ακουστεί το τραγούδι των καρπών που ωριμάζανε στους κήπους. Και περίμενε, περίμενε να τ’ ακούσει…

Πέρασ’ ένα κοπάδι μύγες, δίχως τον παραμικρό θόρυβο, σκόρπισε, μετά ξαναμαζώχτηκε και πήγε κ’ έπεσε πιο κάτω, πάνω σε κάτι βρωμισιές και κει απομαγαρίστηκαν.

Στη σκιά, την ελάχιστη σκιά, μιανού αντικρυνού σπιτιού, κοιμόταν ένα σκυλί.

Πιο κάτω ασπρίζανε στον ήλιο συντρίμματα, πέτρες μιας οικοδομής, που μήνες είχε αρχίσει να τελειώσει κι ακόμα δεν ήταν ούτε στη μέση. Και μένανε με μιαν ασάλευτη αδιαφορία πόσον καιρό τώρα που μοιάζαν νάχαν ριζώσει με τη γης.

Τ’ άλλα σπίτια χαμηλά και κατάκλειστα ήταν σα νάχαν καθίσει κουρασμένα από τον κάματο, τη ζέστη και τη συλλοή.

Μακριά, στις δίπλες των βουνών απλώνονταν καταπράσινες συκιές που κατεβαίναν ως το λιβάδι απαλές, μαγευτικές σαν να γλιστρούσαν σε κοιλιά κοπέλλας.

Η ακινησία κ’ η σιωπή δεν έλεγαν να τελέψουν. Το μεσημέρι βασίλευε παντού. Μα κει ο ήλιος αντικρύ στο Σιδαρό βάλθηκε να γυαλίζει και ν’ αστράφτει πάνω σ’ ένα ξανθό ολόγυμνο σώμα. Ένα κατάξανθο γυμνό κοριτσάκι είχε στρίψει το μισοχτισμένο σπίτι κ’ έτρεχε, έτρεχε τον κατήφορο, κουνώντας τα χέρια και γελώντας. Σε λίγο φάνηκε κυνηγώντας το μια γυναίκα ανασκουμπωμένη, ντυμένη μαύρα. Ήταν όμως λαχανιασμένη και ‘στάθει, φωνάζοντας:

 — Έλα…

Το κορίτσι ξακολούθησε να τρέχει κατ’ απ’ τον ήλιο. Η γυναίκα είχε σταθεί μπρος στη μισοτελειωμένη οικοδομή, έσκυψε, ξερίζωσε μια πέτρα και σήκωσε το χέρι να την πετάξει.

Το γυμνό κορίτσι δεν έτρεχε πια. Είχε φέρει το χέρι αντήλιο στα μάτια της κ’ έβλεπε τη γυναίκα που απειλούσε. Τότε η μητέρα άφησε να πέσει το χέρι της κ’ εφώναξε άλλη μια φορά:

— Έλα…

Εκείνο άκουσε κ’ άρχισε πιλαλώντας να πλησιάζει. Έτρεξε κ’ η μάνα άνοιξε τα φουστάνια της και το τύλιξε. «Ντροπή… κοντζάμου κοπέλλα γυμνή…» — «Γιατί λοιπόν θες να με λούζεις εσύ; Μόνη μου…» Και χάθηκαν.

Και πάλι βασίλεψεν η σιγή κι όσο στάθηκαν σε μια τρομαχτικήν ακινησία. Μόνο εκεί ψηλά ένας μεγάλος ήλιος καλοκαιριάτικος ξακολουθούσε να στριφογυρνά σα σβούρα, ν’ αστράφτει και να καίει. Όσο για κάποιο γεράκι πούκοβε βόλτες κάποτε σταμάτησε κι αυτό, έμεινε κει ψηλά σαν άψυχο κ’ έμοιαζε μια λεπτή μαύρη κοντυλιά πάνω στον καθαρό ουρανό.

Τον κατακάθαρο ουρανό δοκίμασε πριν λίγο να διασχίσει ένα μικρό, ασήμαντο συννεφάκι. Πρόβαλε κει κάτω στη δύση κινημένο από ένα ζεστό ασώματο αεράκι, περιμένοντας τη μεγάλη παρέα για να ξεκινήσει, μα δεν βρήκε κανένα. Μέτρησε την απόσταση, είδε πως ήταν αδύνατο να την περάσει μόνο του, ντράπηκε και γύρισε από κει που φάνηκε.

Ο Σιδαρός που παρακολούθησε όλ’ αυτά, σαν κάτι θέλησε να θυμηθεί. Κι αυτό ήταν το πώς πρωτογνώρισε την αγάπη του.

 

* * *

 

Μι’ απέραντη σάλα, ευγενικές κυρίες, κόσμος, ένα παρκέτο που γυάλιζε εξαιρετικά. Κάπου-κάπου χορεύανε. Εκείνη ερχότανε για πρώτη φορά εκεί μέσα. Του Σιδαρού του έκανε εντύπωση η μεγάλη της δειλία. Άμα τον αντιλήφτηκε στάθηκε ξαφνιασμένη. Έπειτα κάτι του έγνεψε σαν:

— Έλα… Μα ήσαν στις δυο αντίθετες άκρες της σάλας και το παρκέτο ήταν αδειανό, γιατί δε χορεύανε. Αρκέστηκε λοιπόν να τη βλέπει και να προσπαθεί να μαντέψει τι τον ήθελε. Εκείνη όμως προχώρησε, δίστασε λίγο, μετά πήρε θάρρος και διάσχισε την απέραντη σάλα με βήμα σίγουρο (έτσι η αγαπημένη του στάθηκε πιο θαρρετή από το συννεφάκι).

Του τοπε με τα μάτια. Ντροπαλά και όμορφα.

     Όχι ντε; τη ρώτησε.

     Αλήθεια σου λέω…

     Αγαπούλα μου…

Στην τέχνη των ματιών εκείνη βρέθηκε φαμόζα. Είχε κάτι αφάνταστα βαθιά γαλανά μάτια που του θυμίζανε πολύ μια μαγική γυμνούλα πούδε κάποτε, ψηλά σ’ ένα ταξίδι πούχε κάνει στο Βορρά.

Κ’ η γαλανή λάμψη τους στεκόταν σε μια τέτοια παράξενη αντίθεση με το μελαχρινό ρόδινο χρώμα του κορμιού της… Έξω απ’ αυτό είχε μια φωνούλα κρυστάλλινη. Σίγουρα πως μέσα της θάκλεινε μια λάλα κρήνη. Γι’ αυτό έπρεπε κανένας νάναι βέβαιος. Εξάλλου σε χτυπούσε μια τέτοια δροσιά όταν της πλησίαζες. Σαν τη φρεσκάδα που σούρχεται στο πρόσωπο άμα σκύψεις πάνω από βαθιά γούρνα καλοκαίρι καιρό.

Η αγάπη τους μέρα με την ημέρα μεγάλωνε. Μα κει ξαφνικά ήρθ’ ένα τίποτα και τη σταμάτησε… Σαν τη φωνή μιανού τραγουδιστή, που γεμάτη θέρμη και μέταλλο ανεβαίνει και κει— …

Συνήρθε ή ξύπνησε. Ένοιωσε μια χαυνωτική ταραχή κι ανατρίχιασε λαφριά.

Η σκιά σιγά-σιγά έφυγε κάμνοντας τόπο στον ήλιο πούταν τώρα απλωμένος σ’ όλο το δρόμο. Ο σκύλος που κοιμόταν κει απέναντι είχε φύγει. Όμως ο Σιδαρός δε θυμόταν να τον είδε να σηκώνεται.

Σε λίγο προσπάθησε να ενώσει το νήμα των αναμνήσεων που κόπηκε. Στο μυαλό του ήρθαν κάποιες απαίσιες μεταμεσονύχτιες ώρες που πέρασε γυρίζοντας σε μια παντέρημη πλατεία την πρώτη νύχτα που χωρίσανε.

Πάνω ταξίδευε ένα παραμορφωμένο φεγγάρι (έμοιαζε αγόρι που έχει μαγουλά) και το φως του έσπανε μελαγχολικά και μονότονα πάνω στην ψυχρή άσφαλτο.

Κάπου είχαν ανοίξει λάκκους για την ύδρευση της πόλης και η μυρωδιά της νιοσκαμένης γης σκορπούσε μιαν ατμόσφαιρα τάφων. Εκείνη τη νύχτα θάφτηκε η αγάπη τους μια για πάντα…

Σηκώθηκε και κάθησε ένα σκαλί ψηλότερα γιατί ο ήλιος του έκαιγε τα πόδια. Θέλησε να πάει μέσα μα δεν τόκανε. Άφησε μόνο τη ματιά του να πλανηθεί μακριά εκεί κάτω, μετά τον κατήφορο, στο δροσερό λιβάδι με τους υγρούς καταπράσινους ίσκιους και συλλογίστηκε πόσο καλά θάταν νάναι κανείς εκεί και ν’ αναπαύεται.

Ξαφνικά μια παράξενη ιδέα του κατέβηκε. Φαντάσθηκε πως εκεί που καθότανε ένα κορίτσι, ένα εξαιρετικά όμορφο κορίτσι θ’ αρχόταν από πίσω του δίχως θόρυβο, πατώντας στα δάχτυλα, και θα του έπιανε τα μάτια.

Λοιπόν κάποια χέρια ήρθανε και του κλείσανε τα μάτια. Τα ξεκόλλησε με δύναμη και γύρισε και κοίταξε. Μπροστά του ήταν η αγάπη του, ολόγυμνη. Κι ήταν τόσο έντονη η πραγματικότη που φαντάστηκε, λέει, πως ονειρεύεται.

     Έλα μέσα, είσαι γυμνή.

                 Όχι, πάμε κει κάτω στους ίσκιους, — και τον τράβηξε. Εκείνος την ακολούθησε. Γύρισε μόνο μια στιγμή και κοίταξε πίσω του και είδε κοντά στη μισοτελειωμένη οικοδομή τα ρουχαλάκια της πούταν ριχμένα καταμεσής του δρόμου και μοιάζανε με κρίνους κομμένους και μαραμένους πια που τους ρίξαν εκεί για να σκεπάσουν κάτι.

Ήταν εύθυμη, πόσο ήταν εύθυμη και δεν την ένοιαζε καθόλου για τη γύμνια της. Ξαπλώσανε στους ίσκιους και αναπαύτηκαν. Για κείνο που τους χώρισε δεν είπαν τίποτα. Εκείνος άρχισε να μιλά, να μιλά, να της λέει… Εκείνη δεν έλεγε τίποτα. Γελούσε μόνο και τον έβλεπε. Ξαφνικά τον τύλιξε με τα χέρια της και τον φίλησε στα χείλια. Το θυμόταν καλά γιατί την ίδια στιγμή είδε μακριά κάποιο γεράκι να πέφτει με δύναμη από τον ουρανό σαν ψόφιο.

Χορέψανε και ξαναφιληθήκαν. Στο τέλος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε ως την πόρτα του. Μετά ντύθηκε τα ρούχα της του έστειλε από μακριά ένα φιλί και χάθηκε στο γύρισμα του δρόμου.

Τότε ο Σιδαρός σηκώθηκε από το κάθισμα πούχε καθήσει, τανύθηκε, άπλωσε το μάτι του στα λιβάδια, ένιωσε μιαν απέραντη χαρά να τον πλημυράει για όλα, για την αγάπη του που ξαναρχίνησε, άνοιξε το στόμα του κ’ έβγαλε μιαν οχτάβα βαθύφωνη. Σύγκαιρα όμως ένιωσε δυο δροσερά χέρια να του σκεπάζουνε τα μάτια…

 

(Κάϊρο)   ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΡΕΑΣ

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA