Ο Θρύλος του Κωσταντή – 4η συνέχεια

 

 

 

     Από δω και κάτω οι πληροφορίες μας είναι φτωχές και δεν μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε πιστά τα γεγονότα. Τον Κωσταντή και το ζωγράφο, καθώς και το Λουίτζι, θα τους ξαναδούμε στεριανούς πια, μα η τύχη της φρεγάτας και των άλλων μας είναι άγνωστη, εκτός από κάτι φήμες που φαίνονται υπερβολικές. Διαλέγουμε την πιο πιθανή, μολονότι κι αυτή έρχεται κάπως υπερβολική, όπως και η όλη ιστορία του Κωσταντή άλλωστε. Μην έχοντας όμως καμιάν άλλη πιθανότερη, τη δεχόμαστε και συνεχίζουμε.

     Σύμφωνα λοιπόν με την κάπως πιθανή αυτή φήμη, παίρνοντας ο Κωσταντής την απόφαση να γίνει πια στεριανός, κράτησε μαζί του το ζωγράφο και το Λουίτζι. Τη φρεγάτα τη δώρισε στους ανθρώπους του, αφού πρώτα τους έβαλε κι ορκίστηκαν πως θα κρατήσουν τα χέρια τους μακριά από κάθε αμαρτία, και την πιο παραμικρή. Οι πειρατές το δέχτηκαν. Υποσχέθηκαν να δοθούν αποκεί και πέρα στο τίμιο εμπόριο και μάλιστα έπιασαν την ίδια εκείνη στιγμή και βάφτισαν τη φρεγάτα Παρθένος Μαρία. Ξανοίχτηκαν λοιπόν και πάλι στο πέλαγος, με καπετάνιο το λοστρόμο αυτήν τη φορά. Όσο για τον όρκο που έδωσαν, τον κράτησαν πιστά και κάτι παραπάνω. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως ο ίδιος ο θεός κατοίκησε μια μέρα μέσα στο πλεούμενο. Ολημερίς ακούγονταν ύμνοι και προσευχές και τη νύχτα χυνότανε τόσο πικρά δάκρυα, που θα μπορούσαν να ξεπλύνουν και την πιο αμαρτωλή ψυχή. Η πρώτη φροντίδα του καθενός ήταν να σκέφτεται τα κρίματά του, μερικοί τα γράφανε κι ο λοστρόμος, πιο πρωτότυπος και πιο φανατικός απ’ όλους, σε κάθε κρίμα που θυμόταν ξερίζωνε και μια τρίχα από τα φρύδια του. Στο τέλος απόμεινε δίχως φρύδια, είτε γιατί τα κρίματά του ήτανε πολλά, είτε γιατί τα μπέρδευε και ξαναθυμότανε τα μετρημένα.

     Ύστερα από τέτοια και άλλα, λοιπόν, η φρεγάτα τραβούσε το δρόμο της στα κουτουρού κι ένα πρωί τέλος άραξε στην Αγγλία ή κάπου αλλού. Το πού ακριβώς, δεν είναι βέβαιο, εμείς, όμως, ας πούμε πως ήτανε στην Αγγλία. Αλλά το γεγονός έκανε κατάπληξη. Πώς τόλμησαν πειρατές ν’ αράξουν στην Αγγλία; Τους έπιασαν φυσικά όλους και τους έκλεισαν φυλακή, ώσπου να δικαστούν και να κρεμαστούν, όπως όριζε ο νόμος. Στο μεταξύ όμως μαθεύτηκε η πίστη τους στο θεό. Ο δεσμοφύλακας που άκουσε τις προσευχές τους, έφερε τη γυναίκα του να το δει με τα μάτια της, αυτή το είπε στις γειτόνισσες και σε λίγο όλος ο τόπος μιλούσε για ένα θαύμα, που πιστέψανε δηλαδή έτσι ξαφνικά στο θεό τόσοι και τόσοι κακούργοι. Δεδομένου δε ότι μόνοι τους ήρθαν κι έπεσαν στα χέρια του νόμου, το ζήτημα θεωρήθηκε ανεξήγητο. Βρεθήκανε όμως μερικοί που μυρίστηκαν κάποιαν ανισορροπία πίσω απ’ όλ’ αυτά, ή το πιθανότερο, κάποιο κόλπο, για να μαλακώσουν ίσως τους δικαστές και να ξεφύγουν οι κακούργοι την κρεμάλα. Όσο για το που ήρθαν μόνοι τους στα χέρια του νόμου, ίσως κι αυτό να ήταν ένα καλομελετημένο κόλπο. Οι δύσπιστοι αυτοί δεν είχανε δει ακόμα με τα μάτια τους τους πειρατές. Όταν όμως πήγαν επί τόπου κι άκουσαν το «Δόξα Πατρί» από τους ίδιους τους φυλακισμένους, μετάνιωσαν πικρά για τη στάση τους κι έκλαψαν και φώναξαν με πίστη:

-      Όχι! Δεν υπάρχει κόλπο εδώ. Οι άνθρωποι αυτοί έχουνε μέσα τους το θεό.

 

 

 

[Το νέο διαδίδεται σ’ όλη τη χώρα και η επιρροή που ασκούν οι πειρατές στα πλήθη που συγκεντρώνονται έξω απ’ τη φυλακή όλο και μεγαλώνει, σε σημείο που πιστεύουν ότι έφτασε η Δευτέρα Παρουσία και προσπαθούν να απελευθερώσουν τους αγίους! Οι αρχές επιβάλλουν την τάξη κι έρχεται η μέρα της δίκης.]

 

     Χλομοί κάθισαν στις θέσεις τους οι δικαστές. Με ρίγος άνοιξε ο πρόεδρος τη συνεδρίαση, αφού πρώτα ψήλωσε τα μάτια του, σαν να γύρευε προστασία από τον Ύψιστο. Πάσχισε μ’ όλη του τη δύναμη να ελαφρύνει τη θέση των υποδίκων, βάζοντας κατάλληλες ερωτήσεις, μα ο θεός είχε φωλιάσει πια στους πειρατές κι οι κόποι του προέδρου κρίθηκαν μάταιοι. Οι κατηγορούμενοι αράδιασαν με τη σειρά όλα τους τα εγκλήματα, είπανε μάλιστα πως ο θεός μονάχα ξέρει, αν δεν είναι κι άλλα που τα ’χουνε ξεχάσει στα τόσα χρόνια που πέρασαν. Οι δικαστές ταράχτηκαν. Δεν είχανε ξανακούσει δολοφόνο να αριθμεί τόσο απλά και γλυκά τα εγκλήματά του. Μήπως λοιπόν δεν ήταν αυτοί οι ίδιοι που μιλούσαν, αλλά η ίδια η αγιοσύνη που κατέβηκε εξ ουρανού μέσα τους, φέρνοντας τη μετάνοια, για να ρίξει τους δυστυχισμένους τους δικαστές στη φοβερή θέση να κρίνουν και καταδικάσουν αναγκαστικά την υψίστη χριστιανική αρετή, τη μετάνοια; Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με φόβο κι ο πρόεδρος ακούστηκε να ψιθυρίζει:

-      Φώτισέ μας, Κύριε και Πατέρα μας…

[…] Η δίκη συνεχίστηκε. Και η στιγμή για την απόφαση, η φοβερότερη για τους δικαστές στιγμή, ήρθε. Ο νόμος μιλούσε ρητά, η ποινή ήτανε «ΘΑΝΑΤΟΣ». Με μάτια δακρυσμένα και την αγωνία στην ψυχή αποσύρθηκαν για σύσκεψη οι δικαστές. Έλειψαν δυο ώρες κι όταν τέλος ξαναγύρισαν στην αίθουσα, τρίκλιζαν χαμένοι στην απελπισία. Το πλήθος που τους είδε ταράχτηκε. Ο πρόεδρος ξεδίπλωσε την απόφαση, μα δεν πρόφτασε να διαβάσει λίγες γραμμές και το χαρτί του ’φυγε από τα χέρια. Έπιασε την καρδιά του και με μεγάλο κόπο έκανε νόημα στο διπλανό του δικαστή να συνεχίσει το διάβασμα. Αυτός κοίταξε με φρίκη το χαρτί, το πήρε, μα δεν έδειξε περισσότερη αντοχή από τον πρόεδρο. Γρήγορα το παράτησε για να το πάρει τρίτος, ύστερα τέταρτος και πέμπτος και περνώντας από τον έκτο, βρέθηκε τέλος το χαρτί στα χέρια του γραμματέα. Λειβότανε ακόμα τέσσερις αράδες, μα ο γραμματέας, πιο ευαίσθητος απ’ όλους, με κόπο μπόρεσε να διαβάσει τη μια, σταματώντας κάθε τόσο για να σκουπίσει τα μάτια του. Τις άλλες τρεις τις ανάθεσε στον κλητήρα. Αυτός ήταν που είπε την τελευταία φράση, δυο στιγμές προτού χάσει τις αισθήσεις του και ξαπλωθεί αναίσθητος στο πάτωμα:

-      Εις τον δι’ αγχόνης θάνατον!

[Όταν όμως φτάνει η στιγμή του απαγχονισμού ο δήμιος κι οι βοηθοί του το βάζουν στα πόδια και ξοπίσω τους αξιωματικοί και στρατιώτες, ενώ οι μελλοθάνατοι περιμένουν υπομονετικά ψέλνοντας. Το συγκεντρωμένο πλήθος απευθύνεται στους ιερείς: «τους γυρεύει ο Κύριος κοντά του ή όχι;» και… «πέστε μας να τους βοηθήσουμε μεις!»

Πιστεύοντας ότι κανένας δε πρέπει να σταματήσει το άγιο ταξίδι των πειρατών, έξαλλοι από θρησκευτικότητα  τρεις άνθρωποι πλησιάζουν τρικλίζοντας στις αγχόνες και τραβούν επιτέλους το σχοινί, για το θεό και το θέλημά του! ]

     Αυτά γινότανε στα χίλια πεντακόσια ή εξακόσια ή εφτακόσια τόσα. Το πότε ακριβώς δεν έχει σημασία, αλλά ούτε και το ξέρουμε.

 

 

     Τι έγινε ο Κωσταντής; Είχαμε πει πως θα τον ξαναβρούμε στεριανό πια, και να που ήρθε επιτέλους η στιγμή. Η παράδοση έχει στολίσει με πολλές ανεύθυνες λεπτομέρειες το μέρος αυτό της ιστορίας, αλλά εμείς θα διαλέξουμε τις σοβαρότερες και θα κοιτάξουμε να πλάσουμε την κατοπινή ζωή του Κωσταντή με όση ζωντάνια μας επιτρέπει η μικρή ακόμα πείρα μας γύρω σε τέτοια ζητήματα. Αυτό, για τη μικρή μας πείρα, είναι ταπεινοφροσύνη, που πρέπει να εκτιμηθεί.

 

[Τρεις άνθρωποι, ο Κωσταντής, ο ζωγράφος και ο Λουίτζι, και δυο φορτωμένα μουλάρια φθάνουν κάποια μέρα σ’ ένα ορεινό χωριό της Ελλάδας. Οι ντόπιοι τους υποδέχονται με επιφύλαξη λόγω της ξενικής τους προφοράς και για να βεβαιωθούν ότι είναι χριστιανοί, τους υποβάλλουν σε δοκιμασία που την περνούν με επιτυχία. Για να διαλύσουν μάλιστα κάθε φόβο των προεστών που τους υποψιάζονται για κλέφτες, ξεφορτώνουν τα μπαούλα τους και μοιράζουν φλουριά σε προεστούς και χωρικούς. Έτσι, όταν ο λόγος ήρθε στην οριστική εγκατάσταση των ξένων στο χωριό, χαρήκανε όλοι.]

     Η εκλογή του μέρους, όπου έχτισαν το σπίτι τους οι ξένοι, οφειλόταν στον ίδιο τον Κωσταντή. Αφού τον γύρισαν οι προεστοί σε διάφορες τοποθεσίες, κατάληξε μοναχός του σε κείνο το πλάτεμα, ανάμεσα στις δυο ρεματιές, τις γιομάτες βουητό από την κατρακύλα του νερού στα βράχια. Τα σχέδια έδωσε ο ζωγράφος και το χτίσιμο πήρανε οι πιο ξακουστοί σ’ όλα τα γύρω χωριά τεχνίτες. Ο Κωσταντής τους παρακολουθούσε κάθε μέρα με συγκίνηση, δεν είχε ξαναδεί, έλεγε, τέτοια όμορφη ειρηνική δουλειά. Πέτρα στην πέτρα πεταγότανε τοίχος εκεί που δεν τόνε περίμενες κι όλο ρωτούσε τους τεχνίτες για τα μεν και τα δε, του εξηγούσαν και κάθε μέρα μάθαινε. Τα ’παιρνε βέβαια με δυσκολία, μα ό,τι έπιανε το μυαλό του δύσκολα το ξεχνούσε. Ήξερε τώρα ν’ ανακατώνει τον ασβέστη, να πελεκάει την πέτρα κι είχε ακόμα μάθει ν’ αλφαδιάζει και να κρεμάει το βαρίδι.

-      Ώστε αλφάδιασμα το λένε τούτο το πράμα, αδελφοί; ρωτούσε τους τεχνίτες και

θαύμαζε τη γνώση τους.

     Χαρούμενοι αυτοί τον κατηχούσανε στην τέχνη τους κι έβαζαν μπροστά όλα τους τα μυστικά, για να γίνει το σπίτι γερό και καλό. Ο Κωσταντής τους φίλευε διαλεχτά φαγιά και το μεροκάματο που λάβαιναν ήταν το καλύτερο στη ζωή τους. Για το μεροκάματο αυτό είχε ιδιαίτερη συζήτηση με το ζωγράφο, που κρατούσε το ταμείο και γύρευε να κάνει οικονομίες. Αλλά ο Κωσταντής στάθηκε αποφασιστικός. Επίμενε να πάρουν οι αδελφοί τεχνίτες το τριπλάσιο απ’ ό,τι έπαιρναν αλλού και με μεγάλο κόπο μπόρεσε ο ζωγράφος να τον καταφέρει για τα διπλάσια. Αλλά και τόσο που έπαιρναν οι τεχνίτες, η πληρωμή τους ήτανε βασιλική κι όπως είχε μαθευτεί ο αγώνας του Κωσταντή για το απίστευτο τούτο μεροκάματο, τον αγάπησαν όλοι σαν πατέρα τους. Δεν ήξεραν πια τι να κάνουν και πώς να του μάθουνε καλύτερα την τέχνη τους, που όπως είχαν καταλάβει την αγαπούσε πολύ. Όταν τελέψανε τα ντουβάρια και κάθιζαν τη σκεπή, ο Κωσταντής ήτανε πια ένας άξιος χτίστης. Μπορούσε να καταφέρνει μοναχός του έναν καλό μαντρότοιχο. Οι τεχνίτες του το ’πανε καθαρά.

-      Τώρα πια μπορείς να χτίσεις.

     Ο Κωσταντής, όμως αντί να το πάρει πάνω του, παρακάλεσε να τον προσέξουν ακόμα λίγο και γύρεψε να δώσει μπροστά τους ένα είδος εξετάσεις. Άνοιξε λίγο θεμέλιο στο μέρος που χτιζότανε ο μαντρότοιχος και ψήλωσε μοναχός του ένα μέτρο τοίχο πάνω από τη γη. Όχι μόνο δε βρήκανε να του διορθώσουν τίποτα οι τεχνίτες, μα τον πήρανε κιόλας να δουλέψει μαζί τους στο μαντρότοιχο, σαν ανεξάρτητο χτίστη πια κι όχι σαν μαθητευόμενο. Ο ζωγράφος όμως δεν έβλεπε με καλό μάτι την κλίση του αυτή.

-      Τουλάχιστον όταν είναι μπροστά οι προεστοί, δε θέλω να σε βλέπω λασπωμένο!

του παρατηρούσε.

     Ο Κωσταντής αναστέναζε πικραμένος. Ένα πρωί, τέλος, αποφάσισε να τα βολέψει μοναχός του. Έστειλε μήνυμα στους προεστούς και τους παρακάλεσε να μην έρθουν να του κάνουν βίζιτα, προτού τελέψει ο μαντρότοιχος. Θα τους έλεγε αυτός πότε. Έτσι βρήκε την ησυχία του.

     Ο ζωγράφος δεν τον ενόχλησε πια. Είχε άλλωστε κι αυτός τις ασχολίες του. Από τις πρώτες μέρες κιόλας μπήκε στα πράματα του χωριού. Συναναστράφηκε τους προεστούς, συζήτησε μαζί τους και συνέλαβε, για να το πούμε έτσι, όλο το οικονομικό, κοινωνικό και ηθικό ακόμα πνεύμα των χωριανών. Άνθρωπος έξυπνος και διαβασμένος καθώς ήτανε, κατάλαβε πως η μόνη δύναμη για τους καινούριους του πατριώτες ήταν η θέση η κοινωνική και το χρυσάφι. Σαν άνθρωπος των έργων, λοιπόν, φέρθηκε στοχαστικά. Κράτησε σε απόσταση τους παρακατιανούς, με τρόπο λεπτό όμως, κι από τους προεστούς ζήτησε τη φιλία τους. Συχνά τους έκανε βίζιτες. Έβγαιναν περίπατο μαζί, συζητούσαν πολλές φορές στην πλατεία μπροστά στους χωριανούς, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε πάνω στη συζήτηση να δείχνει τη γνώση του και να σημειώνει με τον έξυπνο και λεπτό του τρόπο ορισμένα τους σφάλματα. Το έκανε δε τόσο καθαρά, ώστε κι αυτοί οι βραδυκίνητοι στο μυαλό χωριάτες, που άκουγαν ένα γύρο με σεβασμό και προσοχή, έμπαιναν εύκολα στο νόημα και το ’βλεπαν που είχε δίκιο. Χαίρονταν τότε οι χωριανοί κι είχανε να το λένε για μέρες πολλές το τι ταπεινόφρονας και λεπτοκαμωμένος ήταν. Μόλο που ’χε βάλει τα γυαλιά σε κάτι ανθρώπους σαν τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο, ούτε στιγμή δε σκέφτηκε να κοκορευτεί. Καθότανε όπως και πριν, ήσυχος και μετρημένος και μάλιστα είχε απομείνει τέτοιος που τον πρωτόδανε, αδύνατος και καλός. Μήτε μια οκά δεν είχε παχύνει. Βλέποντας οι προεστοί την εντύπωση που άφηνε στους χωριανούς, αλλά και σ’ αυτούς τους ίδιους ακόμα, άρχισαν να του φέρονται μ’ ένα σεβασμό γιομάτο φόβο. Αυτοί ήτανε τώρα που ξεκινούσαν να του κάνουν βίζιτα στο καινούριο σπίτι, που είχε μετακομίσει με τον ιππότη Κωσταντή και το σταυροφόρο Λουίτζι, όπως ο ίδιος τους έλεγε. Έτσι, ήρθε σιγά σιγά η μέρα που ο ζωγράφος έγινε ο πιο σεβαστός άνθρωπος του χωριού.

     Από δω και περά, δεν του ήτανε δύσκολο να πάρει και εξουσία στα χέρια του. Εισηγήθηκε στην κοινότητα προτάσεις, άπλωσε μπροστά τους σχέδια για σκοπούς κοινωφελείς και με τέτοια ρητορεία μίλησε και ξεδίπλωσε τα ζητήματα, που σάστισαν όλοι κι είπανε «καλά, ας γίνουν» προτού ακόμα το καλοσκεφτούν. Ζήτησε τότε να του αναθέσουν την επίβλεψη στα κοινωφελή έργα και πάλι οι προεστοί είπανε «καλά».

     Την άλλη μέρα κιόλας, οι δυο ρεματιές που έφραζαν το πλάτεμα αντηχούσαν από φουρνέλα, και σε διάστημα ελάχιστο ξεφύτρωσαν δυο γραφικότατοι κοινοτικοί μύλοι. Η εκμετάλλευση του νερού είχε γίνει. Στο εξής οι χωριανοί δε θα πήγαιναν δυο ώρες δρόμο, για ν’ αλέσουν το στάρι τους στο διπλανό χωριό. Το γεγονός γιορτάστηκε. Όλο το χωριό πήρε μέρος, ακόμα και κείνοι οι λίγοι παραστρατημένοι που ξέρουμε. Πάνω από την πόρτα του κάθε μύλου μπήκε μια μαρμάρινη πλάκα, με την επιγραφή:

«ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ»

     Έτσι γραφότανε πάντα. Από τότε που αποφάσισε να δοθεί στη ζωγραφική, είχε παρατήσει το οικογενειακό του όνομα κι αυτό κράτησε και μετά που βαρέθηκε τη ζωγραφική. Γιατί βαρέθηκε την ωραία αυτή τέχνη; Άγνωστο. Είτε γιατί κατάλαβε πως δε θα ’κανε μεγάλα πράματα, είτε γιατί βρήκε το δρόμο του με άλλες κατευθύνσεις, είχε το θάρρος να την απαρνηθεί και να στραφεί σε νέους ορίζοντες. Και οι νέοι ορίζοντες του αποκαλύφτηκαν εδώ, στο χωριό. Με ασάφεια στην αρχή, συγκεκριμένα όμως όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να υποπτεύεται πως ήταν γεννημένος για ηγέτης. Αλλά, πράμα παράξενο για ηγέτη, δεν έκανε ποτέ του κεφαλιού του. Είχε τη φρόνηση να παραδέχεται πως ενεργούσε καλύτερα βρισκόμενος σε δεύτερη μοίρα. Ζητούσε πάντα γνώμη και του έφτανε να κάνει παρατηρήσεις και να διορθώνει τη γνώμη που λάβαινε. Για να πάρει δική του απόφαση, χωρίς άλλη συζήτηση, έπρεπε να του αρνηθούν όλοι τη γνώμη τους. Σε τέτοια περίπτωση, ναι, δειχνόταν τολμηρός και αποφάσιζε. Μα ίσαμε να τελέψει το έργο που αποφάσιζε, βρισκόταν σε νευρική διέγερση, χαμένος σε ευθύνες υπερβολικές. Ήταν, για να τον ορίσουμε με κάποια ακρίβεια ένας τολμηρός ζωσμένος από φόβο. Αφιλοκερδής; Ναι. Ό,τι έκανε, δεν το ’κανε για δική του αποκλειστική ωφέλεια, μα για το γενικό καλό και μόνο σ’ ένα ζήτημα μπορούμε να σταθούμε με επιφύλαξη. Στη φιλοδοξία του. Αγαπούσε πολύ τη δόξα, ήθελε σε κάθε περίσταση να έχει τη γενική εκτίμηση. Όταν όμως σκεφθούμε σε ποιο συνετό κι ωφέλιμο δρόμο ζητούσε τη δόξα, τότε βλέπουμε ότι έχουμε μπροστά μας μια ευγενική αδυναμία κι όχι ελάττωμα. Την απόδειξη στον ισχυρισμό αυτό την έφερνε στο χωριό σε διάστημα ελάχιστο. Χτιστήκανε γεφύρια, τα καλντερίμια επιδιορθώθηκαν, στις βρύσες μπήκανε μάρμαρα κι όλα τούτα με λεφτά δικά του πολλές φορές, δηλαδή του Κωσταντή. Όταν ήταν να πλακοστρωθεί η πλατεία και το κοινωφελές ταμείο δεν είχε λεφτά, πρότεινε φορολογία, που εξαιρούσε όμως τους φτωχούς. Υποστήριξε να πάρουν οι προεστοί τα βάρη κι έκανε μεγάλο αγώνα για να τους αποσπάσει τα μισά τουλάχιστον έξοδα. Τα υπόλοιπα έδωσε ο Κωσταντής, που ποτέ δεν είπε όχι, όταν του ζητούσε λεφτά ο ζωγράφος. Παρ’ όλ’ αυτά όμως και μόλο που είχε το δικαίωμα να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τους θησαυρούς του Κωσταντή, κρατούσε πάντα λογαριασμό και του τελευταίου παρά που ξόδευε. Καρφίτσωνε τους λογαριασμούς με τις σχετικές εξηγήσεις και σημειώσεις και κρατήθηκαν μάλιστα και βιβλία λογιστικά. Για τη δουλειά αυτή βρήκε έναν άξιο βοηθό στο πρόσωπο του ψάλτη, που όχι μόνο δέχτηκε πρόθυμα, αλλά ομολόγησε αυθόρμητα, ότι μ’ αυτό τον τρόπο είχε ελπίδες να γλιτώσει κάπως από την ανεξήγητη ανησυχία που τον κατάτρωγε.

-      Πάω να πιστέψω πως η τυραννική μου φύση κοντεύει να βρει το δρόμο της, έλεγε

συχνά.

     Ο άνθρωπος αυτός στάθηκε πολλές φορές χρήσιμος στο ζωγράφο. Αυτός του δίδαξε καλά τα ελληνικά, που τα ’χε ξεχάσει στα τόσα χρόνια που έζησε στη Φραγκιά, κι αυτός πάλι κατάφτανε αρωγός στις δύσκολες στιγμές του έργου του. Όταν, λόγου χάρη, η συζήτηση για την πλακόστρωση της πλατείας είχε ανάψει κι οι προεστοί επίμεναν με πείσμα πως δεν έχουνε λεφτά να πληρώσουν, ο ψάλτης παρουσιάστηκε σαν από μηχανής θεός. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, που παιζόταν η τύχη της πλατείας, παραμέρισε τους προεστούς κι έσκυψε στο αυτί με τρόπο ν’ ακουστούν οι λέξεις «φακή» και «Γιαννακός». Ο ζωγράφος κοίταξε με έκπληξη τον κυρ Σωκράτη, αυτός τους προεστούς κι οι προεστοί τα νύχια τους. Οι αντιρρήσεις σταμάτησαν αμέσως.

     Από ποιον τα ήξερε όλ’ αυτά ο ψάλτης και μίλησε έτσι;

     Κανένας δεν το έμαθε. Ο ίδιος δεν έδινε εύκολα εξηγήσεις, γινότανε όμως φανερό πως ήξερε τα πάντα. Οι προεστοί έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα φοβερό διάβολο. Κρατούσε όλα τους τα μυστικά, πίσω από τον κάθε τους λόγο μυριζότανε αμέσως το σκοπό τους κι ήρθε, τέλος, μια μέρα, που από το πολύ ζύγισμα που έκαναν στα λόγια τους, δεν έβρισκαν τίποτα να πουν κι απόμεναν βουβοί στα κοινοτικά συμβούλια. Ό,τι και να ’λεγαν, θα τους τσάκωνε ο πάντοτε στο πλευρό του ζωγράφου παρευρισκόμενος ψάλτης. Ο κίνδυνος ήτανε μεγάλος. Τον μίσησαν λοιπόν μ’ όλη τους την ψυχή κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιστάσεις, ζήτησαν τη λύση σε δρόμους κρυφούς.

      Ο Παντελής ο αγροφύλακας, που τριγύριζε περιφρονημένος, γυμνός από την αλλοτινή του αίγλη, τράβηξε και πάλι την προσοχή των προεστών. Τώρα πια τον καλημέριζαν, τον ρωτούσαν με αγάπη πώς πάει η πατάτα ή το καλαμπόκι, και τα πράματα έφτασαν στο σημείο να φάει ένα μεσημέρι μαζί με τον κυρ Σωκράτη. Την άλλη μέρα, κατά το βράδυ, γυρίζοντας ο ψάλτης στο σπίτι του και τη στιγμή που περνούσε κάτω από μια φουντωμένη μουσμουλιά, δέχτηκε μια μαγκουριά κατακέφαλα. Ευτυχώς, που, πέφτοντας, η μαγκούρα σκόνταψε στα κλαδιά της μουσμουλιάς κι έκοψε λίγο τη φόρα της. Μολοντούτο, όμως, το χτύπημα ήταν πάλι φοβερό, ο ψάλτης γκρεμίστηκε. Όταν ύστερ’ από ώρα συνήρθε, ένιωθε δυνατούς πόνους και στα πλευρά. Με μεγάλο κόπο μπόρεσε να σηκωθεί και να σταθεί στα πόδια του. Γινότανε φανερό πως την ώρα που ήτανε πεσμένος και αναίσθητος, είχε δεχτεί κι άλλες μαγκουριές στο κορμί.

     Δίχως να χάσει καιρό τράβηξε για το σπίτι του ζωγράφου. Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε μπροστά του ματωμένος, με τις παλάμες κολλημένες στα πονεμένα του πλευρά. Ο ζωγράφος τρόμαξε. Ο Κωσταντής, που διάβαζε το ευαγγέλιο, το ’κλεισε ανήσυχος και πήγε κοντά του. Αλλά είδε τη ματωμένη όψη του ψάλτη να λάμπει από ευτυχία. Σάστισε.

-      Τι τρέχει, λοιπόν, αδελφέ Γιακουμή;

-      Τρέχει πως μου σπάσανε το κεφάλι! φώναξε αυτός με χαρά και τους άφησε να

να βασανιστούν σε διλήμματα και υποψίες.

-      Ποιος σε χτύπησε; ρώτησε ο ζωγράφος και του πρόσφερε καρέκλα.

     Ο ψάλτης κάθισε.

-      Το ποιος με χτύπησε, δεν έχει σημασία! Το ποιοι, όμως, σκεφτήκανε να μου

σπάσουν το κεφάλι, αυτό ναι, έχει, μα την πίστη μου, σημασία, και ωραία σημασία μάλιστα.

     Και καθώς τον κοίταζαν σαστισμένοι, μπήκε κατευθείαν στην ουσία. Εξήγησε πως οι αποψινές μαγκουριές ήτανε δώρο θεού. Πάνω σ’ αυτές στηριζόμενος αύριο ο ζωγράφος, μπορούσε να ζητήσει, από τη γενική συνέλευση του χωριού, την ίδρυση μιας ειδικής αστυνομίας, ορκισμένης στο ιερό ευαγγέλιο, για την καταδίωξη των κατεργαραίων και των φονιάδων. Μέχρι τώρα τη δουλειά αυτή την έκανε ο Παντελής, κατά διαταγή των προεστών. Όταν δεν έφτανε κι αυτός, οι προεστοί πάλι διάλεγαν μερικούς άντρες από το χωριό και τους έδιναν στον Παντελή για ενίσχυση. Αλλά το μέτρο τούτο μπορούσε τώρα πια να περαστεί για ναυαγημένο. Ένας άνθρωπος που δέχεται μαγκουριές μπροστά στο σπίτι του, είναι κάτι που βαραίνει στα χρόνια μας.

-      Λοιπόν; τελείωσε ο ψάλτης και κοίταξε το ζωγράφο μ’ ένα βλέμμα φορτωμένο

υπονοούμενα.

     Ο ζωγράφος τον κοίταξε προσεκτικά μερικές στιγμές, σαν να μετρούσε το καταχθόνιο μυαλό του ανθρώπου αυτού. Έπειτα τον κάλεσε στο δωμάτιό του, να συνεχίσουν τη συζήτηση.

     Ο Κωσταντής, άνοιξε το ευαγγέλιο να διαβάσει το αυριανό του μάθημα. Δάσκαλός του ήταν ο παπάς. Το μάθημα γινόταν στο σπίτι του Κωσταντή, ο παπάς ερχότανε κάθε μέρα και πολλές φορές και τη νύχτα. Σχεδόν είχε μετακομίσει. Του είχε μάθει ελληνική ανάγνωση και γραφή και τόσο είχε προχωρήσει ο Κωσταντής, ώστε άρχιζε τώρα να εξηγεί τα διάφορα εδάφια της Γραφής και να κατέχει μάλιστα και τους ήχους των ψαλμών. Έβαζε τον παπά να του διαβάζει το ευαγγέλιο, όπως θα το διάβαζε την Κυριακή στην εκκλησία, κι ύστερα το ’πιανε κι αυτός στα χέρια του. Έκανε πρόβες φανταζόμενος τον εαυτό του μπροστά στην Αγια-Πύλη, ντυμένο στα άμφια και με το ασημοδεμένο ευαγγέλιο στα χέρια. Κάτι τέτοιες στιγμές η φωνή του ράγιζε από συγκίνηση, δάκρυα του μούσκευαν τα γένια κι ο παπάς, που τον κοίταζε με κατάνυξη, ολόρθο και πελώριο μπροστά του, έκλαιγε κι αυτός χωρίς να ξέρει το γιατί. Άλλες φορές πάλι έβγαιναν περίπατο στα χωράφια, ο παπάς καβάλα στη γαϊδουρίτσα του κι ο Κωσταντής βαδίζοντας δίπλα του. Συζητούσαν για τη Δημιουργία και τα έργα του θεού κι όλο κάτι έβρισκε να προσέξει ο Κωσταντής στη φύση και τα ζώα.

-      Είδες, παππούλη, που και τα φίδια ακόμα τα φυλάει ο Κύριος μην πάθουνε κακό;

-      Τα φίδια; Τι τα φίδια; ρωτούσε ο παπάς κι ήξερε από αλλοτινές φορές πως

θ’ άκουγε τώρα δα μια απόκριση γιομάτη σοφία και πρωτάκουστη.

     Ο Κωσταντής του θύμιζε τότε το πετσί τους, που ’χει το ίδιο χρώμα με τη γη κι εξηγούσε πως έτσι γλίτωναν τον κίνδυνο να τα δούνε οι εχθροί τους από μακριά. Ευχάριστα νικημένος ο παπάς, κουνούσε στοχαστικά το κεφάλι του και γύριζε και του ’λεγε:

-      Σαράντα χρόνια τα φοράω τα ράσα και πρώτη φορά καταλαβαίνω τι θα πει θεός.

Όχι! Εσύ δεν μπορεί να μην γίνεις παπάς, είναι φανερό!

     Αναστέναζε τότε ο Κωσταντής και ψιθύριζε σιγανά:

-      Θα το δούνε τάχα ποτές τα μάτια μου;

    -   Πρέπει να το δούνε! Θα ’ναι αμαρτία να μην το δούνε. Γιατί δε στέλνεις ένα χαρτί στο δεσπότη, να του τα πεις; Γράφτου το και το, θέλω να με κάνεις παπά. Να του γράψεις και για το φίδι, αυτό να μην το ξεχάσεις και να δεις τότε που θα τα χάσει και θα σε χειροτονήσει.

     Ο παπάς μιλούσε με ενθουσιασμό. Βαθιά συγκινημένος ο Κωσταντής, με τα φρύδια ψηλωμένα και το χέρι ακουμπισμένο απαλά στα καπούλια της γαϊδουρίτσας, τον άκουγε κι ευφραινόταν κι ο λογισμός του χανότανε σε οράματα λατρευτά. Έβλεπε τον εαυτό του ντυμένο στα ράσα να κηρύχνει την πίστη του Χριστού, γυρίζοντας ακούραστα στα σπίτια των χωριανών. Κι όταν έφτανε στη στιγμή, που μπροστά στην Αγια-Πύλη θα σήκωνε το χέρι του ψηλά για να ευλογήσει τους πιστούς και να πει το «ειρήνη πάσι», ο νους του σταματούσε. Ήταν η στιγμή αυτή η ομορφότερη της θείας λειτουργίας. Κάθε φορά που τη σκεφτόταν, λύγιζε μπροστά στο μεγαλείο της κι άθελα τα μάτια του πέφτανε στα βουνά. Μετρούσε τη μεγαλοπρέπεια του όγκου τους και ψηλώνοντας ακόμα το βλέμμα ένιωθε την ευλαβική του ψυχή να χάνεται στη γαλανή απεραντοσύνη του ουρανού, να ξεφτίζει σαν μακρινό λευκό σύννεφο, να διαλύεται και να σβήνει. Χαμήλωνε τότε το βαρύ του κεφάλι και κοιτάζοντας το χώμα που πατούσε, καταλάβαινε την ύπαρξή του μικρή, ασήμαντη, ανίκανη για μια τέτοια στιγμή. Ποτέ ένας ταπεινός σαν κι αυτόν δε θα κατάφερνε να πει το «ειρήνη πάσι». Έριχνε μια πονεμένη ματιά στον παπά, αναστέναζε κι έλεγε με σιγανή, ραγισμένη φωνή:

-      Δε θα το δούνε τα μάτια μου… Δεν είναι για μένα.

     Ο παπάς όμως θύμωνε με τη μαλακή του ψυχή. Τον εμάλωνε, τον έβαζε να του πει κάνα δυο ψαλμούς και του ’λεγε ύστερα με πεποίθηση, πως αν ήτανε στο χέρι του, τούτηνε κιόλας τη στιγμή θα ’βγαζε τα ράσα και θα του τα φόραγε αυτουνού. Στην ψυχή του Κωσταντή φύτρωναν και πάλι καινούριες ελπίδες…

     Ο ψάλτης βγήκε από το δωμάτιο του ζωγράφου με το κεφάλι δεμένο. Στο βλέμμα του έλαμπε η προσμονή μιας μεγάλης ικανοποίησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι βέβαιοι πόνοι του χτυπημένου του κεφαλιού να διαφεύγουν την προσοχή του. Ο άνθρωπος αυτός ήτανε κατά τα φαινόμενα ένα εξαιρετικό παράδειγμα ιδεολόγου. Για να προσφέρει την ποθητή τροφή στην ανήσυχη φύση του, δε θα δίσταζε να πατήσει και πάνω στο ίδιο του το πτώμα. Κοίταξε τον Κωσταντή με το πύρινο βλέμμα του και του μέτρησε τούτα τα λόγια:

-      Για πρώτη φορά αύριο, ιππότη Κωσταντή, θα ποτίσω και γω λίγο τη διψασμένη

μου ψυχή.

     Προτού φύγει, μάλιστα, του ’ριξε ένα ιδιαίτερο βλέμμα, σαν να ’φερνε στο νου του πρόσφατες συζητήσεις. Ο ζωγράφος παρέκει στεκόταν αμίλητος. Κοίταζε κι αυτός τον Κωσταντή κι η όψη του έδειχνε πως κάτι σοβαρό σκεφτόνανε γι’ αυτόν. Τι όμως; Ωρίμαζε τάχα στο μυαλό του καμιά απόφαση και γύρευε να την προφυλάξει πίσω από τον Κωσταντή, περνώντας έτσι τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα, όπως το συνήθιζε; Η αυριανή μέρα θα έδειχνε.

     Ο Κωσταντής, δοσμένος στη μελέτη του, αναστέναξε και γύρισε το φύλλο.





5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA