Τατιάνα Σταύρου

 

            Η Τατιάνα Σταύρου γεννήθηκε στην Πόλη στα 1899 και μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον πνευματικών ανθρώπων, εκπαιδευτικών και συγγραφέων. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Καστέλλα του Πειραιά. Έχει εκδώσει τα βιβλία : «Εκείνοι που έμειναν», διηγήματα, 1934, Έπαθλο Βικέλα του 1935 της Ακαδημίας Αθηνών, «Οι Πρώτες Ρίζες», μυθιστόρημα, 1936, «Μυστικές Πηγές», πεζογραφήματα, 1940, «Το Καλοκαίρι πέρασε», διηγήματα, 1943, «Το άλλο πρόσωπο του ανθρώπου», διηγήματα, 1958 και «Μονομαχία», μυθιστόρημα, 1963. Πέθανε το 1990.

 

 

ΓΛΕΝΤΙ ΣΚΛΑΒΩΝ

 

Δεν είναι πια τραγούδι αυτό δεν είναι αχός

ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει

σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,

κάποιου που’ χει πεθάνει.

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

 

 

            Το νου σου, δε θέλω οικονομίες, μην κόψεις το τυρί τσιγαρόχαρτο και το ψωμί φτενό. Ακούς; δε θέλω μιζέριες.

            Η Φωτούλα σηκώνει τα μάτια κι αντικρίζει θαμπωμένη τον άντρα και τον κοιτά. Η ψυχή της μέσα τρέμει από καμάρι, έπαρση, κι ένα μικρούτσικο, ελάχιστο φόβο.

            Αυτός είναι ο Μήτσος της! Αυτός ο κύριος, ο στητός είναι ο άνθρωπός της!

            - Τ’ ακούς, Φωτούλα, τα θέλω όλα εν τάξει. Όπως γίνανε το πρωί, στον Άγιο Γεράσιμο κι απόρησε ο κόσμος. Όλη η οδός Κλεισούρας τά ‘χασε…

            Και τι νονός και τι κουμπάρος, εμ’ τα βαφτιστικά, ούτε προπολεμικά! Μόνο που δε δέχτηκαν για το τραπέζι το βραδινό…

            - Καλύτερα που δε δεχτήκανε, τι να τους κάνουνε, ξένοι άνθρωποι.

            Κάνει να φύγει ο Μήτσος, ξαναγυρνά. Η περηφάνεια ξεχειλά, τον πνίγει, δεν κρατιέται:

            - Μα και η κόρη, η Ειρηνούλα μας, θηλυκό μια  φορά, έφεξε η κολυμπήθρα. Μόνο που έκλαιγε…

            - Σήμερα ταίριαζε να την ονοματίσουμε Βαγγελίτσα που γιορτάζει η χάρη Της, κι αν ρωτάς για μένα, εγώ ήθελα τ’ όνομα της μάνας μου Παρασκευούλα.

            - Σου βαφτίζουνε το παιδί τ’ αντρόγυνο οι Ντάκοι και βαρυγκομάς κιόλας.

            Μιλά και στέκει γερά με σιγουριά ο Μήτσος στα παπούτσια πάνω στα δίσολα, τα ολοκαίνουργα. Νιώθει τη φορεσιά της ώρας – κασμίρι εγγλέζικο – να του φαρδαίνει το στέρνο, τις πλάτες, να του ψηλώνει το κορμί, ακόμη και την ψυχή. Μάλιστα, την ψυχή, γιατί όχι. Τη νιώθει κι αυτήν αλλαγμένη, ψυχή ανθρώπου με γνώμη. Πρώτη φορά απόταν γνώρισε τον εαυτό του μπορεί να πει θέλω χωρίς να νοιάζεται τι θα κοστίσει τούτο το «θέλω».

            Με τα χέρια στις τσέπες τώρα ρίχνει μια εξεταστική στις δυο κάμαρες που τις άδειασε, έβγαλε τη μέσα πόρτα και τις ένωσε σε μια.

            Πάνω στα στρίποδα των κρεβατιών έριξε σανίδες κι άπλωσε τραπεζομάντηλα, έστρωσε τραπέζια όπως ήξερε αυτός, δεκαχτώ χρόνια γκαρσόνι.

            - Μιαν εξηντάρα θέλω, μια λάμπα ακόμη.

            - Τι να τις κάνεις τις λάμπες άνθρωπέ μου, να ξεπερνά το φως τις χαραμάδες, να πάθουμε καμιά δουλειά σαν το Παγκράτι…

            Ο Μήτσος ξέρει κι άλλα παθήματα εξόν του Παγκρατίου, ξέρει πως οι γερμανοί, όπου ιδούνε να χαράζει φως πυροβολούνε και σκοτώνουνε. Για τούτο σωπαίνει τώρα· παρατά τους φωτισμούς.

            Η Φωτούλα γυρίζει κατά τον πρωτότοκό της που μπαίνει ντυμένος τα καινούργια του:

            - Δεν σε γνώρισα, γελά, δεν σε γνώρισα, ξαφνιάστηκα, ποιος ξένος είναι τούτος;

            - Δε μ’ έχεις μαθημένο με τα μακριά, μητέρα, για τούτο.

            - Πρόσεξε τ’ αδέρφια σου, ξαναφώναξε τρομαγμένη τώρα η Φωτούλα στο γιο που έφευγε…Τι γίνανε, ξεπόρτισαν, μη σχιστούνε, μη λερωθούνε.

            - Άφησέ τους γυναίκα να χαρούνε, έκανε βαριά ο Μήτσος, κάμποσα τράβηξαν τα κακόμοιρα κι αυτά.

            Στάθηκε πίσω από τη ράχη της γυναίκας και την κοιτούσε που καθάριζε ρεπανάκια, έκοβε σαλάτα, σιγύριζε ένα ένα τα πιάτα. Ετοίμαζε τα βραδινά.

            - Να ‘τανε τρόπος να του ’δινα μια τούτο το ντουβάρι, να το ‘σπρωχνα…

            - Δε σε χωρά τούτο, άλλοτες δε σε μπόδιζε.

            - Εγώ θα το μεγαλώσω το σπιτάκι, θα ιδείς, θα βγάλω κάμαρη στο περιβόλι πίσω, θα ρίξω τσιμέντο από πάνω, πλάκα, θ’ ανεβάσω πάτωμα…

            - Ναι, και θα σε γλωσσοφάνε…Αρχίσανε κιόλας, τι θάρρεψες; Ο Μήτσος τούτο, τ’ άλλο, όμως δε φέρνουνε στο νου τους τα τι πέρασε ο Μήτσος…

            Τα μάτια της γυναίκας βουρκώσανε στη θύμηση. Κι ο άντρας δίπλα απομένει να κοιτά μπρος, μακριά μακριά κάποιον που βαδίζει μέσα στη νύχτα, μέσα στο έρεβος, κατάμονος, κι αυτός ο κάποιος είναι ο ίδιος, ο εαυτός του.

 

            Ο λόγγος να λουφάζει επίφοβος, η πάχνη να κατακαθίζει σιγαλή και να μουσκεύει τα φυλλώματα, να μπουχίζει την πέτρα, τις κοφτές πλαγιές, να σου γλιστρά το πόδι, να φεύγει και να μη βρίσκει ακούμπισμα.

            Ύστερα να πιάνει αγέρας που να βογγά το βουνό, να δέρνεται, να ταράζεται και να θαρρείς πως τρέμει σύγκορμο. Έπειτα να νυχτώνει στην ερημιά. Καλύβι, στάνη, ρημάδι πουθενά και να ‘σαι μοναχός και να μη γνωρίζεις τον τόπο. Να λαχταράς μην ξεστρατίσεις και χαθείς. Μην πέσεις κι απομείνεις στον τόπο ξερός, ασήκωτος.

            Και πάρα πέρα να κατεβαίνουνε βροχή και σκοτάδι αδερφωμένα μαζί μαζί, λες ζητάνε να σε καταπιούνε. Κ’ εσύ να περπατάς, να περπατάς, να περπατάς. Γιατί δεν κάνει να σταθείς, γιατί το ξέρεις πως αν ξαπλώσεις στη μουσκεμένη τούτη γη δεν είναι να ξανασηκωθείς ποτέ σου.

            Απόκοντα, δίπλα δίπλα να σε παραφυλάει ο φόβος. Από τ’ αγρίμια φόβος, από τους ανθρώπους τους δικούς, τους ξένους, ιταλούς, γερμανούς, όλους.

 

            Έτσι βάδιζε ο Μήτσος, ο άντρας της Φωτούλας, όταν πήρε την απόφαση να πάει για τα μοσχάρια. Να πάει στη Θεσσαλία περπατιστός να φέρει ζώα στο ζωέμπορα που αντάμωσε κατά τύχη ένα απόγευμα στην οδό Σοφοκλέους.

            Πελάτης καλός, ταχτικός στο μεγάλο εστιατόριο όπου δούλευε, ζωή ολόκληρη ο Μήτσος, και τον αγαπούσε ο κόσμος και τον προτιμούσε γιατί ήτανε σβέλτος, ακούραστος, δεν ξεχνούσε, δε λάθευε στο λογαριασμό.

            Κι ο ζωέμπορας πάντα εκεί· το τραπεζάκι του, τη γωνιά του, τις παρέες όλο σοβαρά πρόσωπα να μιλάνε για τα εμπόρια τους ανάμεσα στο ‘να φαγί και στ’ άλλο.

            - Τι ψάχνεις, λέει του Μήτσου, πώς αδυνάτισες, χάθηκες από το εστιατόριο.

            - Με την πετσέτα και τ’ άσπρο το σακάκι πώς να θρέψω παιδιά, γυναίκα; Δεν βγαίνει με το φιλοδώρημα πια ζωή…από μέρα σε μέρα ακριβαίνουν τα πράματα, ρωτάς το πρωί πόσο και όσο ν’ αποφασίσεις ανεβαίνει η τιμή διπλή.

            - Και τι κάνεις τώρα, τι ζητάς εδώ;

            - Παστέλια φτιάχνω και περιμένω κάποιον για χαρουπόμελο. Σουσάμι βρήκα.

            - Και τι θα πιάνεις με τα παστέλια, κακομοίρη!

            - Πιότερα από τα ποσοστά στο μαγαζί. Ποιος πάει σ’ εστιατόριο σήμερα, ποιος τρώει έξω, ο κόσμος πια μαζεύτηκε. Τη μέρα που έφυγα ήρθανε δεκαεφτά νομάτοι. Και μόνο μεσημέρι. Τα βράδυα δεν ξεμυτίζει ψυχή.

            Καθώς μιλάνε, ο κόσμος σκουντά, περνά φορτωμένος σακιά, τσάντες, καλάθια, ταγάρια, κι όλοι βιάζονται, κι όλοι κοιτάνε και σκουντουφλάνε από τη σαστιμάρα, το βάρος, την κούραση.

            Στέκεται ο έμπορος με χέρια αδειανά, κοιτά το Μήτσο, θαρρείς τον μετρά.

            - Άιντε πάμε πάνω να σε κεράσω ένα καφέ, ρεβίθι αγνό.

            «Θα χάσω τον άνθρωπο, θα χάσω το χαρουπόμελο», συλλογιέται ο Μήτσος και προχωρεί. Σαν κάτι να τον σπρώχνει.

            «Θα χάσω» κι ανεβαίνει τα σκαλιά και μπαίνει στο γραφείο.

            Χέρι θαρρείς τον εβίαζε. Η μοίρα τον κινούσε κι αποφάσιζε.

            Έτσι καθίζει. Αντικριστοί βολεύονται οι δυο άντρες και κάτι περιμένει ο ένας του αλλουνού.

            - Αλητεία, όλοι το ρίξανε στην αλητεία, δεν βρίσκεις άνθρωπο να κάνεις δουλειά. Παίρνουνε ένα σακί στην πλάτη, φορτώνουνε τα προικιά της γυναίκας, το πάπλωμα, κάτι σεντόνια, τα κουταλάκια του γλυκού, πετσέτες και κινάνε γι’ αντάλλαγμα στα χωριά, να βρουν αλεύρι, στάρι, να κάνουνε μαύρη αγορά. Οι πιότεροι πέφτουνε στο δρόμο, δεν τα καταφέρνουνε, πεθαίνουν στους τάφους σαν τα σκυλιά. Άλλοι γυρίζουν δίχως τρόφιμα, γδαρμένοι, ξεσκισμένοι…

            Ακούει ο Μήτσος με τα μάτια ανοιχτά, με τα ρουθούνια, με τ’ αφτιά, μ’ όλη την ξυπνή του φάτσα ανοιχτή να καταλάβει πού πάει η κουβέντα · γιατί κάπου σίγουρα τραβά. Αμφιβολία δεν υπάρχει.

            - Τους προτείνεις για δουλειά σίγουρη, να μην ψάχνουνε, με τα ποσοστά τους, με τα κέρδη τους και δεν τ’ αποφασίζει κανείς.

            Σταμάτησε ο ζωέμπορας, ο κύριος Ντάκος, που του ‘χε καταστρέψει τις εισαγωγές η Κατοχή, και πήρε στο χέρι το μολύβι κ’ έγραψε κάτι νούμερα στο χαρτί σα να ξέχασε την υπόθεση.

            - Δε λέω, επικίνδυνη και δύσκολη, μα ποιο είναι σήμερα το εύκολο; Πας στο Πολύγωνο να ψωνίσεις μια οκά ρύζι και παιδεύεσαι να βρεις τον άνθρωπο, και σε χώνουνε κρυφά σε κάτι παραγκούλες σα δόκανα, κινδυνεύεις να πέσεις στα χέρια της αστυνομίας, που κάμνει έφοδο, να σε συλλάβει, θαρρείς κι αγόρασες χασίσι.

            «Θα χάσω τον άνθρωπο και θ’ απομείνουμε αύριο νηστικοί…θα ξεφωνά η Φωτούλα».

            - Χρειάζεται θάρρος κι απόφαση και καρδιά γερή· δεν είναι αστεία. Τα μοσχάρια θα ‘ρτουνε περπατιστά κι όλο νύχτα, τη μέρα είναι φόβος να στ’ αρπάξουν, να στα σφάξουν, φόβος χίλια δυο να πάθουνε κι αυτά κι εσύ.

            Το γκαρσόνι που έμαθε, ζωή ολόκληρη – από τότες που πάστρευε πατάτες στο μαγέρικο της οδού Αθηνάς – μέσα στην ασφάλεια, στα πιάτα, τα ποτήρια, τα κρασιά, κάνει να θυμηθεί το γυρισμό από τη Γραμμή Μεταξά όπου πολέμησε.

            - Πήγες στην Αλβανία; ρωτά ο κύριος Ντάκος νομίζεις και διαβάζει στο μυαλό του Μήτσου.

            - Πήγα στα οχυρά της Μακεδονίας.

            - Και πώς γύρισες;

            - Με τάξη γυρίσαμε, είχαμε ένα λοχαγό σκυλί, εγώ είπε δεν παρατώ τους άντρες μου. Μας κουμάνταρε σπουδαία, μας γλύτωσε από την αεροπορία, τα στούκας, τα καταδιωκτικά που κυνηγούσαν τους εγγλέζους…Φτάσαμε μετρημένοι, κανένας δεν έλειψε.

            - Έτσι ε, έτσι έ, ώστε ξέρεις το δρόμο!

            - Μαθαίνεται τέτοιος δρόμος με μια φορά, κι όλο νύχτα καθώς βαδίζαμε;

            Γίνεται σιωπή, η ώρα περνά, σουρουπώνει. Πόρτες από τα γειτονικά γραφεία κλείνουνε, κλειδιά ακούονται να γυρίζουν στις κλειδωνιές. Είναι οι αφεντάδες που κατεβαίνουνε κάποτε κάποτε τ’ απογευματάκια μοναχοί, γιατί υπάλληλος κανένας δεν έρχεται. Οι δουλειές τελειώνουνε στις τρεις. Η συγκοινωνία τελειώνει, το σκοτάδι πέφτει νωρίς, η συσκότιση αυστηρή, οι δρόμοι επίφοβοι.

            «Άργησα, άργησα, χάθηκε το χαρουπόμελο, θα χάσω και τη σειρά…τη σειρά».

            - Τι λες; Αποφασίζεις;

            - Αποφασίζω.

            Κοιτάζονται ορθοί κι οι δυο. Τον ξαναμετρά ο ζωέμπορας: Είναι ζόρικη δουλειά, σκέψου το.

            - Το σκέφτηκα.

            - Μερίδιο στα τέσσερα.

            - Σύμφωνοι;

            - Σύμφωνοι.

            Έτσι γίνανε τα πράματα και κίνησε ο Μήτσος, το γκάρσονι, να φέρει τα μοσχάρια από τη Θεσσαλία περπατιστά.

           

            Το σαραβαλιασμένο φορτηγό, ανάπηρος κι αυτός του Αλβανικού, βγήκε στο δρόμο φορτωμένο μαυραγορίτες και σιδερένια βαρέλια αδειανά.

            Ως τη Λεβαδειά πήγαινε. Το ταξίδι, περίπατος ευχάριστος, άρχιζε ομορφούτσικα.

            - Το νου σου, φώναξε κάποιος του Μήτσου, όταν κατέβηκαν, αν δεις στρατιωτικό κι είναι γερμανικό κρύψου, αν είναι ιταλικό σταμάτησέ το. Αυτοί σε παίρνουν. Γλυτώνεις κούραση.

            Και η πορεία άρχισε με την ελπίδα τούτη.

            Το πρώτο βράδι σε ντάμι χωριανό, όπως στο στρατό, ανάμεσα στ’ άχυρο. Την άλλη μέρα ο τόπος ερήμωσε, ησυχία ν’ ακούς την ανάσα σου. Ύστερα πλάκωσε αντάρα, έκρυψε τα βουνά, κατέβηκε κατέβηκε κομματιαστή, ζύγωσε κ’ ένιωσε ο Μήτσος, πως περπατά χωμένος μέσα σε μπαμπάκι.

            Πάρα πέρα ρέμα φουσκωμένο, το γεφυράκι κείτεται λυπητερό, λες χτυπημένος άνθρωπος. Κάνει βόλτα μεγάλη ο στρατοκόπος να βρει το καινούργιο. Γιατί κάπου θα ‘χουνε φκιάσει οι γερμανοί άλλο, δε γίνεται.

            Ύστερα πάλι δρόμος, δρόμος. Περνούνε φορτηγά γεμάτα κασόνια πολεμοφόδια, μπαταρίες και πάρα πίσω με στρατό.

            Το γκαρσόνι κρύβεται μην τον πάρει κανένα θεριό είδηση από τούτα τα ξανθά με τα μάτια τ’ ατσαλένια και πατήσει για χάζι το αυτόματο και τον ξεκάνει.

            Να ξεφύγει, να μη χάνει καιρό, κόβει ανάμεσα από ρουμάνι πυκνό, υπολογίζει σωστά. Γλυτώνει ώρα και κόπο · ξαναβγαίνει στη δημοσιά, τα φορτηγά χάθηκαν, τράβηξαν.

            Ξαφνικά αρχινά η βροχή. Σιγαλή, ανεπαίσθητη μήτε να την προσέξεις. Μα συνεχίζει, συνεχίζει έτσι ψιλούλα, σιγαλινή, αέρινη. Κολλά στο πρόσωπο, σου θολώνει το μάτι, περνά το αδιάβροχο, βαραίνει το σακί στον ώμο που ‘χει μέσα τη μπατανία για τη νύχτα και τα λεφτά. Τα έδωσε ο κύριος Ντάκος, πακέτα, πακέτα «να ‘χεις να ταΐζεις όποιον σου φέρει εμπόδιο».

            Παρέα με το νεράκι το σιωπηλό του ουρανού νάτο και το σκοτάδι κι αυτό καταφτάνει, βουβό, απολέμητο, ήσυχο.

           

            Του φάνηκε σα μυρουδιά από καπνό, σαν ξύλο που καίγεται και μοσκοβολά δάσος, βουνό. Πεύκο, βαλανιδιά, έλατο, πουρνάρι, οξιά; Απ’ ό,τι και να ‘ταν ο καπνός. Καπνός. Καπνός.

            Ύστερα μέσα στη νύχτα πρόβαλε ανέλπιστα, φύτρωσε ένα χτίσμα. Φυλάκιο.

            Στέκει κάποιος, σκιά μοιάζει με το όπλο στην πλάτη! Και σφυρίζει.

            Μια φωνή βγαίνει άγνωστη μέσα από τον άνθρωπο που βαδίζει. Μήτε την ένιωσε, μήτε τη γνώρισε για δική του, ούτε το πώς ξεπετάχτηκε απ’ τα στήθια του κατάλαβε.

            Γερμανοί, ιταλοί, ξένοι, τι σημαίνει!

            Άνθρωποι, άνθρωποι όπως εσύ και καπνός.

            Ζωή, ψυχές ζωντανές και φωτιά αναμμένη.

            Τι πάει να πει η γλώσσα που μιλούν και ο τόπος που γεννήθηκαν κάποτες; Άνθρωποι είναι, σαν εσένα, όπως εσύ άνθρωποι, αυτό μόνο έχει να κάνει.

            Άλλη κραυγή σα ζώο που ουρλιάζει.

            Η απόκριση φτάνει πάλι σφυριχτή.

            - Αμίκο, αμίκο, γκρέκο μπόνο!

            Πάλι το σφύριγμα και το ηλεχτρικό που ανάφτει και γυρνά καταπάνω στη βρεμένη μάζα που έρχεται. Και που είναι το άλλοτες γκαρσόνι.

 

            Μουσική. Κάτι τραγουδεί δίχως λόγια, κάτι κλαίει δίχως μιλιά.

            «Ράδιο είναι» λέει το μουδιασμένο μυαλό του γκαρσονιού. «Ράδιο έχουνε εδώ στα βουνά».

            Σκουντά με το πόδι και μπαίνει. Κανένας από τους εφτά άντρες που ‘ναι καθισμένοι ολόγυρα δε γυρνά να κοιτάξει. Ακούνε όλοι τον όρθιο με τα γένια και τα μαλλιά που παίζει βιολί καταμεσίς στο πέτρινο φυλάκιο. Καταμεσίς στην αγριάδα της ερημιάς. Καταμεσίς στον πόνο του ανθρώπου.

           

            Απ’ αντίθετα ήρθες, γιατί αν ερχόσουν σωστά θα μ’ απαντούσες στο διάβα σου.

            Είναι ο ψηλός με τα γένια και τα μαλλιά που έπαιζε το όργανο χτες τη νύχτα…

            Ανοίγει τα μάτια ο Μήτσος και κοιτά. Κάνει να ξυπνήσει, να θυμηθεί.

            - Για πού τραβάς;

            - Για πάνω.

            Βγάνει ένα χάρτη, τον απλώνει, δείχνει: Εδώ βρισκόμαστε. Σκύβει το γκαρσόνι: σημάδια, κοκκίδες, γραμμές μαύρες πάνω στο πράσινο, αδιαφόρετα πράματα.

            - Κοντεύεις, τελειώνεις; ξαναρωτά ο ξένος.

            - Εσύ για πού; λέει ο Μήτσος χωρίς να ‘χει ολότελα το πνεύμα του ξεκόψει από τη νάρκη του ύπνου.

            - Για τ’ Άγιον Όρος.

            - Δίνουνε τρόφιμα εκεί, δεν έχω ιδέα;

            - Πάω για να μείνω, δεν πάω για εμπόρια.

            - Και το βιολί τι το θες;

            - Το θέλω να παίζω, τά ‘δωσα όλα, τ’ απαρνήθηκα όλα και κράτησα μόνο ετούτο.

            Πάμε, λέει πιο ύστερα, έχουμε οχτώ ώρες δρόμο όσο να φτάσουμε σε χωριό.

            - Τ’ όνομά σου, δε μου χάρισες τ’ όνομά σου, φωνάζει ο ένας ταξιδιώτης στον άλλο όταν χωρίζουνε από δυο μεριές κατόπι που περπάτησαν συντροφιά.

            - Ναούμ, φαρμακοποιός. Αδελφός Ναούμ, να ζητήσεις…

            - Μήτσος Παναγιωτόπουλος, οδός Κλεισούρας. Μην ξεχάσεις αν σου βρεθεί ανάγκη…

            - Δεν ξεχνάω ποτές, ακούγεται από μακριά η φωνή και ο άνθρωπος με το βιολί χάνεται μέσα στην αυγινή ομίχλη.

 

            Και του χρόνου, λεύτεροι!

            - Και στην παρέλαση με τη σημαία στο χέρι!

            - Άμποτες να τ’ αξιωθούμε, μη δεν προλάβουμε!

            - Θα προλάβουμε, ποιος το ‘πε, βάλε κρασί!

            Έπεσε σιωπή απότομη θαρρείς και η θύμηση της γιορτής μάρανε τις καρδιές.

            - Για θυμηθείτε, για θυμηθείτε, μουρμούρισε κάποιος μα δεν αποτέλειωσε πιο πέρα την κουβέντα. Και η σιωπή ξανάπεσε γεμάτη συλλογή.

            Τότε ξεπήδησε μέσα στην ησυχία ένας λυγμός:

 

Σήκωσαπάνου Γιάννο μου,

και μη βαριοκοιμάσαι

Γιάννο μου…

 

            Είναι ο αδιόριστος καθηγητής, ο γείτονας που έσπρωξε το πιάτο, έβαλε τον αγκώνα στο τραπέζι, το μάγουλο στη χούφτα και τραγουδεί. Τον συντροφεύει όμορφα ο σωφέρ που είναι στη δούλεψη των συνεταίρων Ντάκος-Παναγιωτόπουλος. Απόκοντα μουρμουρίζει κι ο τυπογράφος, μα ο καθηγητής έχει το λόγο. Τους περνά όλους.

 

                                    Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι

                                    Γιάννο μου…

 

            Τρέμει η γλύκα, το παράπονο μέσα στο λαρυγγισμό. Θαρρείς κλαίει παιδί τον καημό της φτώχειας του, θαρρείς παλικάρι της ασκήμιας το βάσανο, λες άντρας την καταφρόνια του έρωτα.

            Όλα τούτα μαζί ενωμένα, η φτώχεια, η τυραννισμένη σπουδή, το άχαρο κορμί, τ’ άσπρα λινά παπούτσια χειμωνιάτικα, η αυλή, ο διορισμός που δεν πρόλαβε, βρίσκονται μέσα στον πόνο του τραγουδιού. Κι ακόμη ο πόλεμος που δεν τελειώνει, οι νίκες οι γερμανικές, η σκλαβιά, η παίδεψη και ο εξευτελισμός της πείνας, κι άλλα κι άλλα παλιά και περασμένα. Και τωρινά μαζί, καινούργια.

            Μα το πολύ φαΐ, το ασυνήθιστο, ήρθε και βάραινε τα κορμιά που καθίζουν γύρα γύρα στις τάβλες για να πανηγυρίσουνε τη χριστανοσύνη της Ειρηνούλας, της κόρης του Μήτσου του ζωέμπορα.

            Η γυναίκα του μηχανικού έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε ακουμπισμένη στο μπράτσο του αντρός. Το έχουνε βολεμένο το ζευγάρι ετούτο στην καλή θέση, στο μέσο του τραπεζιού, γιατί είναι τα πιο επίσημα πρόσωπα απ’ όλους. Και τα πιο παράταιρα.

            Κανένας δεν έμαθε τι ζητούνε σ’ αυτή τη συνοικία την εργατική, ξένοι μέσα σε ξένους. Όμως όλοι τους σέβονται γιατί δε δείχνουνε καμιάν οίηση ούτε κάνουν πως καταλαβαίνουν το πόσο διαφέρουνε.

            Τα πιάτα σειρά ως πέρα είναι αδειανά, μήτε ψίχουλο πεσμένο στο τραπεζομάντηλο, όλα σκουπισμένα, παστρικά.

            - Γεια σου, δάσκαλε, να μας ζήσεις! Φέρε μια καράφα κρασί Βαγγελιώ. Τι είναι τούτο, κανείς δεν πίνει, ακόμα δεν αρχίσαμε…

            Από την κουζίνα, η παραστεκάμενη η Βαγγελιώ, σκύβει κοιτά και κόβει το παστίτσιο.

            Το κόβει τεχνικά και υπολογίζει τα κομμάτια πόσα θα ξοδευτούνε και πόσα θα της δώσει η Φωτούλα, χώρια από κείνα που έκρυψε στο περιβόλι έξω, μέσα σ’ ένα τενεκεδάκι από κονσέρβα. Να τα πάει στα παιδιά.

            Η πιατέλα είναι έτοιμη, συγυρισμένη και η γυναίκα περιμένει το τέλος του τραγουδιού:

 

                                    Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι, Γιάννο μου…

                                    χιονίζει, θα κρυώσεις, Γιάννο μου…

                                    θα σου βραχούνε τα’ άρματα και τα χρυσά κουμπιά,

                                    Γιάννο μου…

 

            Πριχού κλείσει ο τελευταίος στεναγμός, εκείνο το μακρόσυρτο, το λυπητερό «Γιάννο μου», χτυπά η πόρτα. Δυνατά χτύπησε, αλλιώτικα, σα να ‘ταν κάποιος βιαστικός κ’ είχε ανάγκη και έτρεχε να προλάβει.

            Η γυναίκα του μηχανικού, η κοιμισμένη ξύπνησε, τινάχτηκε. Ο Μήτσος πήδησε ορθός:

            - Το παιδί, ο βοηθός θα ‘ναι, έκανε αμφίβολος και λίγο φοβισμένος.

            Η Φωτούλα έψαχνε με το πόδι να βρει τις παντούφλες, που της είχανε ξεφύγει κάτω από το τραπέζι.

            Το μεγάλο αγόρι σβέλτο πετάχτηκε, άνοιξε πριν προλάβει κανείς να το σταματήσει.

            Το στενό θυρόφυλλο γέμισε στολές γκριζωπές, ζωστήρες, κασκέτα, κουμπιά, περίστροφα.

            Ο τυπογράφος έκαμε ν’ ανασηκωθεί, τα γόνατα δεν τον βάστηξαν, ξανάπεσε.

            - Τι γίνεται; ρωτά ο μηχανικός και οι ζάρες του προσώπου του χλωμιάζουνε.

            Έβγαλε την πίπα, στάθηκε όρθιος και μίλησε στους δυο γερμανούς που μπαίνουνε κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

            Κανένας δεν πρόσεξε πως ο ένας χαμογελούσε στεναχωρημένα. Και πως κοιτάζουνε παραξενεμένοι σα να ξιπάστηκαν για τη χλωμάδα του θανάτου που χύθηκε στα πρόσωπα, για τα πεταγμένα μάτια, που πέτρωσαν επάνω τους και δε σαλεύουν.

            - Ποιος τραγουδούσε έτσι όμορφα; ρωτά ο χαμογελαστός που έδειχνε πιο νέος.       

            - Ένας κύριος από τη συντροφιά μας, ο Χερ Ντόκτορ από δω, απάντησε στη γλώσσα του ο μηχανικός και το αίμα ξαναφάνηκε στο πρόσωπό του, οι ζάρες πήρανε την κανονική θωριά τους.

            Οι δυο γερμανοί μαζί μαζί γύρισαν το κεφάλι κατά τη μεριά του Χερ Ντόκτορ και χαιρέτησαν.

            Ο ένας ρίχνει βλέμμα κατά το τραπέζι σα να λιμπίζεται, σα να καμαρώνει. Και θαρρείς, απίστευτο, σα να παρακαλεί.

            - Ακούσαμε τη φασαρία…ήρθαμε να κάνουμε συντροφιά μαζί σας, είπε ντροπιασμένα.

            Ο μηχανικός επίσημα έδειξε το Μήτσο: Αυτός είναι ο νοικοκύρης.

            Τότες οι δυο γύρισαν σαν αυτόματα και του ‘σφιξαν το χέρι πολύ σοβαρά του δύστυχου του νοικοκύρη.

 

            - Δώστε δυο καθίσματα, φέρτε πιάτα, ποτήρια, τι γίνηκε το παστίτσιο!

            Ο Μήτσος μάχεται να συνεφέρει, να δείξει κουράγιο, να δαμάσει την παγωνιά που χύθηκε στα σπλάχνα του.

            Οι γυναίκες, του τυπογράφου και του μηχανικού, κέρωσαν, τρέμουν : Να φύγουμε Κώστα, να φύγουμε, παρακαλεί το μηχανικό η δική του. Και τον κρατά γερά από το μπράτσο και σφίγγεται να βρει προστασία επάνω του.

            - Για τραγούδησε κάτι πάλι, λέει αυτός του καθηγητή, για πες κάτι να σκεπάσουμε το φόβο μας. να μη φανερωθούμε.

            Πάει να ξανακάνει το σχέδιο ο άνθρωπος, μα τώρα ήρθε και φώλιασε στην αγκαλιά το κορίτσι του, να βρει κρυψώνα, ασφάλεια. Κλείνει τότε το μπράτσο, χαμηλώνει πάνω στο κεφαλάκι του παιδιού κι αρχινά:

 

                                    Ακόμα τούτ’ την άνοιξη…

                                    ραγιάδες…ραγιάδες…

 

            Είναι σα να παρηγορεί θλιμμένο, σα να νανουρίζει βαριαρρωστημένο πρόσωπο πολύ αγαπητό του. Χαμηλά τραγουδεί, θαρρείς ξομολογιέται πόνο αγιάτρευτο, μυστικό.

 

                                    …Τούτο το καλοκαίρι

                                    ραγιάδες…ραγιάδες…

 

            Η γυναίκα του τυπογράφου έπιασε να κλαίει άθελά της.

            - Σωπάστε, σωπάστε, κάνει ο σωφέρ πανιασμένος από νέα φοβέρα, μην ξέρει κανένας τους τη γλώσσα και καταλάβει.

            Μα κανένας δεν καταλαβαίνει, αυτό φαίνεται, μήτε γυρίζει να κοιτάξει κατά τον τραγουδιστή.

 

                                    ραγιάδες…ραγιάδες…

 

            Ξαναπαίρνει το γύρισμα ο καθηγητής. Μια νέα θλίψη φαρμακωμένη τρισχειρότερα του ποτίζει την ψυχή. Τα χείλια του, τα χέρια, πάγωσαν, τρέμει. Δεν μπορεί άλλο, δεν αντέχει, κόβεται.

            Οι δυο ξένοι, απροσκάλεστοι βολεύτηκαν, κάθησαν στενοχωρημένα, δεν ξέρουν τι να κάνουνε. Τι να πουν.

            Τότε καταφεύγουνε στις φωτογραφίες. Ο πιο νέος βγάνει την οικογένειά του, παιδιά μικρά, μεγάλα, καθισμένα γύρα γύρα σ’ ένα τραπέζι σαν ετούτο.

            Ο άλλος, ο βουβός, που κοιτά μακριά, πέρα από τα προικιάτικα ντουβάρια του σπιτιού της Φωτούλας, ξεκουμπώνει την τσέπη της καρδιάς. Οι φωτογραφίες σωρός χύνονται στο φαντό τραπεζομάντηλο.

            Πρώτο πρώτο το ψηλό κορίτσι με τη σφιχτή πέτσινη ζώνη, τα γελαστά δόντια, τα μαλλιά κρεμασμένα στις πλάτες. Ύστερα ο ηλικιωμένος κύριος και η μεσόκοπη κυρία μαζί μαζί σ’ ένα πάρκο με δέντρα. Και πάλι το κορίτσι με άλλο φόρεμα, άλλη χτενισιά, το ίδιο γέλιο. Ύστερα ένας αεροπόρος με στραφτερή τη ματιά, τη στολή, το παράσημο.

            - Καπούτ, καπούτ, εξηγεί ο χαμογελαστός και η όψη του σοβαρεύει: Άλες καπούτ!

            Τα ποτήρια με τη ρετσίνα που απόμειναν γεμάτα, το παστίτσιο στέκει στα πιάτα απείραχτο.

            Η Φωτούλα αναστενάζει, δακρύζει και δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι της έσφιξε την ψυχή. Είναι η τρομάρα που πήρε καθώς είδε γερμανούς να μπαίνουνε στο σπίτι της ή είναι η λύπηση για τούτους δω τους βομβαρδισμένους – άλες καπούτ – που στρώθηκαν στο τραπέζι της.

            - Αύριο Ρούσλαντ, λέει πάλι ο πιο νέος και δείχνει τον εαυτό του και τον διπλανό μαζί.

            - Ρούσλαντ, κουνούνε τα κεφάλια οι άντρες και δεν ξέρουνε αν λυπούνται ή αν χαίρουνται από την είδηση.

 

                                    ραγιάδες…ραγιάδες…

 

            Σέρνει μια φωνή μεγάλη, άξαφνη, ο καθηγητής και σκύβει και κοιτά την άκρια του τραπεζιού τους δυο στρατιώτες. Θαρρείς περιγελά.

            - ΡούσλαντΡούσλαντ, αποκρίνεται ο γερμανός κι είναι σα να πήρε η μιλιά του το σκοπό, το σύρσιμο του τραγουδιού και λέει: Ραγιάδες…Ραγιάδες!

            Και παρομοιάζει με βαθύ παράπονο ο λόγος του, με θρήνο που βγαίνει απ’ τα φυλλοκάρδια.

            - Ποιος να το ‘λεγε πως είναι κι αυτοί άνθρωποι; κάνει απορημένη η Φωτούλα και ρωτάει με το βλέμμα τη συντροφιά.

            - Ποιος να το ‘λεγε! ποιος να το ‘λεγε!

            Ο άλλος, ο αμίλητος με τα μάτια καρφωμένα στο δικό του όραμα αποξεχάστηκε ολότελα.

            Σηκώνει τις φωτογραφίες, το κορίτσι με το γέλιο, που πνίγηκε όταν πλημμύρισε το καταφύγιο· το μεσόκοπο αντρόγυνο που κομματιάστηκε από μπόμπα και τέλος τον αεροπόρο με το στραφτερό παράσημο. Το αδέλφι το μικρότερο, που βούλιαξε μαζί με το αεροπλάνο τότε στην Δουνκέρκη.

            Τους μετρά, τους εξετάζει, πιάνει κουβέντα μυστική δίχως μιλήματα · κάτι ρωτά, κάτι του λένε όλοι αυτοί στημένοι στη σειρά ακουμπισμένοι στα ποτήρια, στα πιάτα, στο ψωμί.

            Την απόκριση που δίνουνε δεν την ακούει κανείς, όμως θαρρείς κι όλοι σαν κάτι να ψυχανεμίζονται.

            Πέφτει μια σιγαλιά βαρειά, γεμάτη σφίξιμο της καρδιάς υποψία και ταραχή.

            - Τα τσιγάρα μου, πετάγεται ο σωφέρ κι αρχινά να ψάχνει τις τσέπες του, τα τσιγάρα μου…

            Σαλτέρνει βιαστικός, τάχα να φέρει τα τσιγάρα, ξεκρεμά το πανωφόρι, ανοίγει σιγανά και ξεπορτά πατώντας στις μύτες:

            - Αυτοί μέσα θα βρούνε κανένα μεγάλο μπελά, παραμιλάει καθώς κατηφορίζει τρεχάτος, θα βρούνε μπελά, σίγουρα.

           

 

            Την ώρα που η Βαγγελιώ έφερνε νερό, είδε τον ένα γερμανό, το θλιμμένο, αυτόν που είχε στήσει την κουβέντα με τα άσαρκα χαρτιά και τις μορφές του άλλου κόσμου, να ξεκουμπώνει τη θήκη του πιστολιού. Μήτε υποψιάστηκε, μήτε και πρόλαβε να συλλογιστεί, αλλιώς θα του άρπαζε το χέρι, είχε τον καιρό.

            Ο πυροβολισμός ακούστηκε ξερός, διαπεραστικός, η σφαίρα πέρασε αστραπή το μηλίγγι του στρατιώτη και χώνεψε στην οροφή. Το κορμί στάθηκε μια στιγμούλα ίσο, ακίνητο κ’ ύστερα έγειρε κι ακούμπησε στο τραπέζι, ανάμεσα στις απλωμένες φωτογραφίες, τα πιάτα και τα απομεινάρια του γλεντιού.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA