Ο θρύλος του Κωσταντή

 

     Ήτανε τον καιρό που στη Γαλλία βασίλευαν Λουδοβίκοι και, αν δεν κάνω λάθος, τον ίδιο κείνο καιρό οι Τούρκοι άπλωναν την αυτοκρατορία τους. Πολλά από τα σημερινά επαγγέλματα ήταν άγνωστα τότε, όπως και πολλά τοτινά μας φαίνονται σήμερα τρομερά. Το τρομερότερο από τα τρομερά το διάλεξε ο πρόγονός μου Κωσταντής κι έγινε, με λίγα λόγια, κουρσάρος φοβερός.

     Πρέπει να δεχτούμε πως ο βαρύς κουρσάρικος μπαλτάς γινότανε στα χέρια του πούπουλο, καθώς ανέμιζε ψηλά, και λεπίδι καρμανιόλας, όταν έπεφτε στα κεφάλια και τα ’σκιζε σαν πελεκούδια. Κάποια ζωγραφιά, που ευτυχώς διασώθηκε μέχρι σήμερα, δείχνει αυτόν το δοξασμένο στα χρόνια του άνθρωπο με κάτι μπράτσα, που δικαιώνουν με ασφάλεια την υπόθεση για το πούπουλο, το λεπίδι και τα πελεκούδια. Ένα μονάχα μένει σκοτεινό στη ζωγραφιά: ένας λιγνός καλόγερος, που βρίσκεται ξαπλωμένος ήσυχα και κάπως ραχατλίδικα στη χούφτα του Κωσταντή. Αλλά κι αυτό το σημείο έχει σήμερα εξηγηθεί. Κάτι ψιλογραμμένα χαρτιά, που βρέθηκαν σ’ ένα μπαούλο, μιλούν για την ευσεβή αδυναμία που έτρεφε ο Κωσταντής στους καλογέρους και λένε ρητά, πως ποτέ του δεν είχε σφάξει καλόγερο, μολονότι πέφτανε πολλοί από δαύτους στα χέρια του. Εκείνο τον καιρό οι καλόγεροι ταξίδευαν συχνά στη θάλασσα εμπορευόμενοι άγια λείψανα και βγάζανε χρυσάφι, που θα μπορούσε να κολάσει και δεσπότη. Ο Κωσταντής όμως απόφευγε να ρίξει το μάτι του στο χρυσάφι τους. Γύρευε την ευχή τους, τους φίλευε και τους έστελνε στο καλό.

     Ο ζωγράφος λοιπόν που φιλοτέχνησε τη ζωγραφιά τα ’ξερε φαίνεται όλα τούτα και τα συμβόλισε μ’ έναν τρόπο παραστατικό κι όχι δίχως κάποιο ταλέντο. Η οικογενειακή μας παράδοση λέει, ότι, κατόπιν τούτου, ο Κωσταντής φέρθηκε στο ζωγράφο βασιλικά. Του ’δωσε ένα πέτσινο σακουλάκι λουδοβίκια και στο εξής τον έπαιρνε μαζί του στα ταξίδια, τιμώντας τον με εύνοια ξεχωριστή. Τον έβαζε και του ζωγράφιζε φρεγάτες και τρικυμίες, κατά ιδιαίτερη όμως προτίμηση σφαγές αιχμαλώτων Τούρκων, Γάλλων ή Εγγλέζων και διαφόρων άλλων που υπήρχανε στ’ αμπάρι του. Και λέει ακόμα η παράδοση ότι  ο Κωσταντής επιθυμούσε όλα τούτα να ζωγραφίζονται εκ του φυσικού, γεγονός που έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση το ζωγράφο. Τα πλεούμενα, ναι, τα ζωγράφιζε εκ του φυσικού, στις τρικυμίες, όμως, είχε να λύσει προβλήματα σοβαρά. Το καβαλέτο του ’φευγε κάθε τόσο και πολλές φορές κόντεψε να βρεθεί στη θάλασσα, αλλά ο Κωσταντής τα κατανίκησε όλα με το τετράγωνο, πραχτικό του μυαλό. Είπε και δέσανε το ζωγράφο στη βάση του άλμπουρου, με τρόπο που να ’χει ελεύθερα τα χέρια του, καρφώσανε μπροστά του το καβαλέτο και δεν είχε πια να παραπονεθεί για τίποτα. Και για να μην του κόβει την έμπνευση η ναυτία, ένας κανονιέρης, πρώην ειδικός σε ληστείες φαρμακείων, είχε την αυστηρή εντολή να στέκει δίπλα, με μια οκαδιάρικη μπουκάλα γαλλική κολόνια και να ραντίζει το ζωγράφο σε ανάλογη περίσταση. Αλλ’ ο κανονιέρης, φοβερός μπεκρής, σε μια τρικυμία έξω από τις ακτές της Μπαρμπαριάς, δε βάστηξε στο μεράκι που τον έπιασε ξαφνικά και την ήπιε την κολόνια. Η πράξη του αυτή θεωρήθηκε σαν ένα είδος βρισιά στη ζωγραφική και τιμωρήθηκε μ’ έναν τρόπο παραδειγματικό, που τόνε σκέφτηκε ο ίδιος ο Κωσταντής. Ο ζωγράφος πήρε την πρόσκληση να βρίσκεται κι αυτός στην τιμωρία, και, φυσικά, υπάκουσε. Κρέμασαν λοιπόν τον κανονιέρη από τα πόδια, τοποθέτησαν κάτωθέ του ένα μαστέλο και περίμεναν να βγάλει την κολόνια που ήπιε, τραβώντας τη γλώσσα του με τσιμπίδες. Ο ζωγράφος, τρέμοντας, παρακάλεσε τον Κωσταντή να λιγοστέψει τη σκληράδα του κι αυτός του ’κανε το χατίρι, γιατί του είχε αδυναμία. Διάταξε και δέσανε ένα βαρίδι στο λαιμό του κανονιέρη, τον έβαλαν σ’ ένα σακί και τον έριξαν στη θάλασσα. Λιγότερο δεν μπορούσε να κάνει, είπε.

     Οι τρικυμίες, λοιπόν, όπως το βλέπει κανείς, ζωγραφιζότανε οπωσδήποτε. Όταν όμως ήτανε να ζωγραφιστούνε σφαγές, ο καημένος ο ζωγράφος περνούσε ψυχικές κρίσεις, που τον ξάπλωναν πολλές φορές τέντα στο κατάστρωμα. Το μαρτύριό του άρχιζε ως εξής:

     Πρώτα ερχόταν η εξέταση του καιρού. Έπρεπε να είναι λιακάδα, για ν’ αστράφτουν οι μπαλτάδες στον ήλιο· ο Κωσταντής επίμενε πολύ σ’ αυτό. Η σκηνή θα λάβαινε χώρα στο κατάστρωμα κι ο ζωγράφος ρεγουλάριζε το καβαλέτο, κίτρινος από την τρομάρα. Είχε μια ευαίσθητη καρδιά περιστεριού και καθώς σκεφτόταν τα κομμένα κεφάλια που θα ’βλεπε σε λίγο, ένιωθε την ψυχή του να λιώνει και να του χύνεται στα εντόσθια. Σε τέτοιο λοιπόν χάλι βρισκόμενος, ο δύστυχος καλλιτέχνης όφειλε να ζωγραφίσει, και το έκανε με μια προσπάθεια ηρωική. Να πείσει τον Κωσταντή για ν’ αλλάξει απόφαση ήτανε παραπάνω από το κουράγιο του, αν όχι χαμένος κόπος, κι έτσι έσκυβε ο δύστυχος το κεφάλι του στο πεπρωμένο και σίμωνε, τρικλίζοντας, στο καβαλέτο. Ο Κωσταντής δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει αυτά τα τρικλίσματα και την κιτρινάδα του ζωγράφου. Ο νους του πήγε αλλού, σκέφτηκε, στενοχωρήθηκε και σύστησε στον ιδιαίτερό του γιατρό, έναν αιχμάλωτο Γάλλο, να γιατρέψει γρήγορα το ζωγράφο, ειδεμή θα τον έριχνε στη θάλασσα ραμμένο μέσα σ’ ένα σακί. Το πώς τώρα ο Γάλλος, γονατιστός και με πύρινα δάκρυα, παρακαλούσε το ζωγράφο να τον λυπηθεί και να γίνει γρήγορα καλά, είναι άλλη ιστορία. Όσο αφορά όμως το ζωγράφο, κατά την ώρα της σφαγής, στεκόταν ορθός, μπροστά στο καβαλέτο, ανάμεσα σε δυο παλιούς πειρατές, ένα είδος τιμητικής φρουράς να πούμε, που είχανε χρέος να τον στηρίξουνε τρυφερά, κάθε που θα λυγούσε και θα κόντευε να πέσει. Ο γιατρός ήτανε σ’ επιφυλακή. Στεκότανε παρέκει, σφίγγοντας με τρόμο στην αγκαλιά του την οκαδιάρικη μπουκάλα της κολόνιας και ψιθύριζε συνεχώς προσευχές. Αλλά όταν καμιά φορά ο νους του πήγαινε στον προκάτοχό του τον κανονιέρη, η προσευχή πάγωνε στα δόντια του. Κοίταζε με φρίκη την κολόνια και το μυαλό του σταματούσε.

     Ο Κωσταντής επίβλεπε τη σκηνοθεσία γεμάτος φροντίδα. Δοκίμαζε στάσεις μπρος στα τρομαγμένα μάτια του ζωγράφου και τέλος διάλεγε τους μπαλτάδες, αφού πρώτα έκοφτε μερικά φάσκελα του ακονιστή, γιατί κατά τη γνώμη του ποτέ ένας μπαλτάς δεν ήταν ακονισμένος όσο θα ’πρεπε. Όταν όλα ήταν έτοιμα, έφερναν τους αιχμαλώτους. Ήτανε όλοι τους διαλεγμένοι με προσοχή από την παρακαταθήκη του αμπαριού, ψηλοί και γεροδεμένοι, σύμφωνα με το γούστο του Κωσταντή, άξιοι να τιμήσουνε το δοξασμένο του μπαλτά. Τους παρακατιανούς τους μοίραζε στους ανθρώπους του, με διάκριση όμως και δικαιοσύνη. Οι πιο γενναίοι έπαιρναν τους πιο γερούς κι ακολουθούσε έτσι μια κλίμακα που κατέβαινε ως τον παραγιό του μάγερα, έναν κοντόσωμο Σπανιόλο, κουλό απ’ τ’ αριστερό του χέρι. Αυτουνού του δίνανε όλη τη σαβούρα, γέρους δηλαδή κι αραπάδες που πέθαιναν πολλές φορές από το φόβο τους, προτού ακόμα φάνε την μπαλταδιά. Γι’ αυτόν τον παραγιό, η παράδοση λέει ότι έκρυβε στα στήθη του μια περήφανη ψυχή και με πολύ κόπο σήκωνε την προσβολή που του έκαναν, όταν του φόρτωναν όλη τη σαβούρα του αμπαριού. Λέει δε ακόμα η παράδοση, πως όταν μια μέρα του ’λαχε στο μεράδι του ένας Εγγλέζος κλητήρας, λιγνός σαν φιδές, η ψυχή του επαναστάτησε κι αρνήθηκε με πείσμα να τόνε σφάξει. Τράβηξε γραμμή στον Κωσταντή κι εξηγήθηκε σαν άντρας. Του θύμησε πως προτού χάσει το χέρι του ήτανε κανονιέρης και ζήτησε να μάθει, αν το φιλότιμο ενός κανονιέρη σήκωνε τέτοια ρεζιλίκια. Ο Κωσταντής εχτίμησε το ντούρο του φέρσιμο. Του φέρθηκε σαν πατέρας κι ο ίδιος τον πήγε στ’ αμπάρι, δίνοντάς του το δικαίωμα να διαλέξει ό,τι τραβούσε η καρδιά του. Έκπληχτος ο Κωσταντής είδε τότε πως ο κουλός ήξερε να διαλέγει καλύτερα από τον καθένα. Ξεχώρισε καμιά δεκαριά, τους ψαχούλεψε και στάθηκε με λαχτάρα σ’ ένα θεόρατο Τούρκο.

-      Αυτόνα θέλω! είπε.  

     Μόλο που τον είχε διαλέξει για λογαριασμό του τον Τούρκο ο Κωσταντής, κατάπιε την πίκρα του και του τον έδωσε. Δείχτηκε όμως έτσι καλός και άξιος καπετάνιος, που ξέρει να κρατάει το λόγο του. Τέλος, αυτά είναι λεπτομέρειες παραπανιστές και ξαναγυρίζουμε στο θέμα μας.

     Για να δώσει ο ζωγράφος το σινιάλο ν’ αρχίσει ο Κωσταντής, έπρεπε πρώτα να στηριχτεί στην τιμητική του φρουρά και να τρέξει μισοπεθαμένος ο γιατρός να τον ραντίσει με κολόνια. Είναι βέβαια ν’ απορεί κανείς, πώς μπορεί άνθρωπος να ζωγραφίσει σε τέτοια κατάσταση. Επειδή όμως δεν έχουμε πληροφορίες, δεχόμαστε ότι ζωγράφιζε παρ’ όλ’ αυτά. Φυσικά, όταν τελείωνε, είναι ζήτημα αν μπορούσε να σύρει τα πόδια του. Με τις μέρες, μάλιστα, έχανε το χρώμα του, αδυνάτιζε και τις νύχτες πεταγόταν από το στρώμα του με τρομαγμένα ξεφωνητά, που βύθιζαν σε προσωρινό θάνατο τον παραστάτη του το γιατρό. Γονάτιζε μπροστά του ο γιατρός, του φιλούσε τα χέρια και τον εξόρκιζε στα όσια και ιερά του να φωνάζει σιγότερα, μην τον ακούσει ο Κωσταντής και μπει ξαφνικά με το σακί στο χέρι. Τόνε ράντιζε με κολόνια, του τύλιγε το κεφάλι με βρεμένα πανιά κι όταν ησύχαζε κάπως ο ζωγράφος, ερχόταν η δική του σειρά να ραντιστεί με κολόνια και να σφίξει το κεφάλι του.

     Όλα τούτα όμως ήτανε μέτρα προσωρινά. Με τον καιρό ο ζωγράφος έλιωνε σαν το κερί, τα μάτια του βαθούλωναν και μια μέρα είδανε όλοι, πως δεν ήτανε σε θέση να σταθεί ορθός μπροστά στο καβαλέτο. Του φέρανε μια κασόνα, τον κάθισαν με προσοχή, μα, όταν έπιασε το πινέλο στα χέρια του, λιγοθύμησε. Την ίδια στιγμή η μπουκάλα της κολόνιας ξέφευγε από τα χέρια του γιατρού και ξαπλωνότανε κι αυτός αναίσθητος μπροστά στο καβαλέτο.

     Ο Κωσταντής στενοχωρήθηκε πολύ. Διάταξε την αναβολή της σφαγής και κλείστηκε στην καμπίνα του να σκεφτεί κάτι για το ζωγράφο, που τον αγαπούσε πια σαν παιδί του. Ζήτησε το γιατρό. Τον έφεραν στα χέρια δυο μπαρμπερίνοι, γιατί ο γιατρός ήταν αδύνατο να σύρει τα πόδια του. Ο Κωσταντής έδειξε με το δάχτυλο να τον αφήσουν στο μπαούλο, έκοψε μια βόλτα κι είπε:

    -   Αν δε μου κάνεις καλά το ζωγράφο, θα σε γδάρω πρώτα και θα σε τρίψω με χοντρό αλάτι προτού σε ράψω στο σακί για να σε ρίξω στη θάλασσα. Πάρτε τον!

     Οι μπαρμπερίνοι δεν τον σήκωσαν στα χέρια τούτη τη φορά, γιατί, όταν τον άφησαν στο μπαούλο, είδανε πως τους είχε λερώσει. Τον έσυραν, λοιπόν, έξω, από τ’ αυτιά.   

 

 

     Ο καιρός περνάει κι η στενοχώρια του Κωσταντή μεγαλώνει. Ο ζωγράφος τώρα με κόπο μόνο σέρνει τα πόδια του, τρώει σαν πουλάκι και χλωμαίνει, όλο χλωμαίνει. Κάτι του λέει του Κωσταντή πως δεν είναι στο χέρι του γιατρού να γίνει καλά ο ζωγράφος. Ο νους του πάει αλλού, σκέφτεται, βασανίζεται και φτάνει στη γνώμη, πως ο ζωγράφος έχει μαραζώσει από το καθισιό. Του χρειάζεσαι ίσως λίγο δούλεμα στο κορμί, να κινηθεί, να τρέξει. Του ’ρχεται στο νου ένα δικό του περιστατικό, τότε που πούντιασε και βρέθηκε στην ανάγκη να καθίσει τρεις μέρες κλεισμένος στην καμπίνα του. Όταν ύστερα βγήκε, χρειάστηκε να πελεκήσει κάμποσους διαλεχτούς Τούρκους για να ξαναβρεί την πρώτη του ζωηράδα.

     Χαρούμενος λοιπόν πάει και βρίσκει το ζωγράφο, που λιάζεται στο κατάστρωμα, με το βλέμμα στον ορίζοντα και του τα λέει όλα. Θα τον γιατρέψει ο ίδιος. Του δείχνει έναν μπαλτά και του εξηγεί πως θα του μάθει διάφορα γυμνάσματα με τον μπαλτά, για να κινηθεί και να πάρει ζωή. Τόνε ρωτάει με στοργή, αν θέλει να του φέρει κανέναν Τούρκο από τ’ αμπάρι και του δίνει χρήσιμες οδηγίες για το πώς δουλεύεται καλύτερα ο μπαλτάς σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο ζωγράφος φυσικά τον ακούει με μάτια που σβήνουν και λιγοθυμάει στην αγκαλιά του. Ο Κωσταντής τα χάνει. Αφήνει το ζωγράφο στα χέρια του γιατρού, που τον έφεραν σέρνοντας οι δυο μπαρμπερίνοι και κλείνεται απελπισμένος στην καμπίνα του.

     Υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή ένα είδος αντίδραση για κάθε καταθλιπτική κατάσταση. Το ζήτημα όμως είναι με τι τρόπο εκδηλώνεται τούτη η αντίδραση, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται παθητική και τότε έχει συνηθιστεί να μη λογαριάζεται για αντίδραση. Αλλά η αντίδραση του ζωγράφου εκδηλώθηκε ενεργητικά και μάλιστα στο προτελευταίο στάδιο της κατάθλιψης, που κόντευε να τόνε λιώσει. Είτε γιατί υπολόγισε στην αγάπη που του είχε ο Κωσταντής, είτε γιατί οπλίστηκε με το θάρρος της απελπισίας, ο ζωγράφος μίλησε ανοιχτά στον Κωσταντή, σε μια στιγμή που ο κουρσάρος ήτανε στις πατρικές του τρυφεράδες. Του είπε για ποιο λόγο αδυνάτιζε μέρα με τη μέρα και του μίλησε για τα πετεινά του ουρανού, αφού πρώτα του εξήγησε με δάκρυα ποιος είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου. Αυτό τον προορισμό ο Κωσταντής τον βρήκε γενικά σαχλό, τα δάκρυα όμως του ζωγράφου τον έθλιψαν σε βαθμό να νιώσει τον εαυτό του φταίχτη, που βρήκε σαχλό έναν προορισμό που ’φερνε δάκρυα συγκινητικά στο ζωγράφο. Αναστέναξε λοιπόν και ζήτησε να του τα ιστορήσει πάλι από την αρχή, για να δει μήπως λάθεψε στην κρίση του. Ο ζωγράφος άρχισε να παίρνει ζωή. Τα λόγια του βγήκαν φλογερά, τα μάτια του ζωντάνεψαν. Ξανοίχτηκε σε λεπτομέρειες γύρω από τον αληθινό προορισμό του ανθρώπου, μίλησε για τα χρέη του καλού χριστιανού και βρήκε την τόλμη να ονομάσει αμαρτήματα τις σφαγές του Κωσταντή. Πάνω σ’ αυτό όμως, ο Κωσταντής είχε ένα επιχείρημα που έπεφτε σαν βράχος κατά τη γνώμη του, αλλά στο ζωγράφο το παρουσίασε μαλακά μαλακά. Εξήγησε δηλαδή πως αυτοί που έσφαζε δεν ήτανε καλόγεροι. Μάταια ο ζωγράφος πάλεψε για να τον πείσει, πως δεν έχει σχέση· ο Κωσταντής έδειχνε, με τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι του, πως το ζήτημα είναι ξεκαθαρισμένο από χρόνια και δε σηκώνει πια άλλη κουβέντα. Όταν όμως ο ζωγράφος, βλέποντας όλα του τα επιχειρήματα να σπάζουν στην επιμονή του Κωσταντή, έκλαψε από απελπισία, ο Κωσταντής θλίφτηκε πάλι βαθιά και πάλι του γύρεψε να τα ξαναπεί από την αρχή. Ο ζωγράφος πήρε νέα ζωή και, το σπουδαιότερο, άρχισε να ξεχωρίζει την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης αξίας στα δάκρυά του. Στο εξής εκμεταλλεύτηκε με θάρρος τούτη την αξία και τα πρώτα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν.   

     Μια καινούρια επίμονη ρυτίδα φάνηκε στο μέτωπο του Κωσταντή. Του χώριζε βαθιά τα φρύδια· ώσπου μια μέρα, τέλος, η ρυτίδα εξηγήθηκε. Ο γιατρός, που δεν μπορούσε να περπατήσει από το φόβο του, απόχτησε ένα είδος μεταφορικού μέσου, μια κάσα με χερούλια και δυο μπαρμπερίνους αποσπασμένους στη μεταφορά του. Ο ίδιος ο Κωσταντής επιθεώρησε πρώτος την κάσα, όταν ετοιμάστηκε, και μάλιστα διάταξε και λίγες προσθήκες που εκτελέστηκαν επί τόπου. Είπε κι απλώσανε μέσα στην κάσα ένα περσικό χαλί κι ο ίδιος τον σήκωσε το γιατρό και τον απόθεσε μαλακά. Ο γιατρός όμως λερώθηκε, όταν τον σήκωσε στα χέρια του ο Κωσταντής· νόμισε ο δύστυχος πως τον βάζουνε στο σακί. Ο Κωσταντής πόνεσε. Έδωσε διαταγή ν’ αλλάξουνε το γιατρό κι ανάθεσε για το μέλλον αυτήν τη δουλειά στους δυο μπαρμπερίνους. Αυτοί υπακούσανε, βέβαια, μα όταν υστερότερα το κουβέντιασαν μοναχοί τους, το βρήκανε πολύ να κάθονται κοτζάμ θηρία και να πλένουν τα βρακάκια του γιατρού.

     Ξεχάσαμε όμως να πούμε, πως η κάσα είχε σκαλισμένα στα χερούλια διάφορα στολίδια, σχέδιο και εκτέλεση του Κωσταντή. Σε κάθε χερούλι ήτανε σκαλισμένοι δυο μπαλτάδες, που έκαναν ένα είδος αψίδα κι από κάτω η μπούκα ενός κανονιού. Γι’ αυτά τα στολίδια ο Κωσταντής ήτανε περήφανος όσο και για την κάσα. Βιαζότανε να δείξει το έργο του στο ζωγράφο και λοιπόν έκανε νόημα στους δύο μπαρμπερίνους να σηκώσουν την κάσα με το γιατρό και να ’ρθουν το κατόπι του.

     Πήγε και βρήκε το ζωγράφο. Έδειξε το γιατρό που στριφογύριζε τα τρομαγμένα του μάτια και στάθηκε αμίλητος παρέκει. Ο ζωγράφος στην αρχή σάστισε. Κοίταξε καλά την κάσα, κατάλαβε τέλος και ρίχτηκε συγκινημένος στην αγκαλιά του Κωσταντή ψιθυρίζοντας.

-      Τώρα πια ελπίζω για σένα…      

     Ο Κωσταντής τραβήχτηκε ντροπαλά. Έριξε ένα πατρικό βλέμμα στο ζωγράφο κι έδωσε στο γιατρό την εξουσία να σηκώνει το δάχτυλο κι οι μπαρμπερίνοι να τον πηγαίνουν περίπατο στο κατάστρωμα όποια ώρα ήθελε. Ο ζωγράφος τον αγκάλιασε για δεύτερη φορά κι ο Κωσταντής ενθουσιάστηκε. Είπε πως ο γιατρός έχει τώρα πια το δικαίωμα να μη βγει ποτέ από την κάσα του, αν το θέλει. Αυτού να κοιμάται, αυτού να τρώει, αυτού να… Εδώ στράφηκε στους μπαρμπερίνους και κάτι τους είπε σιγά. Αυτοί αναστέναξαν κι έσκυψαν το κεφάλι.

     Ο γιατρός, μισοπεθαμένος από την τρομάρα του, αγωνιζόταν να καταλάβει τι γινόταν, μα το μυαλό του είχε πάθει καθώς φαίνεται σοβαρές βλάβες. Δυο τρεις φορές πήγε να πεταχτεί από την κάσα, προτού όμως κάνει το πήδημα, το σακατεμένο του κουράγιο έσπαζε από το τέντωμα και σωριαζότανε στο χαλί με την ψυχή λιωμένη. Κάποια στιγμή, που πασπάτευε τρέμοντας τα χερούλια, το μάτι του πήρε τα στολίδια. Οι μπαλτάδες πέρασαν ξεθωριαστά στο βλέμμα του, η μπούκα όμως του κανονιού πήρε μια φοβερή σημασία στο ταραγμένο του μυαλό. Μ’ έναν αδυσώπητο συνειρμό των παραστάσεων, ο νους του πετάχτηκε με φρίκη στον κανονιέρη. Το βαρίδι που του είχανε δέσει στο λαιμό το αισθάνθηκε κάπου τριγύρω, ψήλωσε τα μάτια του και λιγοθύμησε, ενώ τα χείλη του ψιθύριζαν «σακί».

     Ο ζωγράφος έτρεξε κοντά του. Του μίλησε, τον κούνησε και με πολύ κόπο ο γιατρός άνοιξε, τέλος, τα μάτια του. Με κανένα τρόπο όμως δεν μπόρεσε να εξηγήσει τι του είχε συμβεί. Το χαλασμένο από την τρομάρα μυαλό του είχε πια οριστικά καταστραφεί και ποτέ στο μέλλον δεν μπόρεσε να βγει από την κάσα του. Εκεί έζησε και πέθανε, μουρμουρίζοντας προσευχές και τη λέξη «σακί». Αλλά το λίγο διάστημα που έζησε γεύτηκε κάθε περιποίηση. Ο Κωσταντής τον φρόντιζε σαν πουλάκι. Τον φίλευε συχνά ζάχαρη, του ’δινε κανένα δικό του καπέλο, για να μην τον καίει ο ήλιος κι έτρεχε ύστερα να το πει στο ζωγράφο. Αυτός δάκρυζε από χαρά κι ο Κωσταντής χαιρότανε που ο ζωγράφος έκανε έτσι. Με τον καιρό μάλιστα άρχιζε να δακρύζει κι ο Κωσταντής σε κάτι τέτοιες στιγμές. Φώναξε τότε τους δυο μπαρμπερίνους και τους ειδοποιούσε πως θα τους σκίσει σαν πελεκούδια, αν μυριστεί πως ξεχνούνε τα χρέη τους απέναντι στο γιατρό. Ύστερα γύρευε πληροφορίες. Πώς πέρασε, δηλαδή, χτες ο γιατρός, τι είπε, πόσες φορές λερώθηκε κι αν τον αλλάξανε αμέσως κι άλλα πολλά. Οι μπαρμπερίνοι έδιναν με σεβασμό τις πληροφορίες και μετά υποβάλλανε αίτηση για ορισμένα χρεώδη του γιατρού. Κάλτσες, καμιά σκούφια και προπαντός σώβρακα. Η έγκριση δινόταν αμέσως κι έπρεπε να εκτελεστεί αμέσως, δίχως την παραμικρή αναβολή. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά, ότι μια μέρα που είχε εγκριθεί ένα καινούριο σώβρακο του γιατρού, ο αποθηκάριος βρέθηκε σε αδυναμία να το προμηθέψει. Οι αιχμάλωτοι στο αμπάρι είχανε σωθεί, χάθηκε λοιπόν κι η ελπίδα να ξεβρακώσουν κανέναν από δαύτους. Το αναφέρανε στον Κωσταντή, μα η απάντηση ήτανε σωστή μαχαιριά για το φουκαρά τον αποθηκάριο.

-      Αν σε δυο ώρες δε βρεθεί το σώβρακο, να ρίξουν τον αποθηκάριο στη θάλασσα,

είπε.

     Πάνω στην ταραχή του, ο αποθηκάριος πρόσφερε το δικό του, μα ο Κωσταντής το απόρριψε, γιατί ήτανε σκισμένο σε πέντε μεριές και κρίθηκε γενικά άχρηστο. Η ώρα περνούσε κι ο αποθηκάριος τριγύριζε αλαφιασμένος, παρακαλώντας όποιον έβρισκε μπροστά του, να του δανείσει ένα σώβρακο, με την υπόσχεση να του γυρίσει πίσω δυο σε πρώτη ευκαιρία. Οι πειρατές όμως, άνθρωποι σκληραγωγημένοι, δε φορούσανε στην πλειοψηφία τους σώβρακο. Κάτι λίγοι καλομαθημένοι, που έσερναν στα σκέλια τους τέτοια πολυτέλεια, φανήκανε δύσπιστοι και δεν το θέλησαν να παίξουν κορόνα γράμματα το βρακί τους, όπως είπαν. Μονάχα ένας Ιταλός γαντσαδόρος έδειξε πως έχει καρδιά. Πρόσφερε το δικό του, μα φάνηκε πια πως ο αποθηκάριος ήταν άτυχος. Το σώβρακο του Ιταλού παρουσιάστηκε λειψό, του ’λειπε ολόκληρο το ζερβί μπατζάκι, γιατί ανήκε πρώτα σ’ ένα Σπανιόλο λοχαγό, που είχε το πόδι του κομμένο ψηλά στο μερί. Ο αποθηκάριος, φυσικά, συγκινήθηκε με τη χειρονομία του Ιταλού, μα ωστόσο είχε τη φρόνηση να μην πάει και δείξει ένα ανάπηρο σώβρακο στο φοβερό καπετάνιο. Το γύρισε λοιπόν πίσω και με το θάνατο στην ψυχή πήγε να στηρίξει τις τελευταίες του ελπίδες στο ζωγράφο.

   -   Δεν έχω άλλον από σένα, του ’πε κι έκλαψε σαν κορίτσι, μολονότι είχε πελεκήσει καμιά δεκαριά ίσαμε τότε.

     Ο ζωγράφος στην αρχή τρόμαξε. Σε λίγο όμως αγανάχτησε με τα καινούρια τούτα του Κωσταντή κι έκοψε σκεφτικός δυο βόλτες, γιατί στο μεταξύ που σταμάτησε να ζωγραφίζει σφαγές, είχε δυναμώσει και μπορούσε πια να κόβει θυμωμένες βόλτες. Τέλος, τράβηξε για την καμπίνα του Κωσταντή, κλείστηκε μαζί του μέσα κι άνοιξε μια συζήτηση που βάστηξε μια ώρα. Στο διάστημα αυτό ο ζωγράφος δείχτηκε αποφασιστικός. Κατήχησε μ’ όλη του την ορμή, ξανοίχτηκε ανεπιφύλαχτα. Κι όταν τελείωσε, ζήτησε με θάρρος να επαναλάβει ο Κωσταντής όσα άκουσε, για να δει αν πρόσεχε. Ο Κωσταντής φυσικά δεν μπόρεσε να τα πει καλά. Κάποια προθυμία έδειξε, βέβαια, μα μπέρδευε συνεχώς τα λόγια του, έπεφτε σε λάθη και γενικά τα ’κανε θάλασσα. Στο τέλος θύμωσε και τα παράτησε. Τότε, ο ζωγράφος είπε:

-      Δε μου μένει πια παρά να πάω να σκοτωθώ.

     Και πήγε να φύγει, ο θεός ξέρει με ποια πρόθεση. Ο Κωσταντής τα χρειάστηκε. Να χάσει στα καλά καθούμενα το ζωγράφο, τρόμαζε και να το σκεφτεί, η πατρική του καρδιά τού ήταν απόλυτα δοσμένη. Τον άρπαξε λοιπόν από το μανίκι και τόσο είχε συγκινηθεί, που δεν έβρισκε τι να του πει. Ο δε ζωγράφος, άνθρωπος καπάτσος στην ψυχολογία, μυρίστηκε το δράμα του κουρσάρου και το εκμεταλλεύτηκε με χαρά, όπως είχε κάνει άλλοτε και με τα δάκρυα.

     Ήτανε λοιπόν το αποτέλεσμα να καθίσει πάλι ο Κωσταντής στο μπαούλο και ν’ ακούσει προσεχτικά το ζωγράφο. Πάσχισε να μην του φύγει ούτε λέξη, γιατί ο ζωγράφος θα τον ρωτούσε στο τέλος κι έπρεπε οπωσδήποτε ν’ απαντήσει. Θέμα ήτανε το νέο σώβρακο του γιατρού κι έμπαινε λοιπόν το ερώτημα, αν έπρεπε για τούτο να ρίξουν έναν άνθρωπο στη θάλασσα, τον αποθηκάριο επί παραδείγματι. Ο ζωγράφος υποστήριζε «όχι» κι ο Κωσταντής πρόσεχε και σημάδευε στο νου του «όχι». Το μάθημα προχωρούσε κανονικά, όταν μπήκε ένας μπαρμπερίνος ν’ αναφέρει πως η διορία πέρασε, δίχως ο αποθηκάριος να βρει το σώβρακο. Τον είχανε λοιπόν στο σακί και περίμεναν διαταγή για τα παρακάτω. Ο ζωγράφος τρόμαξε. Ο Κωσταντής όμως έδωσε μια διαταγή, που έδειχνε καθαρά πως είχε καταλάβει πολλά από τα λόγια του ζωγράφου. Είπε στον μπαρμπερίνο:

-      Να τον βγάλουν αμέσως από το σακί και να μην του πειράξουν μήτε τρίχα.

-      Και ποιον θα ρίξουμε στη θάλασσα; ρώτησε με περιέργεια αυτός.

-      Κανέναν! αποκρίθηκε ο Κωσταντής, κοιτάζοντας περήφανα το ζωγράφο.

     Λύγισε τότε ο ζωγράφος, βλέποντας το έργο του να καρποφορεί.

-      Πάντα μου είχα ελπίδες για σένα, του είπε γλυκά και τον κοίταξε στα μάτια.

     Μπροστά στη συγκινητική αυτή αναγνώριση, ο Κωσταντής ένιωσε μια παιδική χαρά και φίλεψε τον μπαρμπερίνο ένα μασούρι ζάχαρη. Αυτός το πήρε με σεβασμό, μα ωστόσο δεν ξέχασε και το σκοπό του.

-      Και τι θα γίνει τώρα με το σώβρακο του γιατρού; ρώτησε.

-      Να πείτε στο λοστρόμο να σας δώσει ένα. Αυτός έχει δυο.

    Ο ζωγράφος χαμογέλασε γλυκά κι ο Κωσταντής ενθουσιάστηκε και πρόσθεσε:

-      Αν τόνε πιάσει το πείσμα και δε θέλει να το δώσει, να του κόψετε το δεξί αυτί.

     Ένιωσε όμως αμέσως ότι αυτό που είπε για το αυτί στενοχωρούσε το ζωγράφο. Τον κοίταξε, τον είδε αυστηρό και πείστηκε πια πως δεν έπρεπε να ειπωθεί τίποτα για το αυτί του λοστρόμου.

-      Να μην του κόψετε τ’ αυτί, είπε και κατέβασε τα μάτια.

     Ο μπαρμπερίνος έφυγε και το μάθημα συνεχίστηκε με καινούρια ορμή από μέρους του ζωγράφου.

 

 

     Με τον καιρό ο Κωσταντής έμπαινε σε καινούριους κόσμους. Ο ζωγράφος του είχε μάθει ανάγνωση και γραφή κι έτσι το μάθημα τώρα γραφότανε. Η γραφή όμως που διδάχτηκε ο Κωσταντής ήτανε λατινική, γιατί ο ζωγράφος, ταξιδεμένος από τα μικρά του χρόνια στη Φραγκιά, πρέπει να είχε ξεχάσει το ελληνικό αλφάβητο και μάλιστα είναι πιθανό να μην το διδάχτηκε ποτέ. Έτσι, λοιπόν, ο Κωσταντής έγραφε μιαν ακατανόητη ελληνική γλώσσα, με τριάντα τοις εκατό ξένες λέξεις κάθε γειτονικής στη Μεσόγειο εθνικότητας, με στοιχεία λατινικά. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να μορφώνεται. Προχώρησε μάλιστα η μόρφωσή του ως το σημείο να μπορεί να ζωγραφίζει και λίγο, ύστερα από κάμποσα μαθήματα που είχε λάβει στο μεταξύ. Σχεδίαζε φρεγάτες και μπρίκια, κατά ιδιαίτερη όμως προτίμηση μπαλτάδες και κανόνια. Ο ζωγράφος του έδινε ελπίδες για τα μπρίκια και τις φρεγάτες, μα στους μπαλτάδες και τα κανόνια στεκότανε σκεφτικός. Θα προτιμούσε, έλεγε, να δει στη θέση τους ειρηνικά πουλιά ή το λιγότερο δυο χέρια σε στάση χειραψίας. Αυτό όμως ο Κωσταντής δυσκολεύτηκε να το καταλάβει. Με τον καιρό όμως το κατάλαβε κι αυτό κι ήρθε, τέλος, μια μέρα που βγήκε η ακόλουθη διαταγή για την τύχη των αιχμαλώτων.

     «… Από δω και πέρα οι αιχμάλωτοι θα τρώνε μονάχα ένα γερό ξύλο και τίποτ’ άλλο».

     Οι πειρατές διαμαρτυρήθηκαν. Έσκυψαν όμως το κεφάλι, αφού σύρθηκαν οι τολμηρότεροι στο μπαλαούρο και ξυλοκοπήθηκαν άγρια από τον ίδιο τον Κωσταντή. Ο παραγιός του μάγερα συγκεκριμένα βγήκε από το μπαλαούρο κουτσός.

                                                                                                                                                                                 




2ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA