[Ο γιατρός όμως δεν πρόφτασε να βγει σε στεριά. Πέθανε στο μεταξύ μέσα στην κάσα του, μια όμορφη μέρα, κατά το βράδυ. Με την είδηση του θανάτου του το πλήρωμα πλησιάζει στο λείψανο εν πομπή με επικεφαλής το λοστρόμο ντυμένο με ράσα φραγκισκανού καλόγερου και θυμιατήρι στο χέρι - το περιεχόμενο τελικά του ύποπτου μπόγου.

Ο ζωγράφος όμως έχει ένα κακό προαίσθημα : φοβόταν την εξέλιξη της θρησκευτικότητας, που κόχλαζε μπροστά του σαν βρασμένο νερό. Πράγματι με το τέλος της προσευχής ο λοστρόμος εκσφενδονίζει το θυμιατήρι στα μούτρα του Λουίτζι και αμέσως η συμπλοκή γενικεύεται αυτή τη φορά με μπαλτάδες.]

 

     Ο ζωγράφος σκεπάζει τρομαγμένος τα μάτια του. Στ’ αυτιά του φτάνουν θρήνοι και βογκητά, κλαγγές μπαλτάδων που χτυπιούνται μεταξύ τους και κάθε τόσο ξεχωρίζει τη βροντερή φωνή του Κωσταντή. Ένα δυνατό τρίξιμο από πάνω τον κάνει να σηκώσει τα μάτια του. Οι άντρες που ήτανε στα πανιά παράτησαν τα πόστα ους για να πέσουν κι αυτοί στη σφαγή κι ο αέρας που δυνάμωσε με τη δύση έπεσε με φόρα, έσπασε το μεγάλο μπράτσο και τώρα η φρεγάτα παραδέρνει ακυβέρνητη στη δυνατή φουσκοθαλασσιά. Κοντεύει να μπατάρει.

-      Πνιγόμαστε! φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη και πιάνεται στην κουπαστή.

-      Πνιγόμαστε! ακούγεται δεύτερη φωνή από πέρα, ύστερα τρίτη και τέταρτη,

ώσπου τέλος η μανία της σφαγής λιγοστεύει, ξεθυμαίνει, σταματάει κάποτε και το πλήρωμα ρίχνεται στα πανιά.

     Η φρεγάτα βρίσκει την ισορροπία της κι η νύχτα απλώνει το σκοτάδι της.

 

 

     Σκυφτός και δακρυσμένος, με το φανάρι στο χέρι, ο Κωσταντής γυρίζει τώρα στο κατάστρωμα και καταγράφει τους νεκρούς, πνιγμένος στην οδύνη. Τρεις πειρατές ακολουθούν από πίσω, θλιβεροί βοηθοί στο μακάβριο τούτο έργο. Στήνουν τους νεκρούς στην αράδα και φροντίζουν με στοργή να βρούνε τα χαμένα τους μέλη, γιατί συχνά τους λείπουνε χέρια και πόδια. Τώρα στέκονται με συλλογή μπροστά σ’ ένα πτώμα, λειψό από το ζερβί χέρι.

-      Λείπει τίποτα εκεί; ρωτάει με θρήνο ο Κωσταντής από πέρα.

-      Μας λείπει ένα ζερβί χέρι, του αποκρίνονται.

     Σιμώνει, ρίχνει το φως στο σκοτωμένο και κουνάει το κεφάλι του.

-      Μην το γυρεύετε, λέει με λυγμό. Πάνε τέσσερα χρόνια τώρα που δεν είχε χέρι.

     Οι πειρατές σκύβουν καλύτερα και γνωρίζουν τον παραγιό του μάγερα.

-      Σωστά, λένε, και προχωρούν στη δουλειά τους.

     Οι νεκροί αραδιάζονται όλοι, γίνεται μια τελευταία επιθεώρηση κι οι τρεις πειρατές έρχονται και στέκονται μπροστά στον Κωσταντή.

-      Τους μαζέψατε όλους, αδελφοί; ρωτάει αυτός με σπαραγμό.

-      Όλους, αποκρίνονται και σκύβουν τα κεφάλια.

     Κλαίει και ξεκινάει για το αμπάρι, όπου ο ζωγράφος με το Λουίτζι παραστέκουν τους λαβωμένους. Στη σκάλα τον πλησιάζουν οι δυο μπαρμπερίνοι και ρωτούν ανήσυχοι αν βρέθηκε ο γιατρός. Ο Κωσταντής χτυπάει το κούτελό του.

     -   Ο γιατρός! φωνάζει τρομαγμένος, και γυρίζει βιαστικά στο κατάστρωμα. Σύντροφοι, το γιατρό. Ξεχάσαμε το γιατρό!

     Οι τρεις πειρατές αρπάζουν αμέσως τα φανάρια τους, ψάχνουν και βρίσκουν τέλος σε μια γωνιά την κάσα του γιατρού, ριχμένη ανάποδα. Μπροστά στα πόδια τους βλέπουν το εγγλέζικο παράσημο και το καϊκάκι με τα σπασμένα κατάρτια.

-      Εδώ είναι! φωνάζουν, κι ο Κωσταντής τρέχει κοντά. Να η κάσα του.

-      Κι ο γιατρός;

-      Αποκάτω πρέπει να ’ναι.

-      Δείχτε μού τον, για την αγάπη του Χριστού!

     Η κάσα γυρίζεται και τότε πετιέται τρέμοντας από κάτω ο πρώην αποθηκάριος. Τους ρίχνει μια ματιά και το βάζει στα πόδια, σφίγγοντας στα χέρια του ένα σώβρακο.

-      Δεν ήταν ο γιατρός, λένε σαστισμένοι οι πειρατές.

-      Πού είναι ο γιατρός! θρηνεί ο Κωσταντής. Βρείτε μου το γιατρό σύντροφοι, δε

βαστάω…

     Οι πειρατές βάζουν τα δυνατά τους. Περνούν δυο φορές όλο το κατάστρωμα κι έρχονται και στέκονται μπροστά του με κατεβασμένα κεφάλια.

-      Πρέπει να ’πεσε στη θάλασσα, λένε σιγά κι αναστενάζουν.

     Ο Κωσταντής αφήνει ένα σβηστό ψιθυρητό κι απλώνει τα χέρια του να στηριχτεί κάπου. Τον προλαβαίνουν προτού πέσει, τον πιάνουν από τις μασχάλες και με προσοχή και πόνο τον κατεβάζουν στην καμπίνα του. Τον ξαπλώνουν στο κρεβάτι και φεύγουν σιγά.

     Η ανατολή βρίσκει τους νεκρούς αραδιασμένους στο κατάστρωμα. Οι τρεις πειρατές που ξενύχτησαν εκεί, ρίχνουν μια τελευταία ματιά και στέλνουν μήνυμα στον Κωσταντή να ορίσει τα παρακάτω. Σε λίγο έρχεται ο ίδιος. Πίσω του ακολουθούν οι δυο μπαρμπερίνοι, φορτωμένοι αδειανά σακιά. Μετρούν τους σκοτωμένους, βάζουν τον καθένα σ’ ένα σακί με βαρίδι κι ο Κωσταντής γράφει απέξω με χοντρό μολύβι το όνομα και παράνομα του νεκρού. Η τρομπαμαρίνα σημαίνει παράταξη και το πλήρωμα συνάζεται σε ημικύκλιο, γύρω στους νεκρούς. Όσοι από τους λαβωμένους είναι σε θέση, έρχονται κι αυτοί. Τα παγωμένα αίματα στα ρούχα τους δίνουν καινούργιο τραγικό χρώμα στην τελετή. Ορθός στη μέση ο Κωσταντής, στρέφεται στην ανατολή, σηκώνει πατριαρχικά τα χέρια κι αρχίζει με βαριά φωνή την πιο ευλαβική του προσευχή:

-      Πρόκα ρεξ αλμπανόρουμ…

     Ο ζωγράφος παρέκει τον ακούει και δαγκώνει το χέρι του, να ξαλαφρώσει από την ενοχή που νιώθει σε τούτα τα λόγια. Το πλήρωμα σωπαίνει. Ο καθένας κρατάει επίμονα χαμηλωμένα τα μάτια του, ψιθυρίζει «αμήν» κι αποφεύγει ν’ αγγίξει το διπλανό του. Όταν η προσευχή τελείωσε, οι μπαρμπερίνοι έφερναν ένα ένα σακί μπροστά στον Κωσταντή κι αυτός διάβαζε το όνομα. Έκανε ύστερα μια τσακισμένη από τον πόνο χειρονομία κι οι μπαρμπερίνοι το ’ριχναν στη θάλασσα, ενώ το πλήρωμα ψιθύριζε και πάλι «αμήν».

-      Μαρτίνεθ Αλμάγκρος! διαβάζει τώρα ο Κωσταντής.

-      Μη! ακούγεται ένα τρομαγμένο ξεφωνητό.

     Την ίδια στιγμή ένας αλαφιασμένος άνθρωπος ρίχνεται στο σακί που κρατούν οι μπαρμπερίνοι. Πέφτει και τ’ αγκαλιάζει με σπαραγμό, το φιλάει και το δαγκώνει και ξεφωνίζει σαν τρελός:

-      Μαρτίνεθ αδέρφι! Αδέρφι μου Μαρτίνεθ, που πάντα ήμασταν φίλοι οι δυο μας και

μαζί βγήκαμε στο κούρσος! Μίλα μου, Μαρτίνεθ, για την αγάπη του Χριστού! Τι σου ’κανα ο φονιάς; Χοσέ, μου ’πες, μη με σφάξεις, Χοσέ. Και θυμήσου που ήμασταν οι δυο μας φίλοι, μου ’πες, και γω, Μαρτίνεθ, σ’ έσφαξα! Σκοτώστε με , αδέρφια! Ρίχτε με μαζί του στη θάλασσα! Βάλτε με στο ίδιο το σακί με το Μαρτίνεθ, δεν το μπορώ δίχως του!

     Με μεγάλο κόπο τον τράβηξαν από το σακί. Τον κράτησαν δυο τρεις παρέκει και προς στιγμή φάνηκε πως ησύχασε. Όταν όμως το σακί με το Μαρτίνεθ βρισκότανε στον αέρα καμπυλώνοντας προς τη θάλασσα, ο Χοσέ δάγκωσε τα χέρια που τον κρατούσαν, ξέφυγε κι έτρεξε στην κουπαστή.

-      Μαρτίνεθ! φώναξε και ρίχτηκε στο κενό με τα χέρια απλωμένα, σαν να ’θελε να

προφτάσει και ν’ αγκαλιάσει το σακί στον αέρα.

     Ο ζωγράφος δε βάστηξε να σταθεί άλλο εκεί πέρα. Τραβήχτηκε στην πλώρη κι έριξε το βλέμμα του μπροστά, σαν να μετρούσε με συλλογή πόση θάλασσα πρέπει να σκίσει ακόμη η φρεγάτα ώσπου ν’ αράξει σε στεριά.

 

 

 

     Ένα καθαρό πρωί, φάνηκαν, τέλος, μακριά, οι ακαθόριστες σειρές των βουνών, θαμμένες στο γκρίζο ανοιχτό χρώμα της απόστασης. Στο μεταξύ, η ζωή στη φρεγάτα κύλησε σχεδόν αμίλητη. Οι άντρες απόφευγαν να κοιταχτούν μεταξύ τους και μάλιστα φρόντιζαν να βρίσκονται πάντα μοναχοί. Μια επίμονη σκοτεινή έκφραση χυνότανε στην όψη τους, δείγμα φανερό πως γύρευαν σαν διψασμένοι ένα είδος ανακούφιση, που πότε στη βλαστήμια την έβρισκαν και πότε σε καμιά προσευχή.

     Ο Κωσταντής έμεινε όλο τούτο το διάστημα κλεισμένος στην καμπίνα του. Δεν έφαγε, δεν ήπιε, παρά μόνο την τρίτη μέρα μετά τη σφαγή κι ύστερα από πανωτά παρακαλέσματα των παλιών του συντρόφων, του Λουίτζι κι αλλωνών, που φοβήθηκαν μην πεθάνει, έτσι που καθόταν γονατιστός κι έλεγε προσευχή πάνω στην προσευχή, κλαμένος και σακατεμένος. Το δεξί του μάτι είχε τσιμπλιάσει, μα δε δέχτηκε να του το σκουπίσουν. Προσπάθησαν να του βάλουν μαξιλαράκια, να γονατίζει τουλάχιστο στα μαλακά, αλλά κι αυτό δεν το δέχτηκε. Αν τον αγαπούσανε, είπε, να του ’φερναν μια χούφτα πρόκες για κάθε γόνατο. Κοίταξαν τότε να του δώσουν τίποτα να φάει, κι εδώ στάθηκαν πιο τυχεροί. Δέχτηκε να βάλουν μπροστά του μια κούπα μαύρο ζουμί, πήρε μονάχα τρεις ρουφηξιές και δε θέλησε ν’ ακούσει τίποτα για τέταρτη και πέμπτη που επίμεναν όλοι τριγύρω του. Σταμάτησε με αμίλητο πείσμα στις τρεις, ίσως γιατί ο αριθμός τρία είχε αποχτήσει μια ξεχωριστή σημασία μέσα στη θρησκευτική του κατάσταση, σημασία μεταφυσική πιθανόν. Άρχισε μάλιστα να δείχνει και μια παράξενη ανησυχία. Φαινότανε πως του έλειπε κάτι, μα ούτε ο ίδιος μπορούσε να ορίσει τι ήταν αυτό το κάτι, που τόσο βασανιστικά του έλειπε.

     Ο λοστρόμος, που ως εκ θαύματος γλίτωσε από τη σφαγή, τριγύριζε τις ίδιες τούτες μέρες ανήσυχος, γυρεύοντας δίχως αποτέλεσμα βελόνα και κλωστή, να ράψει τα ράσα, που είχανε γίνει κουρέλια. Κάθε πρωί τα ξεδίπλωνε, να μετρήσει τα σκισίματα, τα μελετούσε προσεχτικά και κατάστρωνε σχέδια για το πώς θα ξαναφέρει τα ράσα στην πρώτη τους ομορφιά. Του τύχαινε όμως ένα παράξενο. Κάθε που τα μετρούσε, έφτανε και σ’ ένα καινούριο αριθμό, ποτέ δυο φορές δε βρήκε τον ίδιο. Αυτό τον πείραζε πολύ, θύμωνε και ξανάρχιζε πάλι το μέτρημα, με την ίδια όμως ατυχία πάντα. Μια φορά, τέλος, που τα βρήκε 26, αντί για 27, που τα ’χε βγάλει πριν, δε βάσταξε πια. Τράβηξε το σουγιά του κι έσυρε ακόμα ένα σκίσιμο για να τα κάνει 27, να συμφωνήσει και να ’συχάσει. Τα ξαναμέτρησε λοιπόν χαρούμενος, αλλά τη φορά αυτή βγήκαν 28. Πέταξε το σουγιά και στάθηκε μπροστά στα ράσα πελαγωμένος. Ο φίλος του ο αποθηκάριος, που τον κοίταζε από τη γωνιά του και λυπότανε βαθιά δίχως να καταλαβαίνει το γιατί, σηκώθηκε με ρίγος, πήρε κάτι απομεινάρια από το θυμιατήρι και το κουδούνισε μπροστά του, με την ελπίδα ίσως να του κάνει καλό. Ο λοστρόμος τότε θυμήθηκε το θεό. Γονάτισε, είπε μια προσευχή και παρακάλεσε τον Κύριο να τον λυπηθεί και να του πει πόσα ήταν τα σκισίματα στα ράσα, ειδεμή να τον εφώτιζε να τα βρει ο ίδιος. Η προσευχή του ’κανε καλό. Όταν όμως τα ξαναμέτρησε, έφριξε. Τα σκισίματα τώρα βγήκανε τριάντα κι ο καταραμένος τούτος αριθμός άστραψε στα μάτια του σαν κλοτσιά. Άρπαξε τα ράσα κι αμολήθηκε γραμμή για τον Κωσταντή, να του πει όλη του την απελπισία.

     Ήτανε προς το βράδυ της τρίτης μέρας κι έτσι το άλλο μάτι του άρχισε να τσιμπλιάζει κι αυτό. Τέτοια όμως αφοσίωση είχε στην προσευχή του, ώστε οι τσίμπλες, που του βάραιναν τα βλέφαρα, τον βύθιζαν σε μια θρησκευτική κούραση, μεταφυσικά ηδονική. Ο λοστρόμος σίμωσε με τα ράσα στο χέρι. Μαγνητισμένος από τη θρησκευτική ατμόσφαιρα της καμπίνας, γονάτισε μπροστά στο μεταρσιωμένο Κωσταντή κι έσμιξε κι αυτός τη φωνή του στην προσευχή. Κάποια στιγμή όμως η ματιά του Κωσταντή έπεσε στα ράσα και δεν μπόρεσε να ξεφύγει αποκεί, κόλλησε πάνω στα ράσα. Σιγά σιγά η προσευχή ξεψύχησε στα χείλη του. Έπαιξε τα βλέφαρα κι άπλωσε το χέρι να τα χαϊδέψει, με μια λατρεία που γλιστρούσε ριγηλά στην επιδερμίδα κι έφτανε ως τα νύχια του. Ο λοστρόμος τα ’σφιξε στο στήθος του.

-      Πέτρο, ψιθύρισε ο Κωσταντής.

-      Μη! έκανε ο λοστρόμος κα σηκώθηκε φοβισμένος.

-      Δε θα μου τα χαρίσεις εμένα, Πέτρο;

-      Να τα χαρίσω; Όχι για την αγάπη της παρθένου! Εγώ ήρθα να μου μετρήσεις τα

σκισίματα, γιατί τα ’βγαλα τριάντα. Αν θέλεις όμως, να σου χαρίσω κάνα κομμάτι από το θυμιατήρι.

-      Τα ράσα εγώ θέλω, Πέτρο. Είναι τρεις μέρες τώρα που κάτι μου λείπει. Έλιωσα

στην προσευχή, να με φωτίσει ο θεός να τα βρω και να τώρα που βλέπω τι ήτανε.

-      Τα ράσα ήτανε;

-      Τα ράσα.

-      Όμως εγώ τα πλήρωσα ακριβά τούτα δω τα ράσα! αντιλέει ο λοστρόμος και τα

σφίγγει δυνατότερα στο στήθος του. Το ξέρεις πως βουτήχτηκα στην αμαρτία σούμπιτος, για να τ’ αποχτήσω; Τι θαρρείς πως τον έκανα τον καλόγερο;

-      Πέτρο! λέει με φρίκη ο Κωσταντής, που μαντεύει κάτι το φοβερό. Τι του ’κανες

λοιπόν, κολασμένε;

-      Τον έσφαξα το φουκαρά. Όμως μη θαρρείς πως τον αφήκα έτσι. Ύστερα που τον

έσφαξα του ’πα δυο βαρβάτες προσευχές, για να πάει η ψυχή του στον παράδεισο και τα ράσα του τα πλέρωσα καταπώς πρέπει. Του ’βαλα δυο λουδοβίκια στη χούφτα, για να μην το πάρει ο Κύριος πως του τα ’κλεψα.

-      Οχ! βογκάει ο Κωσταντής και κουνάει με απόγνωση το χοντρό του κεφάλι. Τι σου

’ρθε λοιπόν και τον έσφαξες, θηρίο;

-      Μου ’ρθε… Μα πού θέλεις να ξέρω τώρα τι μου ’ρθε; Μια φορά δεν ήτανε να γίνει

αλλιώς, αφού δεν ήθελε να μου τα δώσει. Εγώ του ’πα: «Δο μου τα, αδέρφι εν Χριστώ, και να σου μετρήσω δυο λουδοβίκια». Αυτός όμως έκανε με το κεφάλι του «όχι» κι όλο έτσι το κούναγε το κεφάλι κάθε φορά που του ’λεγα πόσο τα ’χα λαχταρήσει τα ράσα ο φουκαράς. Και δεν καθότανε καλά, μόνο κούναγε τα χέρια να παίξει το σχοινί που ’χε για ζωνάρι και τα μανίκια του κάνανε κάτι δίπλες που με γιόμιζαν λαχτάρα για τα ράσα. Του ’πα τότες, μια και δεν ήθελε να μου τα δώσει, να μ’ αφήσει να τα φορέσω καμιά στάλα, να κάνω και γω ο φουκαράς κάνα δυο δίπλες. Μήτε να τ’ ακούσει δε θέλησε. «Και φύγε προτού σε καταραστώ», είπε. Τότες και γω φοβήθηκα μην το κάνει και μια που δεν ήτανε να γίνει αλλιώς και με τα ράσα, τον έσφαξα το φουκαρά. Τι θα ’κανες εσύ;

     Στη δακρυσμένη όψη του Κωσταντή ανεβαίνει πατριαρχική αυστηρότης. Ατενίζει το φονιά Πέτρο και λέει:

-      Τώρα πια πολύ θα σε παιδέψει ο θεός, δούλε των παθών.  

     Και με τέτοιο βλέμμα τον κοίταξε μέσα από τα τσιμπλιασμένα μάτια του, που ο λοστρόμος τα χρειάστηκε. Τέντωσε το λαιμό, φέρνοντας το κεφάλι του κοντύτερα στον Κωσταντή και ρώτησε:

-      Λες να μου το κάνει αυτό ο Κύριος;

-      Είσαι καταραμένος! του αποκρίθηκε ο Κωσταντής. Όχι! Εγώ τώρα δεν τα θέλω

τούτα τα ράσα!

     Ο λοστρόμος τρόμαξε. Θυμήθηκε τον αριθμό 30 και κατάλαβε πως ο θεός είχε κιόλας αρχίσει την παιδομή του. Κοίταξε με τρεμούλα τα ράσα και ρώτησε αν ήτανε τρόπος να γλιτώσει.

-      Πέταξέ τα γρήγορα! συμβούλεψε ο Κωσταντής.

-      Αχ! θρήνησε αυτός. Πώς να το κάνω τέτοιο πράμα, που δεν το βαστάει η ψυχή

μου; Άλλο τίποτα δε γίνεται; Αν έλεγα το «δόξα Πατρί» δυο νύχτες στην αράδα;

     Ο Κωσταντής όμως σωπαίνει αυστηρά. Ο λοστρόμος βασανίζεται, στριφογυρίζει τα μάτια και τέλος φωνάζει:

-      Όχι, μα την πίστη μου! Να τα πετάξω ολότελα, δε θα το κάνω ποτές!

     Και πάλι όμως ο Κωσταντής σωπαίνει αυστηρά. Ο λοστρόμος χάνει κάθε ελπίδα. Τον φέρνει αμίλητος δυο βόλτες, σκύβει και του λέει με ρίγος στ’ αυτί:

    -   Δε γίνεται να κρατήσω τουλάχιστο τα μανίκια; Εσύ πάλι με τα ρέστα που θα σου δώσω μπορείς να βγάλεις μια καλή μπερτούλα. Έτσι να κάνουμε, αδέρφι εν Χριστώ, έλα! Κι όσο για τ’ άλλο που λες, καθόμαστε και λέμε προσευχή και καταφέρνουμε τον Κύριο να μας συχωρήσει στο ύστερο.

     Η δόλια τούτη πρόταση φέρνει τον Κωσταντή στα πρόθυρα της αγανάχτησης, μα πνίγεται ταυτόχρονα και σε μια ένοχη κατάσταση πόθου. Θέλει να σηκωθεί και να πορευτεί μακριά από τον πειρασμό, αλλά τα λόγια του λοστρόμου στριφογυρίζουν ακόμα στ’ αυτί του ζεστά, βασανιστικά… Τρεις μέρες είναι που λιώνει στην προσευχή για τούτα τα ράσα και τώρα… Ο θεός να τον λυπηθεί! Παίζει λίγο τα βλέφαρα, απλώνει τα χέρια στα ράσα και θρηνεί νικημένος ο δυστυχής.

-      Και βγαίνει τάχα με τα ρέστα μια καλή μπερτούλα, αμαρτωλέ;

     Ο λοστρόμος τα ξεδιπλώνει μπροστά του και γίνεται αμέσως φανερό πως η μπερτούλα θα βγει. Αφού λοιπόν σαρώθηκε και η τελευταία τούτη απελπισμένη αντίδραση, γίνεται λόγος για βελόνα και κλωστή. Ο Κωσταντής πηγαίνει στο μπαούλο του και φέρνει. Και καθώς τα ράβανε δακρυσμένοι, έψελναν κι οι δυο αντάμα ύμνους θρησκευτικούς, ενώ η φρεγάτα σίμωνε στ’ ορμητήρι μ’ όλα της τα πανιά…

 

 

 

 

 

 

 




4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA