Οι εκβιασταί

του Κώστα Χατζηαργύρη

 

Βρισκόμαστε στα 1936. Το πλυσταριό της κυρα-Πελαγίας ήταν ένα άθλιο κατασκεύασμα με σκεπή τρύπια, σαραβαλιασμένη πόρτα και παράθυρα δίχως τζάμια, ένα οικοδομικό αίσχος με λίγα λόγια, που δυστυχώς χρησίμευε για κατοικία μας. Για πάτωμα είχε κάτι ακανόνιστες πλάκες κι εμείς πάλι είχαμε για στρώμα ένα πελώριο τσουβάλι, γεμισμένο με καλαμποκόφυλλα, αλλά φαίνεται πως είχε τριφτεί πολύ στις πλάκες και λοιπόν άρχισε να υποχωρεί και να σκίζεται ολούθε. Έχασκε απ’ όλες τις μεριές, κάτι αγιάτρευτα ρήγματα που θα μπορούσαν να ρίξουν στην ανησυχία και την πιο ψύχραιμη σκέψη. Στην αρχή έπιασα να διορθώσω την κατάσταση με σπαγκάκια, όλα όμως αποδείχτηκαν ανώφελα. Ώσπου να κλείσω το ένα σκίσιμο άνοιγε καινούργιο, το καταραμένο δεν έπαιρνε από τίποτα. Ένα πρωί τέλος είπα στον συγκάτοικό μου δείχνοντας το τσουβάλι:

-          Νομίζεις λοιπόν, Λαυρέντη, πως θα μας χρησιμέψει για πολύ;

Ο Λαυρέντης, που ήτανε δυο χρόνια μεγαλύτερος και μυαλό θετικό όπως κάθε παλαίμαχος φοιτητής μαθηματικών, θέλησε προτού μιλήσει να βεβαιωθεί με τα ίδια του τα μάτια. Γονάτισε λοιπόν, τάνυσε το τσουβάλι να δοκιμάσει την αντοχή του, κι όταν αυτό σκίστηκε στα δυο αφήνοντας έναν παραπονιάρικο ήχο, γύρισε και είπε:

-          Όλα δείχνουν πως έχεις δίκιο.

Μείναμε σκεφτικοί. Πιάσαμε ο καθένας από μια γωνιά, ξύσαμε δε και το κεφάλι μας για να διευκολύνουμε τη σκέψη. Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθεί μια λύση. Σε λίγο ρωτώ:

-          Βρήκες τίποτα Λαυρέντη;

Αυτός κούνησε το κεφάλι του μ’ έναν τρόπο που καθιστούσε περιττή κάθε συζήτηση. Την ίδια εκείνη στιγμή κάτι το ύποπτο χτύπησε στ’ αυτιά μας. Ήταν ο κρότος που έκαναν στην αυλή τα τσόκαρα της σπιτονοικοκυράς καθώς πλησίαζε στο πλυσταριό. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε τρίζοντας κι ο όγκος της κυρα-Πελαγίας έφραξε το φως. Μας έριξε μια αγριωπή ματιά και είπε:

-          Εδώ μου είστε ακόμα, κοπρίτες;

Εμείς χαμογελάσαμε καλοσυνάτα, δείχνοντας ταπεινά με τούτο πως είμαστε περίπου εδώ.

-          Και πότε θα μου αδειάσετε τη γωνιά; ρώτησε και κόλλησε τις γροθιές στη μέση της σαλεύοντας απειλητικά τους αγκώνες.

Ο Λαυρέντης, που ήτανε πιο ψύχραιμος, της εξήγησε πως ο φετινός χειμώνας ήρθε βαρύτερος από τον περσινό κι όσο για τις προβλέψεις του αστεροσκοπείου, αυτές κατά γενική ομολογία δεν ήτανε καθόλου ρόδινες. Εγώ σ’ αυτό το μεταξύ απόμεινα δειλός και μαζεμένος.

-          Μονάχα τρεις μέρες! φώναξε ορθά κοφτά η κυρά Πελαγία. Αν δε φύγετε σε τρεις μέρες, σας πήρε και σας σήκωσε!

Έκλεισε με βρόντο την πόρτα κι έφυγε. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα λεπτά για να ξαναβρώ την ψυχραιμία μου και να καλέσω τον Λαυρέντη σε συζήτηση. Για την ακρίβεια μάλιστα άρχισα και να θυμώνω. Χτύπησα το πόδι μου στις πλάκες και είπα.

-          Λαυρέντη, να βρεις γρήγορα μια λύση. Δεν υποφέρω άλλο!

Ο Λαυρέντης δεν αποκρίθηκε. Αμόλησε μια βλαστήμια, που δεν μπορώ να γράψω γιατί ήτανε βαριά, κι έκοψε μια κλωτσιά στο στρώμα, έτσι που τα καλαμποκόφυλλα τινάχτηκαν στον αέρα. Σκέφτηκα τότε αμέσως ότι μια και το τσουβάλι δεν άξιζε πια τίποτα, παρουσιαζότανε μια καλή ευκαιρία να ξεσκάσω κι εγώ λιγάκι. Το κλώτσησα λοιπόν κι εγώ μ’ όλη μου τη δύναμη και μάλιστα φρόντισα να βλαστημήσω, αλλά όχι τόσο βαριά όπως ο Λαυρέντης. Αφού τέλος ξεθυμάναμε κι οι δυο, πιάσαμε ο καθένας από μια γωνιά να σκεφθούμε με την ησυχία μας για τίποτα λύσεις.

Δεν ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν ο Λαυρέντης, η δική μου σκέψη όμως είχε αγριέψει πολύ. Όσο δειλός φαινόμουνα μπροστά στα πράματα, τόσο γενναίος ήμουνα στις ιδέες. Τα είκοσι δύο μου χρόνια με τροφοδοτούσαν συνεχώς με μια ορμή, που πότε με μίσος εκδηλωνόταν και πότε με αγάπη, πάντοτε όμως σε στίχους. Μπορούσα να απαρνηθώ τα πάντα, αλλά τους στίχους ποτέ, γιατί όπως επανειλημμένα υποπτεύθηκα, αποτελούσαν την ουσία της ζωής μου. Δεν περνούσε μέρα που να μη γράψω μερικές σελίδες, δραματικές σελίδες, αλλά και σελίδες λυρικές που συναγωνίζονταν με επιτυχία τις δραματικές σε βαθμό που δίσταζα να βεβαιώσω τι ακριβώς ήμουνα κατά βάθος. Κάποτε μάλιστα ζήτησα και τη γνώμη του Λαυρέντη, βάζοντας καθαρά μπροστά του το ερώτημα:

-          Τι ακριβώς είμαι κατά τη γνώμη σου επιτέλους; Λυρικός ή δραματικός; Και εάν μόνο δραματικός ή μόνο λυρικός, τότε πώς εξηγείς την επίδοσή μου και στα δύο;

Ο Λαυρέντης όμως, μυαλό απελπιστικά θετικό, είχε την αδυναμία να θεωρεί άχρηστη κάθε ποίηση και φυσικά δεν έκανε εξαίρεση ούτε για μένα. Έπιασε να καθαρίσει τα νύχια του και μ’ άφησε χωρίς απάντηση. Ευτυχώς που δε θύμωνε εύκολα κι έτσι μπόρεσα να τον βρίσω με την ησυχία μου. Αυτό το προτέρημα της ηρεμίας που εκ γενετής είχε ο Λαυρέντης, με βοηθούσε πολύ να δίνω διέξοδο στην ορμητική μου φύση κι ήτανε ίσως μια βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της φιλίας και συγκατοικίας μας. Διαφορετικά θα με είχε τσακίσει στο ξύλο εκατό φορές, δυστυχώς ήταν δυνατότερος ο μασκαράς. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι στα πρακτικά ζητήματα δεν του παράβγαινε κανένας. Αν είχαμε κάποια στέγη, σ’ αυτόν οφειλόταν. Και τώρα που κινδυνεύαμε να τη χάσουμε, πάλι αυτός θα ‘βρισκε τη λύση. Από μένα δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα, εγώ ήμουνα ποιητής και πέραν τούτου δεν μπορούσα να προσφέρω τίποτ’ άλλο. Το ζήτημα της στέγης λοιπόν, όπως και κάθε άλλο ζήτημα φύσεως οικονομικής, άνηκε στη σφαίρα της ειδικότητας του Λαυρέντη.

-          Λοιπόν Λαυρέντη; Προχωρείς ή δε βρίσκεις τίποτα;

-          Κάτι θα γίνει, είπε συλλογισμένος.

-          Έτσι πιστεύω κι εγώ. Αλίμονο πια αν ούτε κι εσύ δεν τα βγάλεις πέρα. Να σε βοηθήσω;

-          Λέγε.

-          Προτείνω να καταφύγουμε στη Μαίρη. Μην ξεχνάς την αδυναμία που της έχει η μάνα της.

Ήτανε δε η Μαίρη κόρη της σπιτονοικοκυράς, ξανθή και δεκαοχτώ χρονών. Ο Λαυρέντης έξυσε το κεφάλι του. Με κοίταξε με οίκτο κι είπε μόνο πως η αχλάδα πέφτει κάτω από την αχλαδιά. Αχλάδα λέγοντας βέβαια εννοούσε τη Μαίρη και αχλαδιά τη μάνα της. Εγώ όμως πειράχτηκα με τούτη την παρομοίωση. Η λέξη «αχλάδα» χτυπούσε άσχημα, δεν ταίριαζε σ’ ένα κορίτσι με μάτια καθαυτό γαλανά.

-          Λαυρέντη, το παρακάνεις, του είπα. Είναι το λιγότερο χοντροκοπιά να μου λες τώρα τη Μαίρη αχλάδα.

-          Χμ! έκανε αυτός. Αν περιμένεις από μέρους της τίποτα, πάτησες την πίτα. Δεν το ξέρεις τάχα πως ξετρελάθηκε με το φοιτητή;

Κάθε άλλο βέβαια παρά συμφώνησα μαζί του. Ποτέ δεν θ’ ανεχόμουνα τη Μαίρη ξετρελαμένη μ’ έναν φοιτητή θεολογίας, που τον έλεγαν Ναπολέων και που στάθηκε η αιτία να καταλήξουμε στο πλυσταριό. Παρουσιάστηκε ο κύριος ένα καλό πρωί γυρεύοντας δωμάτιο και η κυρά Πελαγία έκρινε καλό να του προσφέρει το δικό μας. Εμείς βέβαια προτάξαμε αμέσως τις αντιρρήσεις μας, της ζητήσαμε να λογικευθεί. Αυτή όμως αγρίεψε και είπε:

-          Σκάστε! Πληρώστε πρώτα τα τρία νοίκια που μου χρωστάτε κι ύστερα μιλήστε.

Τότε πια σκεφθήκαμε πως δεν έπρεπε να δημιουργήσουμε ζήτημα, η ανατροφή μας δεν μας επέτρεπε να καταφύγουμε σε καυγάδες. Κρατήσαμε τη θέση μας και μετακομίσαμε στο πλυσταριό. Να όμως που έρχεται τώρα ο Λαυρέντης και λέει ότι αυτός ο φοιτητής και η Μαίρη… Ποτέ!

-          Λαυρέντη είσαι συκοφάντης! Εάν όχι, εμπρός, φέρε μου αποδείξεις. Δεν μπορείς εσύ, κύριε, να διασύρεις μια κοπέλα και να μπήγεις το μαχαίρι του πόνου σε μια ευαίσθητη ψυχή. Τι κι αν μετανιώσεις σε λίγο; Να τη βράσω εγώ τη μετάνοιά σου!

-          Και ποιος σου λέει πως θα μετανιώσω; είπε αυτός και αντί να στραφεί στη μεταμέλεια που περίμενα, άρχισε τις αποδείξεις ο τρελός.

Εδώ ακριβώς άρχισε ο καυγάς. Δεν του ‘δωσα τον καιρό να προχωρήσει, άνοιξα το στόμα του και τον πέρασα γενεές δεκατέσσερις. Μπροστά στο μετάλλο της φωνής μου το βούλωσε αμέσως, ήτανε το μόνο που μπορούσε πια να κάνει. Και να ‘λεγε κάτι, δε θα τα ‘κουγε ούτε ο ίδιος, τέτοια πλούσια φωνή μου είχε δωρίσει η φύση. Εγώ όμως δεν αρκέστηκα μόνο σ’ αυτό. Κάποια στιγμή του άρπαξα το πέτο του σακακιού του και μέσα στην ορμή μου το κούνησα πέρα δώθε, αλλά και κατακόρυφα, ώσπου το ψήλωσα μέχρι τη μύτη του σχεδόν. Κι αν τράβηξα το χέρι μου από το πέτο του, το ‘κανα γιατί κινδύνευε να σκιστεί. Όλα μπορούσε να τα δεχτεί ο Λαυρέντης, να του προξενήσουν όμως υλική ζημιά δεν το σήκωνε με κανένα τρόπο. Δεν το ‘χε για τίποτα να σηκώσει το χέρι του και… Το είπαμε, ήταν δυνατότερος. Κοντολογίς, είχα βρει όλα τ’ αδύνατα σημεία του και τον έπαιζα στα δάχτυλα. Περί το τέρμα του καυγά λοιπόν, ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η Μαίρη. Παράτησα τον Λαυρέντη στα χάλια του κι έσιαξα τα μαλλιά μου. Λύγισα ευγενικά το κορμί μου και ρώτησα:

-          Πώς βαδίζει η υγεία σας, μανμουαζέλ;

-          Καλά, αποκρίθηκε αυτή. Αλλά φρόντισε να κάνετε λιγότερο θόρυβο, ο Ναπολέων δεν μπορεί να μελετήσει. Τι έχετε κι όλο τσακώνεστε; Ξέρετε, σε πέντε μήνες δίνει εξετάσεις.

Και πρόσθεσε με κρυφή χαρά:

-          Εξετάσεις επί διπλώματι.

Ο Λαυρέντης ξερόβηξε με νόημα. Του ‘ριξα ένα καυστικό βλέμμα και στράφηκα στη Μαίρη.

-          Ας εξετάσουμε προσεχτικά το ζήτημα, μανμουαζέλ Μαίρη. Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνο που τον εμποδίζει να ετοιμαστεί για τις εξετάσεις του είναι ο θόρυβος; Μάλλον ζήτημα ευφυΐας είναι στη μέση και απορώ πώς εσείς τουλάχιστο, μια τόσο ωραία κοπέλα, δεν το ‘χετε καταλάβει.

Ο Λαυρέντης έβηξε όπως και πρώτα, αλλά με μεγαλύτερη σημασία. Άναψα αμέσως και του φώναξα:

-          Τι θέλεις να πεις; Βρίσκεις πως έχω άδικο; Λοιπόν σου λέω τούτο: εγώ στη θέση του θα είχα πάρει το δίπλωμα προ διετίας τουλάχιστο. Σπουδαίο δίπλωμα κι αυτό της θεολογίας! Πφ!... Εγώ, αγαπητέ, δεν είμαι Ναπολέων.

-          Φυσικά. Εσύ είσαι πιο βλάκας απ’ αυτόν, είπε ήσυχα.

Δεν του το χάρισα καθόλου και μάλιστα με βοήθησε και η Μαίρη. Συμφώνησε κι αυτή μαζί μου πως αν ήταν βλάκας κάποιος από τους τρεις μας, αυτός κατά λογική συνέπεια έπρεπε να είναι ο Λαυρέντης. Όταν όμως η συζήτηση πήγε μακρύτερα και γυρέψαμε τον πιο έξυπνο από τους τρεις βρέθηκα στην ανάγκη να διαφωνήσω μαζί της. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παραδεχτεί εμένα, στεκότανε με πείσμα στην άποψή της, ότι δηλαδή ο Ναπολέων ήταν. Αλλά κι εγώ δεν είχα τρελαθεί να το παραδεχτώ. Παρουσίασα επιχειρήματα, επικαλέστηκα τη λογική, πλην όμως όλα πήγανε στο βρόντο. Το πείσμα της δε λεγόταν. Όπου σε μια στιγμή με κυρίεψε ο θυμός και της πέταξα κατά πρόσωπο πως ο καλός της ο Ναπολέων ήτανε κουτός σαν τα λάχανα. Συμπλήρωσα δε με το γνωστό μου σαρκασμό:

-          Σαν τα λάχανα σας είπα; Λάθος. Τα λάχανα είναι φωστήρες μπροστά του.

Τότε η Μαίρη με είπε βλάκα κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα με θυμό. Σε λίγο γυρίζω και λέω στον Λαυρέντη:

-          Της τα ‘ψαλα για καλά.

-          Το είδα, είπε άκεφα αυτός. Αλλά τώρα δε θα μείνουμε ούτε τρεις μέρες εδώ μέσα. Μην ξεχνάς την αδυναμία που της έχει η μάνα της.

-          Λες να μεσολαβήσει; Δε θα το περίμενα ποτέ από μέρους της.

Ο Λαυρέντης έκοψε μια βόλτα και μουρμούρισε:

-          Ήταν ανάγκη, βρε χαλβά, να της βρίσεις τον Ναπολέων;

-          Είχα γίνει έξω φρενών, αλλά της χρειαζόταν. Ή μήπως δεν συμφωνείς; Πες μου την αλήθεια, Λαυρέντη, τον βρίσκεις πιο έξυπνο από ‘μένα;

Ο Λαυρέντης πήγε στο παράθυρο ψιθυρίζοντας κάτι. Δεν άκουσα τι, αλλά στη θέση που βρισκόμουνα προτίμησα να καταλήξω πως συμφωνούσε μαζί μου.

-          Και να δεις που δεν είναι καθόλου όμορφος, είπα σε λίγο. Έχει κάτι μάτια κρύα σαν πέτρες. Εγώ, Λαυρέντη, τι να σου πω; Αν ήμουνα κορίτσι, δεν θα τον ήθελα με κανένα τρόπο. Εσύ;

-          Φεύγει, λέει ο Λαυρέντης και τραβιέται με προφύλαξη από το παράθυρο.

-          Ποιος φεύγει;

-          Σώπα και άκου. Η κυρά Πελαγία φεύγει. Αν το πετύχω αυτό που σκέφτομαι, σωθήκαμε για καλά. Περίμενέ με.

Βγήκε στην αυλή πατώντας στις μύτες. Μ’ άρπαξαν αμέσως οι υποψίες. Τι σχεδίαζε ο Λαυρέντης και γιατί περπατούσε στις μύτες; Έριξα ένα βλέμμα από το παράθυρο και τον είδα να πλησιάζει με προφύλαξη στην πόρτα της κουζίνας.

-          Λαυρέντη! του φώναξα. Αν κάνεις καμιά κακή πράξη, δε θα σου το συγχωρήσω ποτέ!

Αυτός αμόλησε ένα πνιγμένο «σκάσε» κι έπιασε το χερούλι της πόρτας.

-          Λαυρέντη, είμαι τίμιος! Ξαναφώναξα, αλλά ήτανε πια αργά.

Ο Λαυρέντης είχε χαθεί μέσα στο σπίτι. Ρίχτηκα σε μια γωνιά σακατεμένος από υποψίες. Και υποψίες όχι δίχως βάση θεωρητικώς. Είχα το σοβαρό δεδομένο ότι ποτέ ποιητής δεν κατέληξε στο έγκλημα, ο Λαυρέντης όμως δεν ήταν ούτε κατά διάνοιαν ποιητής. Άρα; Μπορούσα να αποκλείσω τίποτα; Ο πηγαίος αυτός συλλογισμός άρχισε να παίρνει μέσα μου διαστάσεις βεβαιότητας.

-          Λαυρέντη! φώναξα μέσα στην ταραχή μου.

Η φωνή μου μου ‘κανε καλό. Συνήρθα λίγο. Το υπόλοιπο διάστημα ως το γυρισμό του το πέρασα πιο ήσυχα. Από τη στιγμή όμως που γύρισε κι έμαθα τι σήμαιναν όλα τούτα, βυθίστηκα σαν κουρέλι στην απελπισία. Ο ανοικτήρμονας αυτός μου είπε κατά λέξη:

- Σωθήκαμε! Ο καλός μας ο Ναπολέων την έχει καθισμένη στα γόνατά του κι αυτή πια κοντεύει να λιποθυμήσει. Τους είδα από την κλειδαρότρυπα. Ακολούθα με λοιπόν και πάμε να τους πιάσουμε. Έτσι θα τους έχουμε στο χέρι και θα τους βάλουμε να βολέψουν αυτοί το λογαριασμό μας με την κυρα-Πελαγία. Να περπατάς σιγά.

Τον ακολούθησα με παραλυμένη ψυχή και φτάσαμε στην πόρτα του Ναπολέων.

-          Σκύψε και δες, μου ψιθυρίζει.

-          Δεν αντέχω να το κάνω, είπα κι ήμουνα του πεθαμού.

-          Τότε τραβήξου να δω πού βρίσκονται τα πράματα.

Έσκυψε στην κλειδαρότρυπα και κοίταξε. Την ίδια όμως εκείνη στιγμή τον άρπαξα και τον τράβηξα πέρα.

-          Δεν σου το επιτρέπω! είπα πνιχτά. Μονάχα εγώ έχω το δικαίωμα.

Έσκυψα σακατεμένος και κοίταξα. Προτιμότερη μια σφαίρα στο κάθε μου μάτι. Ξεθεωμένοι κι οι δυο από ηδονή… δεν περιγράφεται. Μπροστά στα ίδια μου τα μάτια, χωρίς έλεος… Παράτησα την κλειδαρότρυπα με την κόλαση στην καρδιά και πετάχτηκα στην κουζίνα. Ο Λαυρέντης ήρθε πίσω μου.

-          Είδες; μου λέει. Δεν πρέπει όμως να φερθούμε και πολύ πρόστυχα. Θα τους αφήσουμε να τελειώσουν κάπως κι ύστερα τους πιάνουμε.

Και συμπλήρωσε σκεφτικός:

-          Φαίνεται πως υπάρχει θεός. Μπορεί μάλιστα να οικονομήσουμε και κανένα στρώμα.

Ερείπιο σωστό εγώ στέκομαι κοντά στο νεροχύτη δίπλα σε δυο μάτσα καρότα ερεθιστικά κόκκινα. Και ψιθυρίζω σαν ετοιμοθάνατος:

-          Περίμενες εσύ, Λαυρέντη, τέτοια ανηθικότητα στην εποχή μας;

Αλλά ο ασυγκίνητος εκείνος Λαυρέντης μου αποκρίθηκε:

-          Μην ανακατώνεις αισθήματα στη δουλειά, γιατί σε πήρε και σε σήκωσε. Αν χρειαστεί, μάλιστα, θα σου δώσω και σκαμπίλι. Πρόσεξε!

-          Όχι, Λαυρέντη, δεν το λέω για τη Μαίρη, πίστεψέ με. Αυτή η πρόστυχη μου είναι αδιάφορη σαν αχλάδα και τα μάτια της δεν ήτανε ποτέ καθαυτό γαλανά. Αυτός όμως, ένας φοιτητής θεολογίας, να δίνει το παράδειγμα; Διασύρει τη θρησκεία μας, κάτι πρέπει να κάνουμε λοιπόν και μάλιστα έχουμε χρέος να ειδοποιήσουμε τη μάνα της. Είναι μικρό κορίτσι…

-          Άσε τα κηρύγματα και πάμε, είπε αυτός και με τράβηξε μέσα.

Τον ακολούθησα τσακισμένος και φτάσαμε στην πόρτα του Ναπολέων. Ρίχνει τότε ο Λαυρέντης μια ματιά στην κλειδαρότρυπα, ανοίγει, κι εμείς οι δυο βρισκόμαστε ξαφνικά στον τόπο του μαρτυρίου μου. Οι δυο ερασταί βρίσκονται σε κόσμια θέση, μα ωστόσο αρκετά ταραγμένοι. Η Μαίρη μάλιστα ήτανε παράξενα κόκκινη. Μας έριξε ένα πύρινο βλέμμα, όπου για μια ακόμη φορά διαπίστωσα ο δύστυχος εγώ πως τα μάτια της ήτανε καθαυτό γαλανά.

-          Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Ναπολέων με μια φωνή που πάσχιζε να την κάνει σταθερή.

Εγώ ένιωσα τύψεις για την ακατονόμαστη διαγωγή μας, ο Λαυρέντης όμως, που ήτανε ανήθικος μέχρι το κόκαλο, πήρε το λόγο και είπε:

-          Κυνηγούσαμε ένα κουνούπι, αλλά το παιχνιδιάρικο ήρθε και χώθηκε στην κλειδαρότρυπα της πόρτας σου. Όταν σκύψαμε λοιπόν να το δούμε, είδαμε κάτι άλλο.

Ο Ναπολέων συγκεντρώθηκε.

-          Είδατε… Τι είδατε; Να μου πείτε τι είδατε.

Πριν ο Λαυρέντης μιλήσει, η Μαίρη βγήκε ταραγμένη από το δωμάτιο. Εμένα η καρδιά μου δε βάστηξε και φώναξα:

-          Λαυρέντη, κινδυνεύεις να κάνεις μια κακή πράξη!

Μα ο Λαυρέντης δε μου ‘δωσε προσοχή. Γύρισε στον Ναπολέων και τον βεβαίωσε πως το κουνούπι θα ‘πρεπε να ‘χει πεθάνει από ντροπή, ύστερ’ απ’ όσα είδε μέσα στο δωμάτιο. Ο Ναπολέων σκέφτηκε λίγο και ρώτησε:

-          Πότε ακριβώς μπήκε το κουνούπι στο δωμάτιο;

Ο Λαυρέντης του εξήγησε ότι αυτό έγινε πριν από δέκα λεπτά περίπου. Ο Ναπολέων συννέφιασε. Έξυσε το σαγόνι του και ρώτησε κοιτάζοντας εμένα:

-          Και τώρα τι θέλετε;

Έχασα το χρώμα μου και ψιθύρισα:

-          Συγχωρήστε μας…

Την ίδια όμως εκείνη στιγμή το κεφάλι μου βρόντηξε και μου ‘ρθε ζαλάδα. Ο Λαυρέντης μου είχε καταφέρει ένα σκαμπίλι φοβερό. Και πριν λάβω τον καιρό να συγκεντρωθώ, μ’ άρπαξε από το γιακά και με πέταξε έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με βρόντο και χρειάστηκα κάμποσα λεπτά για να συνέρθω. Το πρώτο που σκέφτηκα τότε ήταν να τρέξω και να ξεπληρώσω το χαστούκι, αλλά η φρόνηση επικράτησε στο τέλος και κάθισα ήσυχα. Μπορούσε αξιόλογα ο Λαυρέντης να μου δώσει ένα δυνατότερο, ναι, η φύση δημιούργησε τα πράματα ανάποδα. Έδωσε μυϊκή δύναμη στους ανήθικους και σε ‘μένα τον ηθικό αισθήματα και δάκρυα…

Με πήρε το παράπονο. Ορίστε σε τι λαμπρή εποχή ζούμε! Χαστουκίζουν έναν ποιητή κι αυτός δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Σε ποιον ν’ ανοίξει την καρδιά του; Στη Μαίρη τους; Α, την πρόστυχη! Πήγε και με θυσίασε γι’ αυτόν τον τενεκέ της θεολογίας, αλλά θα μου το πλήρωνε ακριβά. Την άλλη μέρα κι όλας θα ‘βαζα μπροστά το μεγαλύτερο μέχρι τότε έργο μου, το σαρκαστικό ποίημα ο Έρωτας της Γίδας. Θα την παρέδινα δια της τέχνης στον αιώνιο σαρκασμό ζώντων και μεταγενέστερων. Σαράντα σελίδες θα ‘γραφα, ίσως και περισσότερες, αλλά λιγότερη ούτε μία. Όσο για το φοιτητή, χα χα! Αυτός θα την είχε ακόμα πιο άσχημα. Κι ένα μικρό παιδί θα μπορούσε να μαντέψει ποιον ακριβώς θα υπονοούσα με τον «ευσεβή τράγο», τον ανεκδιήγητο αυτόν πρωταγωνιστή της σαρκαστικής δημιουργίας ο Έρωτας της Γίδας. Ούτε ινδικά φίδια δε θα τους έζωναν τόσο σφιχτά και φαρμακερά, όσο οι στίχοι μου…

Αφέθηκα στη φαντασία μου, απολαμβάνοντας την εκδίκησή μου. Θα πέρασαν έτσι και δέκα λεπτά. Κάποια στιγμή παρουσιάστηκε μπροστά μου ο Λαυρέντης, κουβαλώντας στην πλάτη του ένα στρώμα.

-          Εσύ θα φορτωθείς το πάπλωμα, μου λέει.

Γυρίζει δε προς το δωμάτιο του Ναπολέων και φωνάζει:

-          Ναπολέων, φέρε το πάπλωμα.

Πράγματι, ο Ναπολέων ήρθε και μου φόρτωσε ένα πάπλωμα.

-          Θα λογαριαστούμε Μαμωνάδες, μουρμούρισε μέσα στα δόντια του.

Τον κοίταξα τότε σα να ήτανε μύγα και τον έλουσα πατόκορφα μ’ ένα πύρινο γέλιο γεμάτο δηλητήριο. Ύστερα στυλώθηκα μπροστά του και είπα:

-          Αλίμονό σου, τενεκέ! Καμιά δύναμη στον κόσμο δεν σε σώζει από την εκδικήτρα πένα μου.

Γύρισα κι έφυγα.

 

*   *

 *

 

Το πάπλωμα και το στρώμα μας χάρισαν ευτυχίες ξεχασμένες από καιρό. Ο ύπνος μας έγινε ζεστός και γλυκός, δεν ξυπνούσαμε πια με πιασμένες πλάτες. Η αλήθεια όμως είναι πως η δική μου ευτυχία δεν ήτανε σαν του Λαυρέντη. Αυτουνού τον ύπνο δεν τον έκοβε κανένας εφιάλτης, ενώ το δικό μου… Αλίμονο! Πάνω στο ίδιο εκείνο στρώμα είχανε συμβεί όσα με τα ίδια μου τα μάτια είχα δει να συμβαίνουν. Τα έβλεπα καταλεπτώς στον ύπνο μου και πεταγόμουνα σαν θηρίο. Στην αρχή κόντευα να τρελαθώ. Με τον καιρό βέβαια ησύχασα κάπως, άλλωστε ο Έρωτας της Γίδας προχωρούσε καλά. Και όσο προχωρούσε, τόσο και γαλήνευε η ψυχή μου χορτασμένη από εκδίκηση. Στο μεταξύ το πλυσταριό είχε γίνει ένας πρώτης τάξεως δωμάτιο. Σε πολλά μέρη της σκεπής μπήκανε καινούργια κεραμίδια, η σκεβρωμένη πόρτα ροκανίστηκε για να κλείνει καλά και στο παράθυρο τοποθετήθηκαν τζάμια, εκεί που άλλοτε κολλούσαμε με ζυμάρι χασαπόχαρτα. Όσο για το νοίκι, η ίδια η κυρα-Πελαγία μας είπε μια μέρα:

-          Τώρα ναι, μπορείτε να καθίσετε όσο θέλετε. Ο Ναπολέων πληρώνει. Τρελάθηκε φαίνεται…

Κάθε άλλο βέβαια παρά είχε τρελαθεί ο Ναπολέων. Ήξερε καλά πως αν δεν πλήρωνε, θα πήγαινε χαμένος. Αυτοστιγμεί το πρόστυχό του μυστικό θα γινότανε γνωστό στην κυρά Πελαγία και σ’ όλη τη γειτονιά. Ναι, ο τενεκές αυτός έδειχνε αρκετή φρόνηση. Εγώ όμως είχα το δυστύχημα να γεννηθώ ηθικός, κι αυτό με πότιζε αρκετές πίκρες. Δεν μπορούσα ν’ αποφύγω τις τύψεις βλέποντας τη σωτηρία μας να στηρίζεται σ’ έναν ανήθικο εκβιασμό. Ούτε μπορούσα όμως και να γίνω στα καλά καθούμενα ηθικός, γιατί τότε αντίο πάπλωμα και στρώμα, αντίο πλυσταριό και ευτυχία. Βρέθηκα με λίγα λόγια σ’ ένα δίλημμα σοβαρό, από το οποίο τελικά βγήκα ως εξής: κάλεσα τον Λαυρέντη σε συζήτηση και του είπα:

-          Είναι φοβερό να πέφτει ένας νέος στην ανηθικότητα, αλλά εσύ δεν έχεις το θεό σου, όργανο του υλισμού. Και άγιο ακόμα θα μπορούσες να διαφθείρεις, όχι εμένα, που, επιτέλους, είμαι ένας άνθρωπος με αδυναμίες. Τέλος, θέλω να σου πω τούτο: αυτό που γύρευες το κατόρθωσες, μ’ έκανες και μένα ανήθικο. Αν, ο μη γένοιτο, όμως, υπάρχει θεός και μας κρίνει μια μέρα, Λαυρέντη, ξέρε το: φέρνεις ακεραία την ευθύνη.

Ο Λαυρέντης με βεβαίωσε πως θα πάρει πρόθυμα όλη την ευθύνη, κι έτσι μπορώ να πω πως ησύχασα κάπως.

 

*   *

*

 

Ένα πρωινό του Γενάρη ο Λαυρέντης ξύπνησε με συνάχι. Ρώτησα αν θέλει να τον τρίψω με οινόπνευμα, αλλά οινόπνευμα δεν είχαμε ποτέ κι έτσι το ζήτημα αυτό δεν προχώρησε. Ντύθηκε συλλογισμένος και είπε:

-          Χρειάζεται μαγκάλι.

Συζητήσαμε αμέσως για να βρούμε πόσο κόστιζε το μαγκάλι και καταλήξαμε πως όσο και να κόστιζε ήτανε το ίδιο, αφού δεν είχαμε σκοπό να ξοδέψουμε ούτε δεκάρα για μια τέτοια πολυτέλεια. Τα λιγοστά μας χρηματάκια μόλις έφταναν για την απαραίτητη τροφή μας. Κοιταχτήκαμε λοιπόν με σημασία και χωρίς άλλη κουβέντα ξεκινήσαμε κι οι δυο για το δωμάτιο του Ναπολέων. Τον βρήκαμε να διαβάζει την Ιστορία της Φιλοσοφίας.

-          Μήπως ξέρεις πόσο κοστίζει ένα μαγκάλι; ρώτησε ο Λαυρέντης χωρίς περιστροφές.

Ο Ναπολέων έκλεισε το βιβλίο και μας κοίταξε προσεχτικά.

-          Ποτέ! φώναξε και τινάχτηκε όρθιος. Να σας αγοράσω και μαγκάλι; Όχι, μα τους αγίους όλους, δεν τρελάθηκα ακόμα!

Σχεδόν τρόμαξα, τόσο άσχημα είχε θυμώσει ο παλιοφοιτητής. Ο Λαυρέντης όμως δεν έχασε καθόλου την ψυχραιμία του. Τον άκουσε ήσυχος και του εξήγησε πως εκτός από μαγκάλι επιθυμούσαμε και μια οκά κάρβουνα κάθε μέρα. Τελείωσε δε με τούτα τα λόγια:

-          Εσένα, Ναπολέων, ο πατέρας σου έχει τρεις χιλιάδες πρόβατα, ενώ εμείς δεν έχουμε ούτε πατέρα. Το ξέρεις πως είμαστε ορφανοί;

Αντί να συγκινηθεί με την ορφάνια μας ο ψευτοθεολόγος, θύμωσε ακόμα πιο πολύ. Μας έβρισε πρώτα καλά κι ύστερα μας συμβούλεψε ν’ αρκεστούμε στο πάπλωμα και στο στρώμα και να παρατήσουμε αυτά τα τρελά όνειρα για το μαγκάλι.

-          Μην παρατραβάτε το σκοινί γιατί υπάρχουν όρια! φώναξε στο τέλος και μας γύρισε την πλάτη.

Τότε ο Λαυρέντης στρέφεται σε μένα και λέει:

-          Δεν είναι ζωή αυτή, βαρέθηκα πια. Πήγαινε να φωνάξεις την κυρά Πελαγία.

Τα μαγικά τούτα λόγια έδωσαν τη λύση. Ο Ναπολέων τινάχτηκε σα να του μπήξανε καρφίτσα. Προς στιγμήν κυριεύτηκε από ένα φοβερό θυμό, πήγε μάλιστα να τον εκδηλώσει ο τρελός, με χειροδικία πιθανόν, αλλά ευτυχώς γι’ αυτόν η λογική επικράτησε μέσα του. Κατέβασε το υψωμένο χέρι του, ξέσφιξε τη γροθιά του και είπε νικημένος:

-          Θα γίνει… Θα σας αγοράσω και μαγκάλι…

Τόσο ο Λαυρέντης όσο κι εγώ δείξαμε στην περίπτωση αυτή έναν ανώτερο πολιτισμό. Αποφύγαμε να πάρουμε ύφος νικητή, μολονότι τον είχαμε νικημένο μπροστά μας. Μιλήσαμε κάτι για τον καιρό κι όταν η πρώτη εντύπωση πέρασε, ο Λαυρέντης τον πλησίασε διακριτικά και είπε:

-          Για τα κάρβουνα που λέγαμε, όχι περισσότερα από μια οκά.

Συμπλήρωσε δε μ’ ένα ευχάριστο χαμόγελο, καθόλου υπεροπτικό:

-          Ούτε όμως και λιγότερα.

Μια σκιά φρίκης πέρασε από την όψη του Ναπολέων. Ο Λαυρέντης αναστέναξε σιγά και του είπε με κατανόηση:

-          Σε πειράζει, το βλέπω. Προσπάθησε να μην τον σκέφτεσαι. Άλλωστε, το καταλαβαίνεις και μόνος σου, άλλη λύση δεν υπάρχει.

Ευχαριστήσαμε, χαιρετήσαμε και φύγαμε.

Αποκτήσαμε λοιπόν και μαγκάλι. Τα κάρβουνα μας έρχονταν ταχτικά με το παιδί του καρβουνιάρη κι ο Λαυρέντης που τα ζύγιζε τις πρώτες μέρες τα ‘βρισκε σωστά. Το πολύ να έλειπαν λίγα δράμια από την οκά, παραβλέψαμε όμως και δε δημιουργήσαμε ζήτημα. Αλλά τη δεύτερη βδομάδα η κατάσταση άλλαξε άρδην. Το ζύγι, ναι, ήτανε σωστό, η ποιότητα όμως όσο πήγαινε χειροτέρευε. Τα κάρβουνα γινόντανε λιγνά σαν τσάκνα και κατάληξε το πράμα να παραλαβαίνουμε τριακόσια δράμια καρβουνόσκονη κι εκατό κάρβουνα. Ένα πρωί μάλιστα βρήκαμε τρία ξυλοκάρβουνα. Ο μικρός του καρβουνιάρη που ανακρίθηκε από τον Λαυρέντη, έβγαλε πολλά σκοτεινά στη μέση. Απ’ ό,τι μπορέσαμε να του αποσπάσουμε, φτάσαμε στο συμπέρασμα πως ούτε ο καρβουνιάρης έφταιγε. Ο καθ’ όλα τίμιος αυτός βιοπαλαιστής και πατέρας μιας ωραιοτάτης κόρης, δεν ήταν ένοχος νοθείας, εκτελούσε απλούστατα εντολές άλλου.

Χωρίς καθυστερήσεις παρουσιαστήκαμε στον Ναπολέων και απαιτήσαμε να εξηγηθεί αμέσως. Γιατί τριακόσια δράμια καρβουνόσκονη; Και τα τρία ξυλοκάρβουνα τι σήμαιναν; Κοντολογίς του ζητήσαμε να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Ο Ναπολέων όμως έκανε τον ανήξερο. Ο κυνισμός του ανθρώπου αυτού δεν είχε όρια. Έχωσε τους αντίχειρες στις μασχάλες του γιλέκου του, με τα άλλα δάχτυλα έπαιξε πιάνο στο στήθος του και μας πέταξε στην ιταμή δήλωση πως η υπόθεση της καρβουνόσκονης δεν τον ενδιαφέρει, εφόσον είχε κάνει το χρέος του.

-          Μήπως δεν είναι σωστό το ζύγι; ρώτησε με ειρωνεία.

Από πού λοιπόν αντλούσε το θάρρος και μας μιλούσε έτσι; Πού στηριζότανε; Την ίδια αυτή σκέψη πρέπει να έκανε κι ο Λαυρέντης, γιατί τον είδα να σμίγει συλλογισμένος τα φρύδια του και να συγκεντρώνεται. Σε λίγο του είπε:

-          Τι ακριβώς συμβαίνει με σένα; Ξεχνάς ότι μπορώ αυτή τη στιγμή να φωνάξω την κυρα-Πελαγία; Εκτός αν επιδιώκεις την καταστροφή σου…

-          Χα χα! έκανε ο Ναπολέων και μια απαίσια εκδίκηση έλαμψε στα μάτια του, εκδίκηση ανάρμοστη για ένα σπουδαστή της θρησκείας της αγάπης. Χα χα! Ωραία μου τα λες! Ξεχνάς όμως πως η δική μου καταστροφή θα είναι και δική σου; Τότε πια θ’ αναγκαστώ να την παντρευτώ και θ γράψω τις απειλές σου στα παλιά μου τα παπούτσια. Θα σου πάρω με τα ίδια μου τα χέρια το στρώμα και το πάπλωμα, χώρια που θα βγεις με τις κλωτσιές από το πλυσταριό. Εμπρός! Άμα σου βαστάει κάνε τίποτα!

Ώστε αυτού στηριζότανε; «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων», δηλαδή. Τέτοιο πράμα, όχι, δεν το περιμέναμε. Μας εξεβίαζε μ’ έναν αναίσχυντο τρόπο, κραδαίνοντας μπροστά σε δυο ανύποπτες και ταραγμένες ψυχές την απειλή του γάμου του. Ο ωραίος κοινωνικός και θρησκευτικός θεσμός του γάμου, το βάθρο αυτό της ευτυχίας και αντικείμενο απεριόριστης ονειροπόλησης κάθε αγνής κοπέλας, μεταμορφώθηκε στα χέρια του εκδικητικού αυτού τύπου σε όργανο εκδίκησης. Αχ, Μαίρη, άμυαλο κορίτσι, πού πήγες κι έπεσες; Είχες μπροστά σου την αφοσίωση μιας ποιητικής ψυχής και συ μου διάλεξες τι; Δυστυχία σου! Τώρα πια εγώ δε θα συνεχίσω άλλο την εκδίκησή μου γράφοντας τον Έρωτα της Γίδας. Η τιμωρία που σου ετοιμάζει η μοίρα είναι δυνατότερη. Και ο Έρωτας της Γίδας, η μέχρι τώρα καλύτερη δημιουργία μου, ας είναι η ημιτελής μου…

-          Λοιπόν; ρωτάει ο εκβιαστής με θρίαμβο. Τι αποφασίσατε, πουλάκια μου; Να σας το πω εγώ; Από αύριο δεν έχει κάρβουνα. Θα μου παραδώσετε μάλιστα και το μαγκάλι, γιατί μου χρειάζεται. Το κυριότερο όμως είναι τούτο: να μη σας ξαναδώ μπροστά μου, γιατί μπορεί να με πιάσουνε τα νεύρα μου και να παντρευτώ αμέσως. Τότε πια καταλαβαίνετε τι σας περιμένει, με τις κλωτσιές θα βγείτε από το πλυσταριό. Χε χε! Τι λένε τώρα τα πουλάκια μου; Τα χάσανε;

Θριάμβευε και μας ειρωνευόταν. Ο Λαυρέντης αναστέναξε πικρά, πήρε ένα σοβαρό θλιμμένο ύφος και είπε:

-          Ως εδώ λοιπόν ήταν όλα; Έτσι είναι, καμιά ευτυχία δε διαρκεί αιώνια σ’ αυτή τη γη. Κάτι ήξερες εσύ που αφοσιώθηκες στη θρησκεία.

-          Χε χε! Έκανε ευχαριστημένος ο Ναπολέων. Τώρα βλέπω μου άλλαξες ύφος.

-          Νικήθηκα. Και δε μου μένει πια παρά να ζητήσω τη λύτρωση σε δρόμους που πριν δεν ήθελα να τους ξέρω. Δρόμους ηθικούς, θέλω να πω. Ξέρω πως έτσι τα χάνω όλα, το ωραίο σου πάπλωμα, το θαυμάσιο στρώμα, κι όσο για το πλυσταριό… Όχι, αυτό καλύτερα να μην το θυμάμαι. Μπορεί όμως όλα τούτα ν’ αξίζουν λιγότερο από μια ηθική πράξη. Διότι ηθική πράξη είναι η αποκατάσταση μιας έξοχης κοπέλας σαν τη Μαίρη, αποκατάσταση που δε θα γινότανε ίσως ποτέ αν εγώ δεν πληροφορούσα την ανύποπτη μάνα της για το σπαραγμό που έπαθε η κόρη της.

-          Για στάσου… Δε σε καταλαβαίνω, ψιθύρισε ανήσυχος ο Ναπολέων.

-          Εσύ ίσως όχι, εγώ όμως… αλίμονο! Τον καταλαβαίνω τον εαυτό μου και πόσο! Μου είναι αδύνατο να στερηθώ τη θέρμανση. Σήμερα ξύπνησα με συνάχι, τι θα γίνει μεθαύριο που θα πέσει και χιόνι; Πρέπει να επιμείνω στο σημείο αυτό, μου είναι τόσο αδύνατο να κάνω διαφορετικά, ώστε για χάρη του τα θυσιάζω όλα. Και πάπλωμα και στρώμα και πλυσταριό.

-          Δηλαδή… Τι θέλεις να πεις, μωρέ;

-          Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς μαγκάλι.

-          Και για ένα ψωρομαγκάλι θα θυσιάσεις κοτζάμ πλυσταριό; Εσύ δεν έλεγες τώρα για το στρώμα πως είναι θαυμάσιο; Θα το θυσιάσεις κι αυτό μαζί με το πάπλωμα;

-          Θ’ αποκατασταθεί όμως μια βασανισμένη κοπέλα. Κι έπειτα μπορεί να μη θυσιάζω τίποτα, πού ξέρεις;  Ίσως ο Θεός εκτιμήσει τη θυσία μου και μου στείλει τα διπλά.

-          Ο Θεός αμείβει τους ανθρώπους στη Δευτέρα παρουσία, όχι τώρα. Άσε λοιπόν τις κουταμάρες και παραιτήσου από το μαγκάλι. Θέλω κι εγώ λίγη εκδίκηση, δεν μπορεί να είναι όλα δικά σου.

-          Σου προσφέρω την ευκαιρία να εκδικηθείς όσο δεν παίρνει. Φεύγοντας από δω, μπορεί και να ξεπαγιάσω σε κανένα πεζοδρόμιο σαν αλήτης.

-          Ναι, αλλά έτσι εγώ θ’ αναγκαστώ… Να σε πάρει ο διάβολος! Τι σου ‘ρθε τώρα και… Βρε συ! Μήπως μου κάνεις μπλόφα; Μπλόφα είναι, το κατάλαβα. Ε λοιπόν, τώρα θα σου δείξω εγώ. Θα την παντρευτώ και θα σου αλλάξω τον αδόξαστο. Άμα σου βαστάει, έλα, στείλε αυτόν εδώ το χαλβά να φωνάξει τη μάνα της.

-          Λαυρέντη, τι μου λέει;

-          Πήγαινε!

-          Τρελάθηκες;

-          Πήγαινε σου λέω!

Με τέτοιο πείσμα μίλησε ο Λαυρέντης, που χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην πόρτα. Εκεί στάθηκα. Κλονισμένος από μια εσωτερική δόνηση, στράφηκα στον Ναπολέων και του φώναξα:

-          Μου τρελάθηκες και συ; Κάνε κάτι για να με συγκρατήσεις. Κουνήσου λοιπόν, τέρας!

Σαστισμένος αυτός, έμεινε ακίνητος στη θέση του και ψιθύριζε:

-          Μπλόφα είναι, μπλόφα…

-          Πήγαινε! φωνάζει ο Λαυρέντης.

Μου κόπηκαν τα γόνατα.

-          Πού με στέλνεις κακούργε; του φώναξα με θρήνο. Τι με νοιάζει πια εμένα για το μαγκάλι σου, όταν η Μαίρη… η κοπέλα αυτή… η Μαίρη… Μα τις σας έπιασε και τους δυο μ’ αυτό το γάμο;

-          Τραβήξου τότε, βλάκα, να πάω εγώ! φωνάζει ο Λαυρέντης κι έρχεται και με σπρώχνει από την πόρτα.

Πιάνει το χερούλι της πόρτας, ανοίγει την πόρτα, βγαίνει κι ετοιμάζεται πια να κλείσει πίσω του την πόρτα, όταν ο Ναπολέων ρίχνεται σα σαΐτα στην πόρτα. Ανοίγει κι αρπάζει τον Λαυρέντη, τόνε σέρνει μέσα στο δωμάτιο και κλείνει την πόρτα. Σιγή απόλυτη. Μετρώ τους χτύπους της καρδιάς μου, όπου ο Ναπολέων ανοίγει το στόμα του και ψιθυρίζει:

-          Μπλόφα είναι, το ξέρω. Μπλόφα, αλλά… θα γίνει. Θα σας έρχονται κάρβουνα καλά.

-          Και την ψυχική μου οδύνη ποιος θα την πληρώσει τώρα; ρωτάει αυστηρά ο Λαυρέντης. Λοιπόν, για να τελειώνουμε: τα κάρβουνα από αύριο θα γίνουν μιάμιση οκά και ποιότης πρώτη. Πάμε, λέει σε μένα και με σέρνει από το μανίκι.

Τέτοια ήτανε η ταραχή μου, που δεν μπορούσα να κυβερνήσω τα πόδια μου.

 

*   *

*

 

Ήτανε μια μέρα του Φλεβάρη με παγωνιά και ξεροβόρι. Ο κοσμάκης στο δρόμο περπατούσε με σηκωμένους γιακάδες, εμείς όμως ήμαστε χωμένοι σε θαλπωρή και ξενοιασιά. Η βασιλική μαγκαλάδα που είχαμε μπροστά μας, θέρμαινε το πλυσταριό και την ύπαρξή μας τόσο ευχάριστα και γλυκά, που μόνο με θαυμάσιους στίχους θα μπορούσε να εκφραστεί. Εκτός από το μαγκάλι και τα λοιπά κομφόρ, είχαμε αποχτήσει τελευταία και δυο καρέκλες, συμπληρώνοντας τις ανέσεις μας σε βαθμό που εγώ τουυλάχιστο δεν τόνε περίμενα. Μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι μας καπνίσει, να σηκωθούμε δηλαδή ή να καθίσουμε, ανάλογα με το κέφι της στιγμής, πράγμα που άλλοτε μας απαγορευότανε και να το σκεφτούμε ακόμα, αφού δεν είχαμε ούτε σκαμνί. Ή όρθιοι θα ήμαστε ή ξαπλωμένοι στο στρώμα, καθισμένοι ποτέ. Τώρα όμως, τι απίστευτη στροφή της τύχης! Στημένες οι καρέκλες βιζαβί στο μαγκάλι και πάνω τους εμείς με τα πόδια τεντωμένα κατά βούληση, είχαμε χορτάσει καθισιό σε καρέκλα. Ερχόντανε μάλιστα στιγμές που εγώ μπούχτιζα κυριολεκτικά. Πάθαινα δηλαδή κάτι σαν εκείνο που πάθαιναν οι Ρωμαίοι άρχοντες, όταν, χορτασμένοι από ευκολία και πλούτο, τα παρατούσαν όλα και ή έκοβαν τις φλέβες τους στο λουτρό ή γίνονταν χριστιανοί. Εγώ ευτυχώς το πάθαινα ελαφρά κι ίσως να μην το πίστευα κατά βάθος όταν έλεγα κάπου κάπου στον Λαυρέντη:

-          Ξέρεις κάτι; Έτσι μου ‘ρχεται να τα παρατήσω όλα, και μαγκάλι και καρέκλα, και να γίνω ασκητής.

Με λίγα λόγια, η ευτυχία μας δεν λεγόταν, ίσως μάλιστα η θρυλική νιρβάνα να ήτανε κάτι παρόμοιο. Έτσι λοιπόν είχαν τα πράματα όταν κατά τις δέκα άνοιξε απότομα η πόρτα και παρουσιάστηκε μπροστά μας ο Ναπολέων. Αλλά ένας Ναπολέων αγνώριστος, τα μάτια του πετούσαν αστραπές.

-          Μ’ έπιασε! φώναξε ή μάλλον κραύγασε.

-          Τι σ’ έπιασε; ρωτώ εγώ.

-          Τι μ’ έπιασε; Ε λοιπόν, η μάνα της μ’ έπιασε, ναι! Μας τσάκωσε πριν από λίγο. Τώρα πια θα την παντρευτώ, το υποσχέθηκα, θα σας αλλάξω όμως τον αδόξαστο και θα χορτάσω εκδίκηση.

Κοίταξα τον Λαυρέντη. Με κοίταξε κι αυτός κι έπειτα οι δυο μαζί κοιτάξαμε το Ναπολέων. Όπου ο Λαυρέντης παίρνει ξαφνικά ένα χαρούμενο ύφος, σα να μάθαινε για το γάμο του καλύτερου φίλου του. Μ’ έναν αυθορμητισμό που ξεγέλασε και μένα τον ίδιο, σηκώθηκε από την καρέκλα του κι άρπαξε το χέρι του Ναπολέων. Του το ‘σφιξε με δύναμη και είπε:

-          Συγχαρητήρια! Τα πιο θερμά, τα πιο εγκάρδια που έχω δώσει μέχρι σήμερα. Ώστε λοιπόν αποφασίστηκε; Επιτέλους! Ένα τέτοιο ειδύλλιο δεν μπορούσε να καταλήξει αλλού. Ευτυχισμένε άνθρωπε! Και πότε με το καλό λοιπόν;

-          Λέμε για την άνοιξη, αλλά… Για στάσου, εγώ δεν ήρθα εδώ για τέτοια, εγώ ήρθα…

-          Ξέρω, ξέρω, τον διακόπτει ο Λαυρέντης. Μη μου πεις όμως ότι μια τέτοια υπόθεση σ’ αφήνει ασυγκίνητο; Έλα, μη μου κρύβεσαι. Τέρας, έτσι μου ‘ρχεται να σε φθονήσω. Βρες μου έναν άνθρωπο σ’ αυτή τη γη που να μην ονειροπόλησε με θέρμη γύρω από το γάμο. Υπάρχει σημαντικότερο γεγονός στη ζωή; Η ιστορία μάλιστα αναφέρει αυτοκράτορες, που όχι μόνο τη μέρα του γάμου τους, αλλά και σε κάθε επέτειο έδιναν χάρη σε καταδίκους. Γιατί να υστερήσεις εσύ, που επιπλέον αντιλαμβάνεσαι καλύτερα το ζήτημα, εφόσον σπουδάζεις τη θρησκεία της αγάπης; Η εκδίκηση; Ναι, φέρνει κάποια ανακούφιση, αλλά πόσο προσωρινή! Και με τις τύψεις την πληρώνει κανείς μετά! Ναπολέων Καταραχιά, άκουσέ με: Σου ζητώ εν ονόματι της αξίας σου να παραιτηθείς από κάθε εκδίκηση. Δε θα με πείσεις ποτέ εμένα πως εσύ, αυτός που είσαι, δεν είσαι όπως θα έπρεπε να είσαι. Όπως θα περίμενε κανένας από σένα να είσαι. Κάνω λάθος; Να το πεις. Δεν κάνω λάθος; Μη μιλήσεις, έλα και κάθισε κοντά μας κι άφησέ μας να σε ρωτήσουνε συγκινημένοι: Ώστε λοιπόν την άνοιξη; Πιο πετυχημένη εκλογή στην εποχή δε θα μπορούσε να γίνει. Εμπρός τώρα εσύ, συγκάτοικέ μου ποιητή, που εν ονόματι της αυτοσυντηρήσεως αγωνιστήκαμε μαζί ν’ αποχτήσουμε δια της βίας ευεργέτη, εμπρός λοιπόν, ποιητή! Ξύσε τα μολύβια σου και γράψε τον ωραιότερο ύμνο σου για τη γιορτινή λουλουδένια άνοιξη που θα μας έρθει και το χαρμόσυνο γεγονός που θα τη στολίσει. Να μας ζήσουν!

Ποτέ άλλοτε δεν είχε μιλήσει ο Λαυρέντης με τέτοια θέρμη. Ο ανεξιχνίαστος αυτός άνθρωπος, παρ’ όλα τα τρωτά του στο κεφάλαιο της ηθικής, έκλεινε λοιπόν μέσα του μια ποιητική φλέβα; Το βρίσκω πιθανό. Αυτά βέβαια τα σκέφτομαι τώρα, εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου είχε παγώσει. Η θανάσιμα ερωτευμένη ύπαρξή μου δεχόταν εκεί μπροστά το μοιραίο της χτύπημα. Η Μαίρη γυναίκα αυτουνού… Το βλέμμα μου θόλωσε. Δεν ξέρω αν ο Λαυρέντης θα κατάφερνε τελικά να νικήσει και σ’ αυτή τη μάχη που κρινόταν η τύχη του πλυσταριού και της θαλπωρής μας, ότι κατάστρεψα όμως εγώ τα πάντα, αυτό είναι σωστό. Η ανεπανόρθωτα γόνιμη φαντασία μου ζωντάνεψε στα μάτια μου όλα τα φοβερά μελλούμενα. Είδα ολοκάθαρα και τη σκηνή του γάμου. Τα άνθη της λεμονιάς, τη Μαίρη νυφούλα στο μπράτσο αυτουνού κι εγώ χαμένος μέσα στο πλήθος, με συντροφιά ένα στιλέτο στην ψυχή…

 

Μόνος ο μαύρος κι έρημος,

πανέρημος και μόνος.

Κατάμονος στη μοναξιά,

τρισέρημος στην ερημιά.

Μπήξου λοιπόν βαθύτερα

της λύτρωσης στιλέτο!

Τι άλλο πια μου καρτερείς;

 

Στους αυθόρμητους αυτούς στίχους που γλίστρησαν ψιθυριστά από τα χείλη μου, ήτανε κλεισμένο το μαρτύριο της ψυχής μου. Το θολό από το δάκρυ του πόνου βλέμμα μου, πέταξε ξαφνικά αστραπές. Ήταν η στιγμή που ο Λαυρέντης φώναζε το φοβερό εκείνο: «Να μας ζήσουν!» Τινάχτηκα και κραύγασα:

-          Να μη μας ζήσουν! Και πάψε πια, κακούργε υλιστή, να μου μπήγεις βαθύτερα το στιλέτο στην ψυχή. Τι τη θέλω πια εγώ τη θαλπωρή, όταν η Μαίρη… η κοπέλα αυτή… η Μαίρη… Σκοτώστε με καλύτερα!

Η αρχή της καταστροφής είχε γίνει. Μάταια προσπάθησε ο Λαυρέντης να με ξαναφέρει στη λογική, τα δυο χαστούκια που μου έδωσε αποδείχτηκαν κι αυτά ανώφελα. Κάποια στιγμή με άρπαξε και με πέταξε πάνω στο στρώμα, τινάχτηκα όμως αμέσως και ρίχτηκα ακράτητος στον Ναπολέων. Θα τον έκανα γης μαδιάμ, αν δεν προλάβαινε να με πιάσει ο Λαυρέντης και να με ξαναρίξει στο στρώμα. Τσακίστηκα πέφτοντας, αλλά δεν λογάριασα τίποτα. Βρέθηκα και πάλι όρθιος με το χέρι σηκωμένο εναντίον του Λαυρέντη αυτή τη φορά. Παραφροσύνη βέβαια, αλλά κατά ποια λογική μπορούσε να γίνει αλλιώς; Κοντολογίς, δεν μπόρεσα να του δώσω καμιά, με υποδέχτηκε με μια βροχή από χαστούκια. Βρέθηκα και πάλι πεταμένος στο στρώμα, αλλά τρίτη απόπειρα για να σηκωθώ δεν έκανα. Έμεινα εκεί που βρέθηκα, γιατί στο μεταξύ η ορμή μου μεταμορφώθηκε με τα σκαμπίλια σε παράπονο καυτό, γνώριμο καυτό παράπονο… Τα ίδια και πάλι… Χαστουκίζουν έναν ποιητή κι αυτός δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Πού να στραφεί; Τώρα πια όχι, ο Έρωτας της Γίδας δεν θα είναι η ημιτελής του. Θα συνεχίσει μέχρι τέλους και θα εκδικηθεί. Θα σύρει την εκδικήτρα πένα του στο χαρτί, χωρίς έλεος για κανένα, πολύ περισσότερο δε για ένα καινούργιο πρόσωπο που θα κάνει ξαφνικά την εμφάνισή του πλάι στον ευσεβή τράγο, τη στιγμή που η αποθέωση του σαρκασμού θα βρίσκεται στο κατακόρυφο. Το πρόσωπο αυτό θα υποστεί μιαν αδυσώπητη ψυχολογική ανάλυση, για να παρουσιαστεί τελικά τέτοιο ακριβώς που είναι. Υλιστικό, ανήθικο και βάρβαρο, που όχι μόνο αδιαφορεί για την ποίηση, αλλά σηκώνει κιόλας το απαίσιο χέρι του εναντίον των ερωτευμένων εκπροσώπων την. Όλα πληρώνονται σ’ αυτόν τον κόσμο…

Τις εκδικητικές μου σκέψεις διέκοψε η φωνή του Ναπολέων. Φαίνεται πως στην αρχή δοκίμασε αρκετή έκπληξη με τη στάση μου, στο τέλος όμως, που είδε τα αισθήματά μου για τη μνηστή του, αγρίεψε επικίνδυνα ο χωριάτης, αντί να κολακευθεί, όπως κάθε Ευρωπαίος που θα βρισκότανε στη θέση του. Έμπηξε τις φωνές κι έφτασε στο σημείο να βρίσει και την εμφάνισή μας. Σιχαμένους κουρελήδες μας χαρακτήρισε, εμένα δε ειδικά με ονόμασε ψωριάρικο γατί που του χρειάζεται μια φόλα. Τινάχτηκα τότε από το στρώμα και φώναξα στον Λαυρέντη:

-          Βλέπεις τώρα, ηλίθιε, ποιον υπερασπίστηκες; Γιατί δε μ’ άφησες να τον ξεσκίσω, να τον κάνω εκατό κομμάτια;

-          Έξω! φώναξε ο Ναπολέων. Σας διώχνω τούτη τη στιγμή!

Άρπαξε τον Λαυρέντη να τον πετάξει έξω από το πλυσταριό.

Τον αρπάζει τότε κι ο Λαυρέντης, τον σέρνει έξω και κλείνει το πλυσταριό με το κλειδί, αφήνοντάς με μέσα.

-          Το νου σου! μου φωνάζει απ’ έξω. Μην αφήσεις να μπει κανένας προτού γυρίσω.

Τον είδα από το παράθυρο να ρίχνεται στο δρόμο. Την ίδια στιγμή αντήχησαν οι κλωτσιές που έδινε ο Ναπολέων στην κλειδωμένη πόρτα του πλυσταριού. Γύρευε να τη σπάσει και να μπει. Ευχήθηκα να το κατορθώσει, για να τον αρπάξω επιτέλους στα χέρια μου και να τον μαδήσω σαν κοτόπουλο. Και καθώς θα τον είχα ξαπλωμένο καταγής, ημιθανή από το ξύλο και με το πόδι μου πάνω στο στήθος του σαν νικητής, να παρουσιαζότανε, λέει, εκείνη. Να τον δει σ’ αυτά τα χάλια, να βασανιστεί και να γονατίσει εκλιπαρώντας με δάκρυα τη σωτηρία του. Τότε και μόνον τότε θα της τον παρέδινα. Με μια περιφρονητική κλωτσιά θα τον έστελνα κυλιστό μπροστά της, ενώ το σαρκαστικό μου γέλιο θα της πάγωνε το αίμα. «Πάρτε τον θησαυρό σας», θα της έλεγα μόνο και θα γύριζα την πλάτη μου.

-          Θα την σπάσω! ξεφωνίζει ο Ναπολέων και ρίχνει με φόρα το σώμα του στην πόρτα.

Περιμένω με αγωνία τη στιγμή που η πόρτα θα σπάσει και θα φανεί επιτέλους μπροστά μου. Για κάθε ενδεχόμενο σφίγγω στο χέρι μου και την τσιμπίδα του μαγκαλιού, αποφασισμένος να δράσω κεραυνοβόλα. Μια στο κεφάλι και θα γκρεμιστεί σαν κομμένο δέντρο. Το χτύπημα θα είναι φοβερό, μπορεί μάλιστα και να τον σκοτώσω. Αν τον πετύχω στο μηνίγγι δεν έχει σωτηρία, καλύτερα επομένως είναι να του καταφέρω την τσιμπίδα κατακόρυφα. Στη θέση αυτή το κρανίο παρουσιάζει περισσότερη αντοχή. Αν όμως η ορμή μου είναι μεγαλύτερη από την αντοχή του κρανίου του; Ποιος μπορεί μέσα στην επίθεσή του να υπολογίσει με πόση δύναμη θα χτυπήσει, όταν μάλιστα κρατάει και σιδερένια τσιμπίδα; Άλλο μαρτύριο κι αυτό… Θα τον σκοτώσω ή όχι; Τι πιθανότητες έχω για να γλιτώσει; Κι αν ακόμα οι πιθανότητες είναι 99, δεν αρκεί τάχα η μία που απομένει για να μου παγώσει το αίμα στη σκέψη πως εγώ… ένας θαυμάσιος άνθρωπος όπως εγώ… Θεέ μου! Πώς μπλέχτηκα σε τέτοιο μαρτύριο; Ε λοιπόν, ποτέ! Το χέρι αυτό που κράτησε με αυταπάρνηση την τέχνη της γραφίδα, θα πετάξει αμέσως του θανάτου την τσιμπίδα. Ούτε και θα υψωθεί για να δώσει γροθιά, όταν η πόρτα θα σπάσει. Βιάσου λοιπόν, αιμοβόρε θεολόγε! Ο ποιητής δε θ’ αντισταθεί. Έλα και πέταξέ του κατά πρόσωπο την ερωτική σου νίκη, φώναξε μάλιστα και τη γειτονιά να δει τη συντριβή του, να φρίξει και να τον χλευάσει. Και η Μαίρη ας τον δει. Όλος ο κόσμος ας τον δει, πλην όμως ελεύσεται ήμαρ! Όταν η ιστορία ξύσει τα μολύβια της και καταπιαστεί με την εποχή μας, θα δούμε τότε ποιος θα κρεμαστεί στο στύλο της καταισχύνης.

-          Κυρα-Πελαγία! Μαμά! φωνάζει τώρα ο Ναπολέων, έξω φρενών που δεν μπορεί να σπάσει την πόρτα.

Ακούω τα γνωστά τσόκαρα στην αυλή και τον Ναπολέων που ζητάει κλειδί. Τα τσόκαρα φεύγουν προς το σπίτι και σε λίγο ξαναγυρίζουν, σιμώνουν στο πλυσταριό. Ώστε λοιπόν έχει φέρει κλειδί; Τετέλεσται… Τρίζει θανάσιμα η χοντρή κλειδαριά, η πόρτα ανοίγει με πάταγο κι έχω πια μπροστά μου ολόκληρη την κυρα-Πελαγία. Η θέα της μ’ έλιωσε. Ποτέ δεν μπόρεσα να κρατήσω ψυχραιμία απέναντι στη βλοσυρή αυτή γυναίκα. Μια προσπάθεια που έκανα να της χαμογελάσω καλοσυνάτα, απότυχε οικτρά. Το βλέμμα μου σκοτείνιασε και νομίζω πως ψιθύρισα:

-          Πώς είσθε;

Όπου βλέπω τον Ναπολέων να την παραμερίζει από την πόρτα και να ρίχνεται καταπάνω μου. Βλέπω όμως και την κυρα-Πελαγία που τον συγκρατεί.

-          Όχι, γιόκα μου! του φωνάζει. Μη ρίχνεις μπελάδες στο κεφάλι σου . Έχω δείρει κι εγώ νοικάρη, αλλά με πήγε στα δικαστήρια ο φονιάς και τον πλέρωσα δυο χιλιάρικα. Δεν τ’ αξίζουν οι κοπρίτες.

Αναπνέω. Ευλογημένος ας είναι ο δαρμένος εκείνος νοικάρης που γίνεται τώρα η αφορμή της σωτηρίας μου. Μπορεί και να με σώζει από το στίγμα του δολοφόνου, γιατί η τσιμπίδα που σε μια κρίση ανθρωπισμού την πέταξα από τα χέρια μου, τράβηξε και πάλι σα μαγνήτης το βλέμμα μου, όταν ο Ναπολέων ερχότανε καταπάνω μου. Αν βρισκόμουν στην ανάγκη να την αρπάξω και να του την καταφέρω στο κεφάλι; Ευλογημένος ας είναι ο δύστυχος…

-          Άσε να τους πετάξουμε στο δρόμο κι έννοια σου, θα πάθουνε χειρότερα, λέει η κυρά Πελαγία προσπαθώντας να τον ησυχάσει.

Και καθώς αυτός διστάζει, προσθέτει με στοργή:

-          Μη στεναχωριέσαι, γιόκα μου. Με τέτοια παγωνιά που μας έστειλε ο Θεός, το δίχως άλλο θα τους μαζέψει η νεκροφόρα της δημαρχίας από κανένα πεζοδρόμιο.

-          Αν είναι να ψοφήσουνε από το κρύο, χαλάλι! αποκρίνεται ο Ναπολέων και πείθεται. Τραβήξου, ψωριάρη, να πάρω τα πράματά μου, φωνάζει και με σπρώχνει πέρα.

Φορτώνεται το πάπλωμα και βγαίνοντας λέει:

-          Εσύ, μαμά, κάτσε και πρόσεξε μην αρπάξει το στρώμα και το σκάσει.

-          Θα τον κάνω κιμά! τον βεβαιώνει αυτή και φράζει με τον όγκο της την πόρτα, ρίχνοντάς μου κάτι ματιές…

Σακατεύτηκα. Πάει το στοργικό μας πάπλωμα, σε λίγο θα πάει και το στρώμα. Μας αρπάζουν άσπλαχνα τη θαλπωρή, θα μας πετάξουνε στο δρόμο και τι μας περιμένει τότε; Η νεκροφόρα της δημαρχίας!

-          Πολυαγαπητή και λατρευτή κυρία Πελαγία, η φιλοξενία παρά τοις αρχαίοις… Ο ξένιος Ζεύς…

-          Σκασμός!

Πλησίαζα να λιποθυμήσω. Και θα λιποθυμούσα πραγματικά, αν εκείνη την κρίσιμη στιγμή δεν ακουγότανε η φωνή του Λαυρέντη, που μόλις έμπαινε στην αυλή. Σάλπισμα σωτηρίας ήταν η φωνή του.

-          Ώστε κλέβεις και παπλώματα, Ναπολέων;

Τον πρόλαβε φαίνεται να μπαίνει στο σπίτι φορτωμένος με το πάπλωμα και τον σταμάτησε. Ω αναστημένες ελπίδες! Τώρα πια, ναι, μπορεί μεν ο Έρωτας της Γίδας να συνεχιστεί, αλλά ο Λαυρέντης θα εξαιρεθεί από κάθε σαρκασμό. Ο σαλπιγκτής αυτός της σωτηρίας, ο άξιος της ευγνωμοσύνης του ποιητή, θα τιμηθεί με ύμνο.

Κάτι το περίεργο γίνεται στην αυλή. Βλέπω την κυρα-Πελαγία να βγαίνει αγριεμένη έξω, βγαίνω κι εγώ. Ο Λαυρέντης λοιπόν δε γύρισε μόνος του, τον συνοδεύει αστυφύλακας. Και το πάπλωμα, το ο αγαπημένο μας πάπλωμα, βρίσκεται τώρα στα χέρια του Λαυρέντη. Μάταια προσπαθεί ο Ναπολέων να του το πάρει, ο Λαυρέντης το κρατάει σφιχτά κι εξηγεί στον αστυφύλακα πως μας διώχνουν μεν γιατί χρωστάμε κάτι ελάχιστα νοίκια, αλλά τόσο το πάπλωμα όσο και το στρώμα ανήκουν στα είδη πρώτης ανάγκης, που ο νόμος απαγορεύει την κατάσχεσή τους.

-          Έτσι, κύριε αστυφύλαξ; τον ρωτάει με σεβασμό.

-          Έτσι, συμφωνεί αυτός και συμβουλεύει τον Ναπολέων να τραβήξει τα χέρια του από το πάπλωμα και ν’ αφήσει κατά μέρος αυτές τις αναρχικές ιδέες.

-          Μωρέ, είναι δικό μου! φωνάζει ο Ναπολέων. Μου το πήρανε με εκβιασμό.

-          Έχεις απόδειξη παραλαβής; ρωτάει ο αστυφύλακας.

-          Απόδειξη παραλαβής; Τι είναι πάλι τούτο, που να σας πάρει ο διάβολος; Τι μου μαγείρεψες, απατεώνα μαθηματικέ;

-          Αχινούς με μπιζέλια, είπε ήσυχα ο Λαυρέντης.

Ο Ναπολέων έγινε έξω φρενών. Πήγε χωρίς επιτυχία να του βγάλει το μάτι, ζήτησε μια φόλα για μένα και γυρίζοντας στον αστυφύλακα φώναξε:

-          Έχει γούστο να μου πεις τώρα πως δεν έχω και το δικαίωμα να τους πετάξω με τις κλωτσιές από το πλυσταριό. Θα μου το πεις;

Η απάντηση είναι συντριπτική. Κατά τον αστυφύλακα ο νόμος δεν είναι μπακαλόχαρτο να τυλίγει ο καθένας σαρδέλες. Χωρίς δικαστική απόφαση δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αλλά για να βγει απόφαση εκτελεστέα, μπορεί να περάσουνε και τρεις μήνες.

-          Κάηκα! ξεφωνίζει ο Ναπολέων και στριφογυρίζει σαν αιχμαλωτισμένο θηρίο. Ε λοιπόν όχι, δε θα μου γλιτώσουν! Άμα τους δείρω πόσα θα πληρώσω;

-          Όχι, γιόκα μου! του φωνάζει η κυρα-Πελαγία. Λυπήσου τα λεφτά σου, κοστίζει ακριβά.

-          Δεν τα λυπάμαι! Μου φτάνει που θα τους σπάσω τα μούτρα, όσο για το έξοδο δεν το λογαριάζω πια. Πόσα λοιπόν;

Ο αστυφύλακας σκέφτηκε λίγο και είπε:

-          Με ρωτάς τώρα κάτι πράματα… Δικηγόρος είναι για να ξέρω; Κι έπειτα, πώς θα τους δείρεις; Εγώ γιατί είμαι εδώ; Θα σε συλλάβω μόλις κάνεις την αρχή κι έτσι δε θα μπορέσεις να τους δείρεις.

-          Τότε θα περιμένω να φύγεις κι ύστερα θ’ αρχίσω.

Ο αστυφύλακας βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

-          Ορίστε τώρα δουλειές, είπε φουρκισμένος. Να σε συλλάβω δεν μπορώ, άπαξ και δεν έχεις κάνει τίποτα. Αλλά ούτε και να φύγω μπορώ, αφού ξέρω πως αυτό περιμένεις για να διαπράξεις αδίκημα. Διάβολε!... Μα είναι τόση ανάγκη να τους δείρεις;

-          Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θα τρελαθώ!

-          Αν πήγαινες έναν περίπατο;

-          Αδύνατο.

-          Τότε περίμενε λίγο. Θα πεταχτώ δυο λεπτά να ρωτήσω τον αξιωματικό της υπηρεσίας κι έρχομαι.

-          Έτσι να κάνεις, συμφωνεί με χαρά ο Ναπολέων.

Ο αστυφύλακας ησυχάζει και φεύγει. Βρίσκεται πια στην αυλόπορτα, όταν τινάζομαι και του φωνάζω:

-          Γυρίστε πίσω, για τ’ όνομα του θεού! Σας στήνει παγίδα. Περιμένει να φύγετε για ν’ αρχίσει.

Ο αστυφύλακας στάθηκε.

-          Να σας πάρει ο διάβολος! φώναξε και γύρισε πίσω. Πρώτη μου φορά μου τυχαίνει τέτοιο πράμα. Τι πρέπει να κάνω;

Κανένας δεν είναι σε θέση να τον συμβουλέψει στο μπερδεμένο αυτό ζήτημα. Μάταια περιμένει απάντηση, όπου στο τέλος τον πιάνουνε τα νεύρα του και λέει:

-          Με σκάσατε! Μα τι θέλετε τέλος πάντων, να κάθομαι σκοπός μέσα στην παγωνιά και να περιμένω πότε θα τσακωθείτε; Αποφασίστε λοιπόν, διαβόλοι. Εμπρός, εσύ, άρχισε το ξύλο να τελειώνουμε.

-          Μου παραχωρείς δυο λεπτά; ρωτάει ο Ναπολέων.

Ο αστυφύλακας συγκεντρώνεται. Σκέφτεται, διστάζει, αγριεύει και λέει:

-          Σύμφωνοι, που να με πάρει και μένα ο διάβολος! Δυο λεπτά με το ρολόι, ούτε δευτερόλεπτο όμως παραπάνω.

-          Μου φτάνουν! φωνάζει ο Ναπολέων κι ανασκουμπώνει τα μανίκια του.

Σκύβω στο αυτί του Λαυρέντη.

-          Χαθήκαμε, του ψιθυρίζω με ταραχή. Δυο λεπτά είναι αρκετά για να γίνει και φόνος ακόμη.

-          Σώπα και μας έπεσε το λαχείο, αποκρίνεται αυτός.

Το λαχείο; Κύριος οίδε τι μαγειρεύει πάλι το καταχθόνιο αυτό μυαλό. Κάτι το σχετικό με ψυχική οδύνη πιθανόν, αποζημίωση δηλαδή για το ξύλο που θα φάμε. Όσο για μένα όμως, να μου λείπει τέτοιο λαχείο. Ούτε για ένα εκατομμύριο δε δέχομαι να με δείρει ένας τενεκές σαν κι αυτόν που… Να τος!  Ρίχνεται κι όλας στο Λαυρέντη και του σκάει μια γροθιά. Τώρα ετοιμάζεται για τη δεύτερη και να που ο Λαυρέντης δέχεται κι αυτή τη δεύτερη. Φυλάγεται βέβαια και τις τρώει στον ώμο, αλλά γιατί δε σηκώνει το χέρι του να του σκάσει μια στο σαγόνι και να του τινάξει τα δόντια σα στραγάλια; Απελπισία! Κάθεται και τις τρώει συστηματικά, αν κρίνω όμως από την όψη του, καρφί δεν του καίγεται για τις γροθιές του Ναπολέων. Αντέχει σαν τοίχος σε γαϊδουρινές κλωτσιές κι αυτό το βρίσκω φυσικό, τέτοιο θηρίο είναι στη φυσική διάπλαση αυτός ο Λαυρέντης. Αν όμως του καπνίσει του τενεκέ του θεολόγου να ριχτεί και σε μένα; Σε ζητήματα πυγμαχίας δεν διακρίθηκα ποτέ, μπορεί λοιπόν να μου καταφέρει μια στη μύτη και να μου τη βουλιάζει δια παντός. Να με πλήξει δηλαδή στο ένα και μοναδικό σημείο που έχω κάποια υπεροχή, γιατί εκτός από την ελληνική μου κατατομή, είναι ζήτημα αν μπορώ να παρουσιάσω τίποτ’ άλλο με βεβαιότητα. Να μου καταστρέψει λοιπόν την κατατομή; Ούτε για τρία εκατομμύρια. Ούτε για δέκα! Τι τήνε θέλει κι αυτή ακόμα τη ζωή ένας σημαδεμένος άνθρωπος, που καμιά κοπέλα δε γυρίζει πια να τον κοιτάξει; Προς θεού! Όχι για μένα τέτοια καταστροφή. Γρήγορα λοιπόν, να τον αιφνιδιάσω γρήγορα. Να τον θέσω αστραπιαία εκτός μάχης, προτού λάβει τον καιρό και μελετήσει το ζήτημα, σημαδέψει και χτυπήσει.

-          Σκύλε! φωνάζω και ρίχνομαι καταπάνω του.

Του σκάζω μια στο σαγόνι από κάτω, έτσι που το κεφάλι του τινάζεται σαν μπάλα. Και καθώς το κορμί του τεντώνεται από το χτύπημα, μου προσφέρει το στομάχι του, όπου και του δίνω τη δεύτερή μου γροθιά. Διπλώνεται αμέσως σα σουγιάς. Μεθυσμένος από επιτυχία ετοιμάζομαι για το τρίτο μου χτύπημα, όταν ο Λαυρέντης μ’ αρπάζει και με πετάει πέρα, φωνάζοντάς μου βραχνά:

-          Βλάκα, που να σε πάρει ο διάβολος, τσακίσου από δω!

Εγώ όμως δεν ακούω τίποτα. Παίρνω φόρα και ρίχνομαι στον καυγά, φοβερότερος από πριν. Βλέποντας η κυρα-Πελαγία τον Ναπολέων που κινδυνεύει, αρπάζει ένα ξύλο κι έρχεται να μου το κατεβάσει στο κεφάλι. Αμέσως αλλάζω κατεύθυνση, αφήνω τον Ναπολέων και ρίχνομαι καταπάνω της. Όχι όμως γροθιές αυτή τη φορά. Ένα μακιαβελικό σχέδιο αστράφτει στο σατανικό μου μυαλό. Σηκώνω το δεξί μου πόδι και της πατώ μια τακουνιά στα δάχτυλα του αριστερού της ποδιού. Την έχω πετύχει στον κάλο, τον ονομαστό σ’ όλη τη γειτονιά κάλο της κυρα-Πελαγίας, που ήτανε σωστό φουντούκι. Ξεφωνίζει σπαραχτικά. Πετάει το ξύλο και κάνει ν’ αρπάξει το πόδι της, μα καθώς είναι χοντρή και δεν τα καταφέρνει, χάνει την ισορροπία της και πέφτει πάνω μου με όλα τα ογδόντα κιλά της. Γκρεμιζόμαστε κι οι δυο και για την ακρίβεια μπλέκουμε στα πόδια του Λαυρέντη και του Ναπολέων. Πέφτουν κι αυτοί από πάνω μας και γίνεται πια ένας σαματάς πρωτοφανής. Βλέπω τον αστυφύλακα που προσπαθεί να μας χωρίσει, παιδεύεται, βλαστημάει και δεν πετυχαίνει τίποτα. Κάποια στιγμή ξεφεύγω από το σωρό, αγριεμένος όσον ουδέποτε. Μοιράζω γροθιές δεξιά κι αριστερά χωρίς καμιά διάκριση, μερικές μάλιστα τις τρώει κι ο ίδιος ο Λαυρέντης. Αδιαφορώ για όλα, ούτε την κατατομή μου δε σκέφτομαι πια, την εκθέτω κι αυτή σε κίνδυνο, και κίνδυνο σοβαρό. Μπροστά στα μάτια μου διαγράφονται γροθιές, αδύνατο να συλλάβω τινός είναι. Έχουνε σηκωθεί όλοι από κάτω και το μπλέξιμο δεν περιγράφεται. Ξαφνικά με κυριεύει η ιδέα ν’ αρπάξω τ’ αυτιά του αστυφύλακα και να τα τραβήξω με δύναμη, ώσπου να τα ξεκολλήσω. Ετοιμάζομαι να το επιχειρήσω, όταν το θολωμένο από την ψυχική μου καταιγίδα βλέμμα μου κάτι διακρίνει εκεί στο σκαλοπάτι. Είναι η Μαίρη! Ω του Ολύμπου θεοί, η Μαίρη! Εξαίσια μέσα στην αγωνία της, μου παρουσιάστηκε σα να κατέβαινε από τους ουρανούς. Έλιωσα… Πλησίασα τρικλίζοντας, κάθισα στο σκαλοπάτι κι εκεί δίπλα στα πόδια της λιποθύμησα ήσυχα ήσυχα σαν πουλάκι. Το κεφάλι μου έγειρε στα παπούτσια της.

 

*   *

*

 

Ακολούθησαν γεγονότα. Και γεγονότα αρκετά ευχάριστα από μια ορισμένη άποψη. Εννοώ τη χρηματική άποψη. Την ερωτική δεν τη συζητώ, βρίσκω καλύτερο να την προσπεράσω και να σταθώ στη χρηματική.

Ο αστυφύλακας λοιπόν τους πήγε όλους στο αυτόφωρο, εκτός από τη Μαίρη που δεν είχε λάβει μέρος στη συμπλοκή. Για μένα φυσικά δεν έγινε λόγος να συρθώ στο δικαστήριο, στη θέση που βρισκόμουνα. Με συνέφεραν με χίλια βάσανα και με πήγανε στο πλυσταριό. Μ’ ακούμπησαν απαλά στο στρώμα και μάλιστα με σκέπασαν και με το πάπλωμα, αναγνωρίζοντας έτσι όλοι έμπρακτα τα κεκτημένα δικαιώματά μας πάνω σ’ αυτό.

Όταν ο Λαυρέντης γύρισε από το αυτόφωρο, τον συνόδευε ιατροδικαστής. Ήρθε να εξετάσει την κατάστασή μου και να υποβάλει έκθεση. Ο θαυμάσιος εκείνος άνθρωπος μου βρήκε αμέσως νευρικό κλονισμό και τότε ο Λαυρέντης κούνησε με θλίψη το κεφάλι του και είπε:

-          Κοντέψανε να το σκοτώσουν το παιδί. Και τι παιδί! Δεν έκλεισε ακόμα τα είκοσι δύο του χρόνια κι έχει να παρουσιάσει μια ποιητική παραγωγή, που εγώ τουλάχιστο στέκομαι κατάπληχτος μπροστά της.

-          Είσθε ποιητής; με ρώτησε ο ιατροδικαστής.

-          Υπακούω στο πεπρωμένο μου, ψιθύρισα ταπεινά.

Ο ιατροδικαστής με κοίταξε με άλλο βλέμμα τώρα. Ο Λαυρέντης που το πρόσεξε, αναστέναξε πικρά και είπε:

-          Ανώτεροι άνθρωποι! Τα θυσιάζουν όλα για την Τέχνη με μια αυταπάρνηση που της αξίζει κάθε έπαινος. Και ποια η αμοιβή τους; Αφιλότιμη κοινωνία!

Ήξερα πως υποκρινόταν ο μασκαράς, παρ’ όλ’ αυτά όμως με συγκίνησε. Εκείνο για την αυταπάρνηση άγγιξε την ψυχή μου. Αχ, αυτός ο άνθρωπος! Αν δεν ήταν ανήθικος και πρακτικός, και τι δε θα κατόρθωνε! Τέλος πάντων…

Ο ιατροδικαστής έριξε μια ματιά στο πλυσταριό και κούνησε το κεφάλι του με σημασία. Σε λίγο ρώτησε με διάκριση αν τα οικονομικά μας επιτρέπανε την ανάπαυση και τη δίαιτα που ήταν απαραίτητη για να μου περάσει ο νευρικός μου κλονισμός. Εγώ γύρισα το βλέμμα μου αλλού, αφήνοντας το ζήτημα στον Λαυρέντη. Κι αυτός πια εξήγησε με το παραπάνω. Δεν αρκέστηκε να περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα την κατάστασή μας, βρήκε σκόπιμο να τονίσει και την οικονομική αντοχή του Ναπολέων, του οποίου τα πρόβατα ανέβασε σε πέντε χιλιάδες. Τελείωσε δε με τούτα τα λόγια:

-          Έρχεται λοιπόν τώρα αυτός ο πλούσιος, που θέλει να λέγεται σπουδαστής της θρησκείας, και προτού κλείσουν δυο μήνες από τα Χριστούγεννα, τη μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης, πιάνει και δέρνει μέχρι νευρικού κλονισμού ένα φτωχό και δυστυχισμένο ποιητή. Με τι χρήματα να του εξασφαλίσω τώρα εγώ ό,τι διατάζει η επιστήμη;

Όχι μόνο βρήκε σωστά τα λόγια του ο ιατροδικαστής, αλλά εκδηλώθηκε κιόλας.

-          Το ζήτημα αυτό θα κανονιστεί, είπε. Του χρειάζεται ένα καλό μάθημα του κυρίου αυτού με τα πέντε χιλιάδες πρόβατα.

Μας χαιρέτησε με χειραψία κι έφυγε. Και ό,τι είπε, το έκανε. Το μάθημα που μας υποσχέθηκε το ‘δωσε και με το παραπάνω. Η έκθεσή του θαυματούργησε. Τέσσερα ολόκληρα χιλιάρικα κόστισε στον Ναπολέων η έμπνευση που είχε να μας δείρει, άσχετα βέβαια αν τις περισσότερες τις έφαγες αυτός, το οποίον και επικαλέστηκε στο δικαστήριο χωρίς να ληφθεί υπόψη. Η Δικαιοσύνη, με βάση την κατάθεση του αστυφύλακα, στάθηκε στην καθ’ όλα έξοχη άποψη πως ο Ναπολεών Καταραχιάς έπιασε να δείρει δυο φιλήσυχους πολίτες, δηλώνοντας εκ των προτέρων ότι αδιαφορεί για το πόσα θα πληρώσει.

-          Ώστε το πήρε για γλέντι; ρώτησε ο δημόσιος κατήγορος προκαλώντας αίσθηση.

Κοντολογίς, βρεθήκαμε με τέσσερα χιλιάρικα. Το μεγαλύτερο μερίδιο άνηκε βέβαια σε μένα, εγώ όμως τα έδωσα όλα στον Λαυρέντη και του είπα:

-          Μπορείς να τα διαχειριστείς όπως εσύ νομίζεις. Εσύ άλλωστε είσαι ο εμπνευσμένος σχεδιαστής της καινούργιας αυτής ευτυχίας και να γιατί σκέφτομαι σοβαρά να συνθέσω έναν ίαμβο για σένα. Ναι, Λαυρέντη, θέλω να σ’ απαθανατίσω. Διότι μπορεί μεν να υστερείς στο κεφάλαιο της ηθικής και του στίχου, σε ό,τι δηλαδή εγώ υπερέχω, αλλά υπερέχεις σε κάτι άλλο, που μολονότι απεχθάνομαι, είναι εν τούτοις απαραίτητο για τη ζωή, που χωρίς αυτή δεν μπορώ βέβαια να υπερέχω σε ό,τι μου αρέσει να υπερέχω. «Αγάπησα τη ζήση μου, αγάπησά την πλέρια!» Έτσι σκέφτομαι ν’ αρχίσω τον ίαμβο. Πώς σου φαίνεται;

Ο Λαυρέντης σκέφτηκε λίγο και είπε:

-          Αντί να μου προσφέρεις ίαμβο, θα προτιμούσα να πάθαινες κατά βούληση νευρικό κλονισμό. Το βλέπω χρησιμότερο στις δύσκολες μέρες που περνάμε. Αν έκανες λίγη εξάσκηση… Τι λες κι εσύ;

Έβρισκε τη στιγμή να με απελπίζει ο άνθρωπος αυτός. Ορίστε τώρα… Πάνω στην ωραία ψυχική μου διάθεση, στο κατώφλι του ιάμβου να πει κανείς, σφενδονίζει τον ωμό ρεαλισμό του και τα συντρίβει όλα.

-          Δεν τρώγεσαι πια! φώναξα με αγανάκτηση και του γύρισα την πλάτη.

 

*   *

*

 

Και τώρα ο επίλογος. Άνοιξη, εποχή ερώτων και εξορμήσεων. Ερώτων για τους άλλους, εξορμήσεων για μας. Είχε φθάσει η στιγμή ν’ αφήσουμε το πλυσταριό. «Την 20ην Μαΐου το αργότερον», όριζε η έξωση που πέτυχε εναντίον μας η κυρα-Πελαγία. Μπορούσαμε βέβαια να πληρώσουμε τα καθυστερούμενα νοίκια και να μείνουμε, αυτό όμως κρίθηκε παράλογο από τον Λαυρέντη και φυσικά συμφώνησα κι εγώ. Όχι πως δεν είχαμε λεφτά. Τα τέσσερα χιλιάρικα της ψυχικής μας οδύνης δουλεύτηκαν από τον Λαυρέντη σε διάφορες δουλειές του ποδαριού με αρκετή επιτυχία. Ζούσαμε πια σχεδόν πλούσια. Ήρθε ένα διάστημα που τρώγαμε μεσημέρι βράδυ μαγειρεμένο φαγητό, και για την ακρίβεια δυο φορές την εβδομάδα κρέας. Το άλλοτε συνηθισμένο ψωμοτύρι μας, ούτε να τ’ ακουμπήσουμε πια δε θέλαμε, απορούσαμε μάλιστα πώς υπάρχουν άνθρωποι που τρέφονται με τέτοιες αηδίες. Τι είναι στ’ αλήθεια η ζωή! Ποιος να μου ‘λεγε πριν από έξι μήνες ότι μετά έξι μήνες θα ‘τρωγα μπανάνες; Και όμως, φάγαμε και μπανάνες. Τις λαχταρίσαμε κάποιο βράδυ, έτσι που τις είδαμε κρεμασμένες στο μανάβικο και αμ’ έπος αμ’ έργον. Αγοράσαμε και φάγαμε επί τόπου, αδιαφορώντας για το έξοδο. Μετά βέβαια το συλλογιστήκαμε λιγάκι, αλλά δε βαριέσαι! Την άλλη μέρα κιόλας το ‘χαμε ξεχάσει, μπήκαμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο και τα κάναμε γης μαδιάμ. Από τρεις μπακλαβάδες ο ένας φάγαμε, τα θηρία! Τρέλες, τρέλες…

Ήρθε λοιπόν η στιγμή ν’ αφήσουμε το πλυσταριό. Κατεύθυνσή μας ήτανε τώρα το εμπόριο των λαχανικών, που ανθεί κάθε τέτοια εποχή. Θα φεύγαμε αμέσως για την Πελοπόννησο, την κοιτίδα αυτή κάθε ωραίου ελληνικού λαχανικού. Τα κεφάλαιά μας ήτανε βέβαια λίγα, αλλά ήτανε στα χέρια του Λαυρέντη. Δεν ανησυχούσα, και τα κατοπινά γεγονότα με δικαίωσαν.

Θυμάμαι όμως τη στιγμή που φεύγαμε, στάθηκα στη μέση της αυλής, συγκινημένος ως τα βάθη της ψυχής μου. εκεί, μέσα στο σπίτι, μια κοπέλα με καθαυτό γαλανά μάτια… Θεέ μου! Την Κυριακή παντρεύεται…

-          Όχι, Λαυρέντη, δεν μπορώ να φύγω έτσι, ψιθύρισα με σφιγμένη ψυχή. Περίμενέ με λίγο.

Βάδισα προς το σπίτι. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα, ενώ η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Έφτασα στην τραπεζαρία κι εκεί πια χρειάστηκε να στηριχτώ στον μπουφέ. Απέναντί μου καθότανε η Μαίρη κι έπλεκε ένα σκουφάκι μωρού.

-          Δεν είναι κανείς εδώ, είπε ψυχρά μόλις με είδε.

Έλαμπε από ομορφιά. Άνοιξα το στόμα μου να πω κάτι, χωρίς όμως να το κατορθώσω. Κάθε ειρμός εξαφανίστηκε προς στιγμήν από μέσα μου, σα να με χτύπησαν δυνατά στο κεφάλι.

-          Τι θέλετε; ρώτησε ανήσυχη και σηκώθηκε από τη θέση της.

Άρχισα να βρίσκω κάποια ψυχραιμία.

-          Δεν μπόρεσα να φύγω χωρίς να σας δω…

Δεν είπε τίποτα.

-          Την Κυριακή λοιπόν;

Και πάλι δεν μίλησε. Τράβηξα από την τσέπη μου τα χειρόγραφα της ημιτελούς και είπα με πόνο:

-          Ήρθα να σας κάνω το δώρο μου. αυτά τα χειρόγραφα που βλέπετε σας παραδίνουν στη δημόσια ειρωνεία, αλλά η μεγαλοψυχία δεν είναι άγνωστη στους ποιητές. Ζήστε ευτυχισμένη. Και μαζί με σας, ας γλιτώσει κι εκείνος…

Έριξα μια τελευταία ματιά στη δημιουργία μου και ρίχτηκα με απελπισία στην καταστροφή. Έσκισα τα χειρόγραφα στα τέσσερα, πήρα τα δακρυσμένα μάτια μου κι έφυγα…

Σε δυο ώρες ταξιδεύαμε για την Πελοπόννησο.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA