[Η μεταστροφή του Κωσταντή τον οδηγεί τις επόμενες μέρες να βγάλει καινούργια διαταγή: «Οι αιχμάλωτοι είναι πλάσματα του καλού θεού και κανένας, εκτός από τον καλό θεό, δεν έχει δικαίωμα να τους δείρει» Το πλήρωμα στην αρχή αγανακτεί με τη μεταμόρφωσή του αλλά με τον καιρό αποκτά κι αυτό τις συνήθειες του καπετάνιου. Σιγά σιγά έμαθαν όλοι λατινικά το «Δόξα Πατρί», συζητούσανε και βρίσκανε ότι προτού μπει στη μέση ο ζωγράφος τραβούσαν για την κόλαση με ούλα τα πανιά. Ρίχτηκαν λοιπόν στη θρησκεία μ’ ένα φανατισμό που ξεπερνούσε κάθε πρόβλεψη.

Πρώτος ο λοστρόμος κι ύστερα και οι υπόλοιποι τρέχουν στην καμπίνα του Κωσταντή να πούνε τα κρίματά τους για να ξαλαφρώσουν. Ο Κωσταντής βουτηγμένος στα καινούρια του χρέη, παραδίδει το γκουβέρνο του καραβιού στο ζωγράφο, ο οποίος αναλαμβάνει το κουμάντο και εμπιστεύεται τη διαχείριση της αποθήκης στον Ιταλό γαντσαδόρο, αφού ο αποθηκάριος λόγω νευρικού κλονισμού έχει εγκαταλείψει τα τρόφιμα στο έλεος των ποντικιών.]      

 

 Ο Ιταλός γύρισε στην αποθήκη με καινούρια ορμή και στο μέλλον στάθηκε ένας καλός και άξιος αποθηκάριος. Ο προκάτοχός του δεν το πήρε προσβολή, που του αφαίρεσαν το αξίωμα. Έδεσε το σώβρακο στη μέση του για περισσότερη ασφάλεια, και τριγύριζε πέρα δώθε με απεριόριστη άδεια. Μονάχα στην καμπίνα του Κωσταντή δεν πλησίαζε. Του λέγανε να πάει να ξομολογηθεί κι αυτός, μα πάντα τρόμαζε με κάτι τέτοιες κουβέντες. Ψαχούλευε τότε στη μέση του, βεβαιωνότανε για κάτι και ησύχαζε. Στο λοστρόμο είχε μιαν απέραντη λατρεία. Τον έπαιρνε σχεδόν από πίσω και με την επιμονή του κατάφερε να τον συμπαθήσει κι ο λοστρόμος. Τέλος, έγιναν φίλοι και δε χώρισαν ποτέ.

 

 

     Ένα πρωί, ο Ιταλός παρουσιάστηκε ταραγμένος στο ζωγράφο. Χαιρέτησε στρατιωτικά κι ανάφερε πως, αν είχε λογαριάσει σωστά, τα τρόφιμα σε λίγες μέρες θα σωθούν. Ο ζωγράφος πήρε το κανοκιάλι, επισκόπησε ένα γύρο τη θάλασσα, και ρώτησε:

-      Ξέρεις πού βρισκόμαστε πάνω κάτω;

-      Βρισκόμαστε καμιά εκατοστή μίλια έξω από τη Σπάνια, σιόρ καπτάν ζωγράφο.

-      Σωστά. Είναι μακριά το ορμητήρι;

     Ο Ιταλός σίμωσε ένα βήμα και είπε σιγά:

-      Αν τραβήξουμε για τ’ ορμητήρι μας, δε θα προφτάσουμε να βγούμε ζωντανοί. Το

νερό θα σωθεί και θα μας κόψει κι η πείνα, χώρια που μπορεί να πέσουμε και σε κανένα σπανιόλικο του στόλου. Τούτο τον καιρό βολτατζάρουνε πολλά από δαύτα κείθε κάτω.

     Ο ζωγράφος έσφιξε το κανοκιάλι στα χέρια του και ρώτησε με τα μάτια αλλού:

-      Περνούν τίποτα μπρίκια από δω;

-      Αν βάλουμε πλώρη ανατολικά, μπορεί να μας τύχουνε και δυο και τρία μπρίκια

στο δρόμο.

-      Δε σε ρωτώ για τρία, αλλά για ένα… απαραίτητο.

-      Όσο για ένα, ο θεός θα μας λυπηθεί και θα μας το στείλει, σιόρ καπτάν ζωγράφο,

ψιθύρισε ο Ιταλός και κατέβασε τα μάτια.

     Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Κωσταντής. Ερχόταν από την καμπίνα του, χλομός και δακρυσμένος και με τα φρύδια ψηλωμένα όπως πάντα. Στα χέρια του κρατούσε μολύβι και χαρτί, το πελώριο κορμί του σκαμπανέβαινε στη θλίψη.

-      Ειρήνη υμίν! είπε κι ευλόγησε τριγύρω, κάνοντας το σημείο του σταυρού στον

αέρα.

     Κάθισε με κόπο σε μια κασόνα. Αναστέναξε κι εξήγησε πως τον βασανίζει από το πρωί η θύμηση ενός Βενετσάνου καπετάνιου, που τον θανάτωσε πέρσι, χύνοντας με το χωνί έναν κουβά θάλασσα στο στομάχι του.

-      Και για να καταλάβεις το μεγάλο μου κρίμα, αδελφέ εν Χριστώ ζωγράφε, μάθε

πως η θάλασσα δε μου φάνηκε αλμυρή κι είπα να ρίξουνε στον κουβά μια οκά αλάτι ακόμα. Αλλά και πάλι δε μου φαίνεται πως σου τα λέω όλα κι αυτό είναι που με βασανίζει το πιο πολύ.

     Ο ζωγράφος σώπαινε. Ο Ιταλός όμως κούνησε το κεφάλι, δείχνοντας έτσι συμμετοχή στον πόνο του αμαρτωλού του καπετάνιου. Ψιθύρισε πως το θυμάται. Ήτανε μπροστά και μάλιστα αυτός ο ίδιος ανακάτεψε το αλάτι, για να λιώσει καλά. Μόνο που δεν ήτανε μια οκά, φαινότανε για παραπάνω.

-      Ώστε λες πως ήτανε παραπάνω; ρώτησε ο Κωσταντής με μια θλιβερή σύγχυση

στη φωνή.

-      Ειρήνη υμίν! αποκρίθηκε ο Ιταλός, που θέλησε με τούτο να τον παρηγορήσει,

γιατί τον λυπήθηκε.

     Η καρδιά του δε βάστηξε να του πει πως το αλάτι ήτανε σωστές τρεις οκάδες. Ο Κωσταντής κούνησε με απελπισία το χοντρό του κεφάλι και στράφηκε στο ζωγράφο:

-      Αχ! αναστέναξε. Πολύ θα με βασανίζει τούτο δω. Έλα τώρα, αδελφέ, πε μου

καμιά καινούρια προσευχή, θα μου γλυκάνει τον πόνο.

     Ο ζωγράφος του είπε καμιά εικοσαριά λατινικές λέξεις που θυμότανε, κι ο Κωσταντής τις έγραψε με αναστεναγμούς και δέος θρησκευτικό. Μια ορισμένη φράση, μάλιστα, του τράβηξε ιδιαίτερη την προσοχή και την ψιθύρισε κοιτάζοντας με υγρό βλέμμα στον ορίζοντα.

-      Πρόκα ρεξ αλμπανόρουμ…

     Σηκώθηκε με κόπο από την κασόνα, είπε «ειρήνη υμίν» και κίνησε να φύγει βαρύς και πικραμένος. Περνώντας μπροστά στον Ιταλό σταμάτησε και ρώτησε:

-      Γιατί σ’ έχασα τούτες τις μέρες, Λουίτζι; Δεν έρχεσαι πια να μου πεις τα κρίματά

σου. Κι όμως, Λουίτζι, πρώτα ερχόσουνα και τα μεσάνυχτα. Θυμάσαι τη γίδα;

     Ο Λουίτζι κατέβασε τα μάτια κι είπε πως η γίδα ήταν το τελευταίο κρίμα που θυμόταν. Όλα τ’ άλλα τα είχε πει. Όταν θα θυμότανε κανένα καινούριο θα πήγαινε να το πει κι αυτό.

-      Έτσι να κάνεις, Λουίτζι, ψάξε και σε περιμένω. Πρόκα ρεξ αλμπανόρουμ…

     Και ξεκίνησε με βαριά κουρασμένα βήματα. Ο Ιταλός τον περίμενε να φύγει, και σίμωσε το ζωγράφο, να του πει πως ξέρει όλη την ιστορία του Βενετσάνου καπετάνιου κι είναι πρόθυμος να την ιστορήσει. Πρόσθεσε, μάλιστα, πως μέσα στον κουβά είχανε ρίξει και μια χούφτα μικρά καβούρια, μα ο καπετάνιος φαίνεται το είχε ξεχάσει.

     Ο ζωγράφος δεν αποκρίθηκε. Πήρε το κανοκιάλι, κοίταξε ένα γύρο στη θάλασσα και μουρμούρισε με συλλογή:

-      Ανατολικά λοιπόν πρέπει…

     Είδε τον Ιταλό που τον κοίταξε λοξά και του είπε ψυχρά να γυρίσει στην αποθήκη του. Ο Λουίτζι έφυγε.

     Ο ζωγράφος κάθισε σε μια κασόνα και μπλέχτηκε σε σκέψεις βασανιστικές. Μέρες τώρα πάλευε με τη συνείδηση του. Αλλά η αδυσώπητη ανάγκη ορθωνότανε μπροστά του δίχως έλεος, σύντριβε τις απελπισμένες αντιρρήσεις του, ώσπου κυριάρχησε στο τέλος κι ο ζωγράφος το δέχτηκε σαν λογική συνέπεια μιας αναντίρρητης πραγματικότητας. Σηκώθηκε από την κασόνα με απόφαση και σε λίγο η φρεγάτα έβαζε πλώρη ανατολικά. Την αλλαγή της πορείας την ανέφερε για τον τύπο και στον Κωσταντή, μα αυτός δεν έδωσε σημασία. Οι μέρες περνούσαν γεμάτες αγωνία για το ζωγράφο. Οι νύχτες του ήτανε λευκές.

 

 

     Διακόσια μίλια στ’ ανοιχτά της Ιταλίας φάνηκε, τέλος, κάποιο πρωί, μια βενετσάνικη γαλέρα, με κατεύθυνση νοτιοανατολική. Ο ζωγράφος, που επισκοπούσε από ώρες τη θάλασσα, ανεβασμένος στο κατάρτι, έσφιξε το κανοκιάλι και κατέβηκε βιαστικά στην καμπίνα του Κωσταντή. Τον βρήκε να ζωγραφίζει ένα περιστέρι και μπήκε στο θέμα γρήγορα. Του εξήγησε πως τα τρόφιμα σωνότανε αύριο το πρωί, καθώς και το νερό και ζήτησε τη γνώμη του πάνω σ’ αυτό. Ο Κωσταντής, απόσωσε ήσυχα δυο πιτσιλάδες στα φτερά του περιστεριού και είπε:

-      Ο Κύριος είναι μέγας.

     Ο ζωγράφος του εξήγησε το αρχαίο ρητό «συν Αθηνά και χείρα κίνει», αλλά ο Κωσταντής δεν ήξερε καμιά Αθηνά κι ούτε ήθελε να μάθει. Ο ζωγράφος έξυσε σκεφτικός το σαγόνι του κι έκανε μιαν αόριστη νύξη για τη γαλέρα που φάνηκε μακριά. Στο άκουσμα όμως της γαλέρας, ελαφρό φύσημα ταραχής πέρασε από την όψη του Κωσταντή.

-      Γαλέρα, ψιθύρισε, και πήγε στο φινιστρίνι να δει.

     Ο ζωγράφος συγκεντρώθηκε.

    -   Από δω δε φαίνεται τίποτα, είπε. Αν θέλεις, όμως, ανεβαίνουμε στο κατάστρωμα και με το κανοκιάλι…

-      Εγώ την είδα από το κατάρτι.

-      Αχ ναι, κι εγώ στο κατάρτι ανέβαινα κάτι τέτοιες φορές… Και μάθε πως πρέπει

να ’ναι βενετσάνικη η γαλέρα στα νερά που βρισκόμαστε, αδελφέ εν Χριστώ ζωγράφε.

-      Και φαίνεται φορτωμένη γερά.

-      Γερά, ε; Αχ ναι, έτσι είναι πάντα τους αυτοί οι Βενετσάνοι. Πάνε γυρεύοντας για..

Ήμαρτον, Κύριε!

-      Λοιπόν; Τι θα γίνει τώρα;

-      Θα γίνει… μα τι θες να γίνει; Οχ! αναστέναξε και κούνησε το χοντρό του κεφάλι.

Τρελάθηκες, μου φαίνεται, σήμερα, αδελφέ εν Χριστώ. Κάθεσαι τώρα και μου λες… Μα για τ’ όνομα του Κυρίου ημών, τι σου ’ρθε ν’ ανεβείς στο κατάρτι πρωί πρωί;

     Στάθηκε λίγο σκεφτικός και συμβούλεψε:

    -   Αν αγαπάς την ψυχή σου, πέταξε αυτό το κανοκιάλι από τα χέρια σου. Πολλές συφορές θα σου φέρει στη μέλλουσα κρίση το καταραμένο.

     Ο ζωγράφος δεν αποκρίθηκε. Πήρε κάπως αδιάφορα ένα μολύβι, έκανε σκιά στα φτερά του περιστεριού κι είπε, το ίδιο κάπως αδιάφορα:

-      Λένε πως είναι όμορφο πράμα το ρεσάλτο.

-      Ποιοι το λένε;

-      Μα όλοι, βέβαια.

-      Ναι… μπορεί να ’ναι κι έτσι και να ’χουνε λίγο δίκιο οι δυστυχισμένοι.

-      Και πώς γίνεται ακριβώς;

-      Το ρεσάλτο πώς γίνεται;

-      Το ρεσάλτο.

-      Γίνεται το ρεσάλτο… πώς θέλεις να γίνεται; Όπως όλες οι αμαρτίες, έτσι γίνεται

κι αυτό. Τι να τα λέει, όμως τώρα κανείς και να κολάζεται… Είδες το περιστέρι;

-      Λένε πως είναι μεγάλη δουλειά ένα καλό ρεσάλτο.

-      Αχ! Δεν ξέρω τι σ’ έπιασε σήμερα και δε θέλεις να δεις το περιστέρι.

-      Ρίχνουν μου φαίνεται και κάτι κανονιές μετά.

-      Όχι έτσι, οι κανονιές είναι στην αρχή.

-      Πότε στην αρχή;

-      Μα τι ήρθες να μου κάνεις σήμερα! φώναξε απελπισμένος ο Κωσταντής, που στα

λόγια του ζωγράφου ένιωθε την ψυχή του να γυρίζει επικίνδυνα στα περασμένα. Να: Δεν πρόφτασα ακόμα να καθαριστώ από τις αμαρτίες μου και μου ’ρχεσαι πρωί πρωί με κάτι κουβέντες… με ρωτάς τώρα, πότε στην αρχή…

     Ο ζωγράφος σώπασε. Για λίγες στιγμές ακουγότανε μονάχα το πάφλασμα της μπουνάτσας στα πλευρά της φρεγάτας. Ο Κωσταντής έκανε μια βόλτα, σίμωσε στο φινιστρίνι και με φοβερό κόπο κατάφερε να μη ρίξει το βλέμμα του έξω. Τότε ο ζωγράφος είπε:

-      Θα ’ναι όμορφο πράμα να βλέπει κανένας το ρεσάλτο από το κατάστρωμα.

     Ο Κωσταντής στράφηκε με λάμψη στα μάτια.

-      Όχι στο κατάστρωμα! φώναξε. Στο κατάρτι, εκεί είναι το καλύτερο. Όταν ανεβείς

στο κατάρτι, τα βλέπεις όλα από ψηλά κι άμα είναι ήλιος οι μπαλτάδες αστράφτουνε σαν να πετάνε σπίθες. Τέτοιο μεγαλείο δε λέγεται και μια φορά να το δεις, σου κλέβει το άτιμο την ψυχή και φωνάζεις, σαν Τούρκος, αμάν!

     Τα λόγια του βγαίνουν απανωτά και τα μάτια του στρογγυλεύουν, όλο στρογγυλεύουν. Ο νους του ρίχνεται σαν σφαίρα στα περασμένα. Μιλάει για τα ομορφότερα ρεσάλτα της ζωής του και σταματάει με ρίγος στο ομορφότερο απ’ όλα, κείνο που ’γινε πέρσι στη βενετσάνικη γαλέρα Ζέζους Κρίστους, ένα πράμα που δεν είναι ν’ ακούσει για γαλέρα από τότε και να μην πάθει. Ήτανε δε καπετάνιος στη γαλέρα ο θεόρατος εκείνος Βενετσάνος, που θανατώθηκε πέρσι μ’ έναν κουβά αλατισμένη θάλασσα και…

     Ξαφνικά σταματάει, με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια τρομαγμένα, σαν να ξεφύτρωνε κει μπροστά μια φοβερότατη εικόνα.

-      Χάθηκα! λέει, και πέφτει στο μπαούλο. Μου ’ρθε τώρα δα σαν μπαλταδιά. Χώρια

από τ’ αλάτι είπα να ρίξουνε στον κουβά και μια χούφτα καβούρια. Τι θα γίνω τώρα;

     Ο ζωγράφος ταράχτηκε. Βιαστικά βιαστικά, σαν να ’θελε να προλάβει κάτι, είπε:

-      Λοιπόν, που λέγαμε για το ρεσάλτο;

-      Αχ! κάνει ο Κωσταντής, δίχως ν’ ακούει τίποτα. Πάντα μου το ’λεγα πως δεν

ήτανε μοναχά τ’ αλάτι. Ξαγρυπνούσα να θυμηθώ τι ήτανε τ’ άλλο που με βασάνιζε και να τώρα που θυμάμαι ξαφνικά τα καβούρια…

     Ο ζωγράφος τον κοίταξε με προσοχή. Τον ψυχολόγησε φαίνεται καλά και τράβηξε για την πόρτα, με την οδυνηρή, αλλά αναγκαία απόφαση, να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις από δω κι εμπρός. Πριν όμως φύγει, ο Κωσταντής ήρθε παραπατώντας και στάθηκε μπροστά του. Είχε μια όψη θλιβερού ικέτη, καθώς τον κοίταζε βουβός.

-      Τι είναι; ρώτησε ψυχρά ο ζωγράφος.

-      Ίσαμε να φύγει η γαλέρα ή ό,τι άλλο γίνει, κλείσε με δω μέσα, στην καμπίνα, να

μην μπορώ να βγω. Είμαι βλέπεις, ακόμα φρέσκος στη θρησκεία.

     Και τα δάκρυα τού μούσκεψαν τα γένια. Ο ζωγράφος το υποσχέθηκε, έφυγε και το ’κανε.

     Σε λίγο σύναξε το πλήρωμα στο κατάστρωμα και τους έλεγε τα πράματα καθαρά. Από αύριο και πέρα δε θα είχανε μήτε φαΐ, μήτε νερό. Αν εξαιρέσει κανένας το λοστρόμο, που χάρηκε, οι άλλοι μαζέψανε τα φρύδια τους. Είπανε πως αυτό είναι διαβόλου κατάρα, μα δεν έκαναν και λόγο για κούρσεμα, ύστερ’ από τόσες προσευχές που είχανε μάθει. Ο ζωγράφος, όμως, τους έβγαλε από το δίλημμα. Τους είπε πως ο καλός θεός τους στέλνει μια βενετσάνικη γαλέρα. Θα τη σταματήσουνε, λοιπόν, για να δανειστούνε τρόφιμα και νερό.

-      Και πώς θα γίνει δίχως μπαλταδιές; ρωτήσανε μερικοί.

-      Θα κοιτάξουμε να γίνει, είπε ο ζωγράφος. Δε θα τους πειράξουμε, θα τους

θυμίσουμε μόνο πως, σαν καλοί χριστιανοί, έχουνε χρέος να μοιραστούνε μαζί μας το έχει τους.

-      Κι αν δεν θελήσουν να θυμηθούν τα χρέη τους;

-      Θα τους τα θυμίσουμε μεις!

     Και βρήκε καλό να τους μιλήσει για το εδάφιο που αναφέρεται στον Ιησού και τους εμπόρους εντός του ναού. Για κάθε ενδεχόμενο, μάλιστα, τους σύστησε να ετοιμάσουν τα κανόνια και να πάνε στα πόστα τους, έτοιμοι για κάθε διαταγή. Ο Ιταλός γαντσαδόρος βγήκε τότε δυο βήματα μπροστά και δήλωσε πως αυτή τη στιγμή κλειδώνει την αποθήκη του και ξαναγυρίζει στο γάντσο, μέχρι να τελέψει η δουλειά της γαλέρας. Ο ζωγράφος το δέχτηκε κι ο Λουίτζι, γυρίζοντας στο πλήρωμα, φώναξε:

-      Ζήτω του σιόρ καπτάν ζωγράφου!

-      Ζήτω! βούιξαν οι άλλοι.

-      Και τώρα γυρίστε στα πόστα σας! έδωσε διαταγή ο ζωγράφος.

     Το πλήρωμα υπάκουσε. Σε λίγο, ανεβασμένος ψηλά, στο κατάρτι, ολομόναχος εκεί πάνω ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, ο ζωγράφος κοίταζε βαθιά μέσα στην ψυχή του. Σκέφτηκε τον καιρό που ζωγράφιζε τις σφαγές κι έβαλε μπροστά του το ερώτημα: «Αν του τύχαινε να δει σε λίγο ένα καλό ρεσάλτο με κεφάλια και πόδια στον αέρα, πώς θα το δεχόταν;» Προτού η απόκριση φτάσει στα χείλη του, ένιωσε μέσα του το ξύπνημα κάποιου φόβου, όχι τόσο έντονα, όμως, ώστε να του ’ρθει σβήσιμο, όπως τότε. Τι άλλαξε λοιπόν; Η καρδιά του περιστεριού, που φαινότανε να ’χει στα στήθη του, άλλαξε μήπως με τον καιρό; «Μπορεί…», ψιθύρισε άθελά του. «Συνήθεια, λοιπόν, είναι όλα;», ρώτησε τον αέρα που γλιστρούσε στα ξάρτια. Και το γλίστρημα του αέρα έφτανε γύρω του, σαν απόκριση από το υπερπέραν, με ήχους ακατανόητους, που μπορούσαν όμως να σχηματίσουν τη λέξη «ίσως».

     Σε λίγο κατέβηκε από το κατάρτι και σύστησε στο πλήρωμα ν’ ακονίσει τους μπαλτάδες του, για κάθε ενδεχόμενο. Μέσα του όμως ευχόταν με όλη του την ειλικρίνεια να μη λάχει τέτοιο ενδεχόμενο. Κι αν ό μη γένοιτο… βρισκόταν εκεί ο Λουίτζι, αυτός θα ’παιρνε το κουμάντο του ρεσάλτου.

     Η γαλέρα τώρα βρίσκεται σε απόσταση βολής από το πειρατικό. Ορθός στο πόστο του, ο ζωγράφος ρίχνει μια τελευταία ματιά στο πλήρωμα, που προσμένει διαταγές. Δίπλα ο Λουίτζι, με την τρομπαμαρίνα στο χέρι, καρτερεί να μεταδώσει την πρώτη διαταγή του καπετάνιου, ντούρος κι αποφασιστικός και με μεγάλη συναίσθηση της ευθύνης του.

-      Ανεβάστε λευκή σημαία για δείγμα φιλικό και ρίξτε μια κανονιά για ειδοποίηση!

διατάζει ο ζωγράφος.

     Ο Λουίτζι δίνει τη διαταγή στο πλήρωμα και σε λίγο η πρώτη κανονιά βροντάει στον αέρα. Με ρίγος ο ζωγράφος φέρνει το κανοκιάλι στο μάτι του. Στο κατάρτι της γαλέρας ανεβαίνει γοργά μια λευκή σημαία.

-      Δόξα τω Θεώ, ψιθυρίζει και σκουπίζει το ιδρωμένο του κούτελο. Γλιτώσαμε το

ρεσάλτο, Λουίτζι. Παραδόθηκαν.

-      Ο Κύριος είναι μέγας! αποκρίθηκε συγκινημένος αυτός, και πρόσθεσε: Ωστόσο

καλό είναι οι κανονιέρηδες να μείνουνε στα πόστα τους, μην τύχει και μας παίζουν καμιά μπαμπεσιά.

-      Δηλαδή;

-      Καλό είναι να μη ζυγώσουμε ακόμα, μπας και μας έρθει καμιά ξαφνική μπαταριά

απ’ όλα τα κανόνια της μπάντας. Αν μας τη ρίξουνε, σιόρ καπτάν ζωγράφο, θα πάθουμε στραπάτσο και θα μας δυσκολέψει να την κουρσέψουμε τη γαλέρα. Αφήνω πια που θα τη φάμε πρώτα εμείς, εδώ ψηλά που στεκόμαστε.

     Ο ζωγράφος κάτι τέτοιο δεν το ’χε σκεφτεί. Τα λόγια του Λουίτζι τον ανησύχησαν κι έκανε μιαν αυθόρμητη κίνηση να προφυλαχτεί πίσω από μια βαρέλα. Ευτυχώς, όμως, για το γόητρο του, συγκρατήθηκε. Είδε το Λουίτζι που στεκότανε ψύχραιμος, ντράπηκε και τέλος θύμωσε.

-      Πρέπει λοιπόν να τους αρχίσουμε αμέσως στις κανονιές; ρώτησε.

     Ο Λουίτζι όμως έκανε με το κεφάλι του «όχι», και είπε:

    -   Αν θέλουμε να πάμε με τη βουλή του Κυρίου, δεν μπορούμε να τους ρίξουμε τώρα που σήκωσαν κι αυτοί άσπρο πανί.

-      Και τι πρέπει να γίνει, λοιπόν;

    -   Θα γίνει τούτο, λέει τώρα με απόφαση ο Λουίτζι. Πέντε άντρες θα μπούνε σε μια βάρκα και θα πάνε στη γαλέρα να χαλάσουν τα κανόνια. Όταν αυτοί γυρίσουνε πίσω, θα διπλαρώσουμε τότε κι εμείς.

-      Λοιπόν ναι, έτσι να γίνει. Να ετοιμαστεί γρήγορα μια βάρκα.

     Ο Λουίτζι όμως είπε και κάτι άλλο ακόμα. Είπε:

    -   Καμιά φορά, αυτοί οι Βενετσάνοι είναι μπαμπέσηδες. Μπορούνε μια χαρά να τους σφάξουνε τους πέντε, να σημαδέψουν ύστερα με το πάσο τους και να ρίξουν πρώτοι. Πρέπει το λοιπόν ν’ αποφασίσει το κεφάλι του όποιος ξεκινήσει για τη γαλέρα.

-      Αλλά με τέτοιο κίνδυνο, ποιος θα πάει, Λουίτζι;

     Τότε ο Λουίτζι απίθωσε την τρομπαμαρίνα πάνω στη βαρέλα, στάθηκε προσοχή και είπε:

-      Θα διαλέξω τέσσερα παλικάρια και θα ξεκινήσω.

-      Θα πας εσύ;

-      Θα πάω εγώ. Θέλω μονάχα, αν τύχει και με σφάξουνε, να μ’ εκδικηθείς, σιόρ

καπτάν ζωγράφο.

     Ο ζωγράφος κοίταξε το Ιταλό στα μάτια, ρίγησε κι ορκίστηκε να τον εκδικηθεί. Και καθώς έπαιρνε όρκο, έτρεμαν τα χείλη του από συγκίνηση και πίστη σ’ ό,τι έλεγε. Ο Ιταλός άρπαξε το χέρι του, το φίλησε κι έφυγε βιαστικά. Σε λίγο, ορθός μέσα στη βάρκα, ανάμεσα φρεγάτα και γαλέρα, ανέμιζε το ακαθόριστο καπέλο του ψηλά, χαιρετώντας το ζωγράφο. Ο ζωγράφος δάκρυσε. Κατέβασε τα μάτια και κοιτάζοντας επίμονα τις μύτες των παπουτσιών του, ένιωσε την ύπαρξή του εκείνη τη στιγμή δεμένη στα πεπρωμένα του πειρατικού.

     Ο καπετάνιος της γαλέρας, αφού άκουσε με προσοχή το Λουίτζι και γύρεψε λίγες πληροφορίες για το ζωγράφο, δέχτηκε να μοιράσει τις προμήθειές του. Εκείνο που τον έκανε, είπε, να δείξει εμπιστοσύνη, ήταν η παρουσία ενός ζωγράφου καπετάνιου πάνω στο πειρατικό. Όπως κατάλαβε όμως ο Λουίτζι, ο λόγος που παραδόθηκε η γαλέρα βρισκόταν αλλού. Τα κανόνια της δεν έλεγαν μεγάλα πράματα, δυο τρία ήταν, από τον καιρό του παππού του, και το πλήρωμα φαινόταν μαζεμένο από τη σαβούρα όλων των λιμανιών. Ζήτημα, λοιπόν, μισής ώρας ήτανε το κούρσεμα της πελώριας αυτής γαλέρας. Για καλό και για κακό όμως, κατάστρεψε τα κανόνια, δανείστηκε χωρίς πολλές ευγένειες το καινούριο καπέλο ενός επιβάτη και μπήκε στη βάρκα να επιστρέψει.

     Ο ζωγράφος τον είδε που ανέμιζε και πάλι το καπέλο του, καθώς ερχόταν, κι ένιωσε μια παιδική χαρά. Σε λίγο τον αγκάλιαζε συγκινημένος. Ο Λουίτζι δε βάστηξε, του χάρισε το καινούριο του καπέλο κι ο ζωγράφος το δέχτηκε, για να τον ευχαριστήσει. Ο Λουίτζι πέταξε από τη χαρά του.

-      Να πεταχτώ να σου φέρω και κάνα ζευγάρι μπότες; ρώτησε με λαχτάρα.

-      Όχι. Μου φτάνει που γύρισες καλά, Λουίτζι.

     Μπροστά σε τόσο συγκινητικά λόγια, ο Ιταλός δάκρυσε σαν κορίτσι. Ντράπηκε, όμως, με τη συγκίνησή του και κρύφτηκε πίσω στη βαρέλα, δήθεν πως θα κάνει το νερό του. Ο ζωγράφος βρήκε πάλι την ψυχραιμία του, τίναξε το κορμί του και πήρε στα χέρια του το κουμάντο, που το ’χε ξεχάσει στο λίγο τούτο διάστημα, ώσπου να γυρίσει πίσω ο Λουίτζι. Δόθηκαν διαταγές και σε λίγο η φρεγάτα διπλάρωνε τη γαλέρα.

     Το πλήρωμα φέρθηκε τίμια. Κουβάλησε ήσυχα τα μισά τρόφιμα της γαλέρας κι έκλεισε τα μάτια του στον πειρασμό. Ο Λουίτζι, όμως, πάλεψε πολύ και με μεγάλο κόπο κρατήθηκε να μη γδύσει έναν αρχοντάνθρωπο Βενετσάνο, ντυμένο με την τελευταία μόδα, καθώς του φαινόταν του Λουίτζι. Οι κίτρινες μπότες του προπαντός τον βασάνισαν επίμονα, του ερχόταν απελπισία να τις βλέπει σε ξένα ποδάρια. Τον συμβούλεψε λοιπόν μέσα στην ταραχή του να πάει να κρυφτεί, γιατί, όπως του εμπιστεύτηκε, δεν μπορούσε να δώσει εγγύηση για τίποτα. Και μόνο όταν οι κίτρινες μπότες χάθηκαν από τα μάτια του, ξαναβρήκε ο Λουίτζι την ψυχραιμία του κι έπραξε το καθήκον του πιστά, όπως ταίριαζε σ’ έναν αποθηκάριο και δεξί χέρι του καπετάνιου. Επίβλεψε μέχρι τέλος την τήρηση της τάξης κι είχε για βοηθούς, σ’ αυτήν τη δουλειά, τους δύο μπαρμπερίνους, που παράστεκαν το γιατρό κι ανήκαν έτσι στην ανώτερη τάξη του πειρατικού. Αυτοί δε, που κατάλαβαν την ευθύνη τους, στάθηκαν άξιοι βοηθοί του Λουίτζι και τσάκωσαν τον πρώην αποθηκάριο μ’ έναν ύποπτο μπόγο στη μασχάλη. Δίχως αργοπορίες τον οδήγησαν μπροστά στο Λουίτζι, άνοιξαν τον μπόγο και διαπιστώθηκε, τότε, πως ο αποθηκάριος είχε γδύσει τρεις Βενετσάνους ευπατρίδες, για να τους πάρει τα σώβρακα. Ο Λουίτζι κούνησε το κεφάλι του, με λύπη. Ένιωσε ντροπή για τον προκάτοχό του, που ρεζίλευε το πρώτο του αξίωμα για τρία σώβρακα με νταντέλες.

-      Τόσο πολύ λοιπόν ξέπεσες εσύ, ένας αποθηκάριος; ρώτησε

     Ο αποθηκάριος όμως δεν είχε μυαλό ν’ ακούσει τίποτα. Στεκότανε κειδά, με τα μάτια καρφωμένα στο λυμένο του μπόγο κι έτρεμε στην ιδέα πως μπορεί να του πάρουνε πίσω τη λεία του. Ο Λουίτζι, βέβαια, τον λυπήθηκε, στο χάλι που βρισκόταν, έσφιξε όμως την ψυχή του κι έκανε όπως του ’λεγε το καθήκον. Οδήγησε τον αποθηκάριο με τον μπόγο στους τρεις ευπατρίδες, που έστεκαν ακόμα γυμνοί από την τρομάρα τους, και μπάλωσε την κατάσταση μ’ έναν τρόπο έξυπνο, ώστε και οι ευπατρίδες να ξαναπάρουν τα σώβρακα και ο αποθηκάριος να μην εκτεθεί. Είπε:

    -   Ο σύντροφος από δω ήτανε να κουβαλήσει στη φρεγάτα τρεις μπότσες λάδι. Λοιπόν έκανε λάθος και πήρε τρία σώβρακα. Πάρτε τα πίσω και ξοφλάμε.

     Τα πέταξε στα πόδια τους. Αυτοί όμως δεν είχαν το κουράγιο ν’ απλώσουν τα χέρια τους και να τα πάρουν. Τραβήχτηκαν φοβισμένοι κι ο ένας απ’ αυτούς, το πιο παλικάρι κατά τα φαινόμενα, πήρε το θάρρος και είπε:

-      Όχι… Τα χαρίζουμε, αρκεί να φύγετε γρήγορα.

     Και κρύφτηκε πίσω από τους άλλους δυο, γιατί το κουράγιο του σωνότανε κάπου εκεί. Ο Λουίτζι δε συζήτησε την άποψή τους. Αφού ήταν έτσι, είπε στον αποθηκάριο, να τα πάρει, και ξαναγύρισε στη δουλειά του. Άλλα επεισόδια δε σημειώθηκαν, εκτός από το λοστρόμο, που ένας μπαρμπερίνος νόμισε πως κάπου τον πήρε το μάτι του να κουβαλάει έναν μπόγο στον ώμο του, γλιστρώντας με προφύλαξη. Δεν ήταν όμως βέβαιος και το ζήτημα σταμάτησε ως εκεί.

     Σε λίγο η μοιρασιά τελείωσε. Ο καπετάνιος της γαλέρας ευλόγησε το θεό, που δεν έπαθε χειρότερα και φανέρωσε τα φιλικά του αισθήματα, μ’ ένα ρολόι που χάρισε στο ζωγράφο. Αυτός το δέχτηκε, τον ευχαρίστησε, χαιρετηθήκανε μετά με συγκίνηση κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Η φρεγάτα άνοιξε πανιά και ξεκίνησε. Είχε πια προμήθειες για ένα μήνα, τον τελευταίο της, όπως θα δούμε παρακάτω.

     Η πρώτη δουλειά του ζωγράφου, μόλις γύρισε στη φρεγάτα, ήταν ν’ ανοίξει την καμπίνα του Κωσταντή. Όταν όμως άνοιξε την πόρτα, τον είδε σαστισμένο αντίκρυ του, μ’ ένα μικρό λοστό στο χέρι, που πάσχιζε να τόνε κρύψει, μα μέσα στην ταραχή του δεν τα κατάφερνε.

    -   Τι θέλει να πει αυτό; ρώτησε ο ζωγράφος, και στάθηκε στην πόρτα για κάθε ενδεχόμενο.

     Ο Κωσταντής κατέβασε τα μάτια κι είπε πως κυνηγούσε ένα ποντίκι. Ο ζωγράφος τον κοίταξε με υποψία.

-      Και πού είναι τώρα το ποντίκι;

-      Είναι τώρα… Το ποντίκι πού είναι;

-      Το ποντίκι.

     Ο Κωσταντής έψαξε τάχα ένα γύρο να βρει το ποντίκι, μα δεν ήτανε γεννημένος για ψέματα. Τον έπνιξε η ντροπή, πέταξε το λοστό και στάθηκε σαν κατηγορούμενος μπροστά στο ζωγράφο.

     -  Δεν μπόρεσα να βαστάξω, είπε. Καθόμουνα δω μέσα κι έλεγα προσευχή, όταν έσκασε η κανονιά και μου πήρε το μυαλό. Το ’βλεπα πια πως δεν είχα σωτηρία και παρακάλεσα τον Κύριο να με γλιτώσει από τον πειρασμό, μα ο Κύριος φαίνεται δεν το θέλησε, ώσπου στα ύστερα δε βάστηξα και πήρα το λοστό.

-      Να τον κάνεις τι;

-      Να τον κάνω… Αχ! Πώς να σ’ το πω, αδελφέ εν Χριστώ; Να! είπε, κι έδειξε την

πόρτα.

     Ο ζωγράφος σίμωσε στην κλειδαριά κι είδε καθαρά ίχνη βιασμού.

-      Αν δεν είχες βάλει την μπάρα απέξω, θα την άνοιγα και τι θα γινόμουνα ύστερα;

     Ο ζωγράφος δεν αποκρίθηκε. Άφησε να περάσουν λίγες στιγμές και του ανάφερε πως είχανε κάνει προμήθειες για ένα μήνα. Ο Κωσταντής ρώτησε:

-      Πελεκήσατε πολλούς;

-      Δεν πελεκήσαμε κανέναν! είπε αυστηρά ο ζωγράφος και του εξήγησε με λίγα

λόγια πώς είχε γίνει η δουλειά.

     Κι επειδή ο Κωσταντής τον κοίταζε δύσπιστα, φρόντισε να ξεμπερδέψει μια ώρα αρχύτερα μ’ αυτή την ιστορία. Είπε:

-      Τι είχαμε πει πως είναι όλοι οι άνθρωποι;

     Θυμήθηκε ο Κωσταντής τις ηθικές αρχές, που η καταραμένη η κανονιά τις σκόρπισε στον αέρα, βυθίστηκε στη μετάνοια και ψιθύρισε:

-      Όλοι οι άνθρωποι είναι πλάσματα του καλού θεού.

     Και πρόσθεσε με υψωμένη ευλαβική φωνή:

-      Και κανένας, εκτός από τον καλό θεό, δεν έχει το δικαίωμα να τους πελεκήσει!

-      Σωστά! είπε ο ζωγράφος και του γύρεψε τη γνώμη του για την πορεία που θα

’πρεπε ν’ ακολουθήσει η φρεγάτα.

-      Αν θέλουμε να σωθούμε όλοι από την οργή του Κυρίου, συμβούλεψε ο Κωσταντής,

βάλτε πλώρη γραμμή για τ’ ορμητήρι μας. Φτάνει όσο μας βούτηξε στην αμαρτία η θάλασσα. Πάμε ν’ αράξουμε σε στεριά, να γλιτώσουμε και κάνα κομμάτι από την ψυχή μας.

     Ο ζωγράφος έμεινε σκεφτικός. Το ’θελε βέβαια πολύ να πατήσει, επιτέλους, σε στεριά, μα οι πληροφορίες του Λουίτζι για τα σπανιόλικα του στόλου που βολτατζάρανε κει κάτω, τον κρατούσαν δισταχτικό. Εμπιστεύτηκε λοιπόν στον Κωσταντή τις ανησυχίες του, γύρεψε τη γνώμη του και επειδή φοβήθηκε μην ακούσει καμιάν απάντηση σαν εκείνη, πως ο Κύριος είναι μέγας, του σύστησε να σκεφτεί το ζήτημα πραχτικά. Ο Κωσταντής όμως σκέφτηκε όπως όριζε η ψυχή του και το μόνο κίνδυνο που βρήκε, ήταν μην ανάψουν τα αίματά τους, όταν αντικρίσουν τους Σπανιόλους, κι αρχίσουν τις κανονιές. Μη πέσουν δηλαδή πάλι σε καινούριες αμαρτίες. Κανένα λόγο δεν έκανε για την περίπτωση που μπορούσαν οι Σπανιόλοι να τους πιάσουν και να τους κρεμάσουν στο κατάρτι. Το σημείο αυτό απόμεινε σκοτεινό κι ο ζωγράφος βιάστηκε να το θίξει, αλλά με τρόπο ώστε να μη φανεί πως φοβότανε κιόλας. Η απάντηση του Κωσταντή ήταν ακατανόητη. Είπε ήσυχα πως αυτό έπρεπε να το περιμένουν, θα τους κρεμούσαν οπωσδήποτε στο κατάρτι.

-      Και δε σου λέει τίποτα λοιπόν αυτό; ρώτησε ο ζωγράφος και ασυναίσθητα έπιασε

το λαιμό του.

     Ο Κωσταντής όμως έδειχνε με τη στάση του, πως δεν μπορούσε να καταλάβει σαν τι τάχα θα μπορούσε να του πει αυτό.

-      Μα δε φοβάσαι λοιπόν που θα σε κρεμάσουν;

-      Γιατί; ρώτησε ο Κωσταντής. Δε θα πάμε στον παράδεισο ύστερα; Αφού

μετανοήσαμε, δεν μπορεί, θα πάμε στον παράδεισο. Δεν το λένε οι γραφές;

     Ο ζωγράφος στάθηκε κατάπληχτος. Για μια στιγμή πήγε να θαυμάσει την πίστη που φώλιαζε στα πλατιά στήθη του κουρσάρου, αλλά την ίδια στιγμή φαντάστηκε και το κορμί του να κρέμεται στο κατάρτι. Τρόμαξε και κάθισε στο μπαούλο. Ο Κωσταντής έσκυψε ανήσυχος πάνω του.

-      Τι τρέχει, αδελφέ εν Χριστώ; Δεν το λένε λοιπόν οι γραφές;

     Ο ζωγράφος συγκεντρώνεται και βρίσκει λίγη ψυχραιμία.

-      Το λένε, ψιθυρίζει, και σηκώνεται από το μπαούλο.

     Ο Κωσταντής ησυχάζει κι ο ζωγράφος του εξηγεί τώρα πια πως το ζήτημα δεν είναι και τόσο απλό. Πολλοί από το πλήρωμα δεν έχουν ακόμα μετανιώσει για όλα τους τα κρίματα και φυσικά δεν είναι έτοιμοι για τον παράδεισο. Ποιος λοιπόν θα πάρει πάνω του την ευθύνη γι’ αυτούς; Καλό είναι να κάνουν λίγη υπομονή.

     Ο Κωσταντής τον άκουσε με προσοχή, σκέφτηκε και τα βρήκε όλα σωστά.

-      Και να δεις, είπε στο ζωγράφο, που ένας απ’ αυτούς είναι ο Λουίτζι. Από τότε με

τη γίδα τον έχασα, δεν ξαναφάνηκε. Πολύ θ’ αργήσει να ’τοιμαστεί αυτός ο άνθρωπος

     Ο ζωγράφος συμφώνησε πρόθυμα για την αργοπορία του Λουίτζι και ζήτησε να μάθει πού μπορούσανε ν’ αράξουν χωρίς κίνδυνο. Η θάλασσα έτρεφε και υποδαύλιζε τις αμαρτίες στις ψυχές και απαραίτητο λοιπόν ήτανε να πατήσουν γρήγορα χώμα. Ο Κωσταντής συμφώνησε και μάλιστα έφερε παράδειγμα τον ίδιο τον εαυτό του, που κινδύνεψε να ξαναπέσει στην αμαρτία σήμερα κιόλας εξαιτίας της κανονιάς.

-      Λαμπρά! είπε ο ζωγράφος. Πού όμως μπορούμε ν’ αράξουμε δίχως φόβο;

-      Στάσου να δεις… Να πάμε στο πρώτο ορμητήρι, εκείνο που είχαμε τα παλιά

χρόνια. Πέφτει λίγο μακρινό γι’ αυτό και το παρατήσαμε. Όμως εκεί δεν είναι κανένας φόβος.

     Ο ζωγράφος ζήτησε λεπτομερείς πληροφορίες για το παλιό αυτό ορμητήρι, πείστηκε και ησύχασε. Χαιρέτησε με «ειρήνη υμίν» κι ανέβηκε σβέλτος στο κατάστρωμα. Την ίδια ώρα η φρεγάτα έβαζε πλώρη για το σωτήριο εκείνο ορμητήρι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 





3ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA