Πρωί πρωί την άλλη μέρα, προτού οι χωριανοί ξεκινήσουν για τα χωράφια τους, η καμπάνα του χωριού χτύπησε συγκέντρωση. Ανήσυχοι οι χωριάτες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία, πιο ανήσυχοι όμως κατέφθασαν οι προεστοί. Φρόντισαν να μάθουν με τρόπο τι σήμαιναν όλα τούτα τα βιαστικά, μα κανένας δεν ήξερε να τους πει. Έγιναν αμέσως προσεχτικοί. Σχημάτισαν παρέκει μια δική τους παρέα και πάσχιζαν να οπλιστούν με θάρρος, μιλώντας για πράγματα κοινά και συνηθισμένα. Ο κυρ Σωκράτης Ελατάκος ειδικά, ήταν απ’ όλους ο πιο ομιλητικός.

     Όταν ο ήλιος πρόβαλε στον ορίζοντα, φάνηκε από μακριά ο ζωγράφος. Πλησίαζε σοβαρός με το ένα του χέρι στο σαγόνι, δείγμα αναντίρρητο σοβαρότατης συλλογής. Μόλις που καλημέρισε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. Χωριάτες και προεστοί, κατάλαβαν τότε πως τα πράματα ήτανε σοβαρά. Παραμέρισαν ανήσυχοι στο διάβα του και τον είδανε να διασχίζει αμίλητος την πλατεία και ν’ ανεβαίνει στο πεζούλι, το πατροπαράδοτο βήμα των ρητόρων του χωριού. Πλησίασαν όλοι. Οι προεστοί όμως δεν πήρανε τη θέση που θα τους ταίριαζε μια τέτοια στιγμή, αφήσανε το λαό να πλησιάσει κι αυτοί στάθηκαν μακριά. Ο ζωγράφος διόρθωσε την παρατυπία αμέσως. Με μια σοβαρή κίνηση του χεριού, έδειξε πως οι προεστοί έπρεπε να πλησιάσουν. Αυτοί κοίταξαν ανήσυχοι τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο και μόνο όταν τον είδανε να κάνει το πρώτο βήμα κινήθηκαν. Ο λαός παραμέρισε κι ο καθένας πήγε στη θέση του. Αλλά ούτε και τώρα μίλησε ο ζωγράφος. Άφησε να περάσουν μερικές στιγμές κι όταν βασίλεψε απόλυτη σιγή, άνοιξε επιτέλους το στόμα του, αφού πρώτα έκανε μια κουρασμένη χειρονομία, σαν να ’διωχνε μια σκέψη.

-      Όχι, δεν το περίμενα! είπε μόνο και στάθηκε πάλι σκεφτικός.

     Τέτοια ήτανε η όψη του, που οι χωριάτες κατάλαβαν και πίστεψαν αμέσως πως αυτό που δεν περίμενε ο ζωγράφος, άσχετο ποιο, ήτανε σωστό να μην το περιμένει ένας σπουδαίος άνθρωπος σαν το ζωγράφο. Ο κυρ Σωκράτης, όμως, ζήτησε να μάθει τι πράμα δεν περίμενε. Η φωνή του ήτανε θαρραλέα μέχρι σημείου να ψηλώσουν οι λοιποί προεστοί τα κεφάλια τους και μάλιστα με κάποιο κουράγιο. Αλλά ο ζωγράφος δεν τους το χάρισε. Τους κάρφωσε με κείνο το αλύπητο βλέμμα του, αμίλητος σαν πέτρα, κι όταν αυτοί χαμήλωσαν με ενοχή τα κεφάλια τους, ο ζωγράφος είχε πια τα μάτια του καρφωμένα στον κυρ Σωκράτη Ελατάκο με τη σκληρή πρόθεση να μην τα ξεκολλήσει αποκεί. Ο κυρ Σωκράτης βάστηξε λίγες στιγμές, αλλά το πράμα ξεπερνούσε την αντοχή του. Χάιδεψε το δεξί του μάγουλο, στριφογύρισε τα μάτια του και ρώτησε ένα γύρο με την ψιλή του φωνούλα:

-      Είπα τίποτα κακό, ο χριστιανός;

-      Όχι! έπεσε τότε δυνατή η φωνή του ζωγράφου. Δεν άκουσα κακό. Το κακό όμως

έγινε!

     Και άρχισε αμέσως να εξηγεί. Ξεκίνησε με τη γνωστή του ευγλωττία από γενικές αρχές, σταματούσε όπου έπρεπε κι όταν η ανάγκη το απαιτούσε, ανέβαζε και κατέβαζε τη φωνή του με μια τέχνη μοναδική. Εξήγησε τι θα πει ασφάλεια μ’ ένα φωτεινό τρόπο, ώστε κατάλαβαν αμέσως όλοι τι δε θα πει ασφάλεια. Εξήγησε τι δε θα πει ασφάλεια και πάλι κατάλαβαν όλοι τι θα πει ασφάλεια. Έθιξε ζητήματα πολιτισμού, θρησκείας και κοινωνίας, αξιοπρέπειας και τιμής, σε βαθμό που ο ευαίσθητος Κακαφλιός, χωρίς να καταλάβει πολλά πράγματα, μαγεμένος όμως από τη θωριά του ζωγράφου, δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έβαλε τα κλάματα. Ο ζωγράφος το πρόσεξε και του χάρισε από το βήμα του ένα βλέμμα γεμάτο εκτίμηση. Όλοι το πρόσεξαν αυτό. Γύρισαν και κοίταξαν τον Κακαφλιό με διαφορετικό τρόπο τώρα. Σακατεμένος από ευτυχία ο Κακαφλιός, λιγοθύμησε στη στιγμή. Του φέρανε αμέσως νερό, τον μπάτσισαν απαλά κι όταν τέλος βρήκε τις αισθήσεις του, είδαν όλοι το ζωγράφο να κάνει νόημα με το χέρι του, να φέρουν και τοποθετήσουν τον Κακαφλιό στο πεζούλι, πλάι στα πόδια του. Ο ίδιος μάλιστα ο ζωγράφος τον έπιασε από τις μασχάλες και τον βοήθησε να καθίσει καλά. Αλλά μια τέτοια τιμή ήταν ασήκωτη για την κράση του Κακαφλιού. Προσπάθησε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του να κυριαρχήσει, η φύση όμως ακολούθησε το δρόμο της κι ο Κακαφλιός λιγοθύμησε για δεύτερη φορά. Οι χωρικοί στάθηκαν αμφίβολοι. Προς στιγμή πήγανε να τον σιχαθούν, αλλά προτού λάβουν τον καιρό ν’ αποφασίσουν οτιδήποτε, ακούστηκε η φωνή του ζωγράφου, που όριζε σε δυο γερούς χωριάτες να σηκώσουν αμέσως τον Κακαφλιό και να τον πάνε στο σπίτι το δικό του, του ζωγράφου δηλαδή, με την εντολή να του γίνει κάθε δυνατή περιποίηση.

     Βλέμματα φιλίας συνόδεψαν τον Κακαφλιό, καθώς τον πήγαιναν σηκωτό και πολλοί ήταν αυτοί που ζήλεψαν τη θέση του. Αλλά οι προεστοί έμειναν κατάπληχτοι με το επεισόδιο. Όσο για τους παρακατιανούς νοικοκυραίους, αυτοί, σαν άνθρωποι προσεχτικοί και φρόνιμοι, ζύγισαν καλά τα πράματα στο μυαλό τους, αλλά δεν έφτασαν όλοι στο ίδιο συμπέρασμα. Οι μισοί συμμερίστηκαν την έκπληξη των προεστών, ενώ οι άλλοι μισοί κοίταξαν το ζωγράφο με μάτι φιλικό. Ο ζωγράφος το πρόσεξε και τους χάρισε χωρίς φειδώ ένα ωραίο βλέμμα διαρκείας. Οι νοικοκυραίοι όμως που συμμερίστηκαν την έκπληξη των προεστών, βρέθηκαν, με το γεγονός αυτό, σε δύσκολη θέση. Μια κοίταζαν το ζωγράφο, μια τους προεστούς και ζήσανε προς στιγμή αγωνίες ασυνήθιστες στην ήσυχη ζωή τους. Τελικά χωρίστηκαν κι αυτοί στα δυο και οι μεν μισοί έμειναν πιστοί στους προεστούς, οι δε λοιποί προσχώρησαν οριστικά στο στρατόπεδο του ζωγράφου.

     Κάτω από τέτοιες λοιπόν ευνοϊκές συνθήκες συνέχισε ο ζωγράφος το λόγο του. Περνώντας ορμητικά τις γενικές αρχές της ηθικής, έφτασε τέλος στο συγκεκριμένο γεγονός: τον ψάλτη που τον τσάκισαν στο ξύλο. Αυτό ήταν ακριβώς που δεν περίμενε.

     Στην αρχή οι χωριάτες βρήκανε το πράμα φυσικό. Τέτοιος πεισματάρης και ξεροκέφαλος που ήταν εξ ανέκαθεν ο ψάλτης, κάποιος θα βρισκότανε μια μέρα να του σπάσει το κεφάλι, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αλλά το ζήτημα δεν ήτανε και τόσο ξεκάθαρο. Για να δηλώνει ο ζωγράφος πως δεν το περίμενε, πα να πει πως το σωστό ήτανε να μην το περιμένει κανένας άνθρωπος της προκοπής. Το κουβέντιασαν λοιπόν μεταξύ τους και βρήκανε πως ούτε κι αυτοί οι ίδιοι το περίμεναν. Χαρήκανε πολύ που δεν το περίμεναν και το δήλωναν αμέσως διά βοής:

-      Δεν το περιμέναμε! φώναξαν όλοι μαζί κι η πλατεία βούιξε.

     Βιαστικά βιαστικά, πήρε το λόγο ο κυρ Σωκράτης Ελατάκος:

-      Και τι απόγινε τώρα ο χριστιανός, ζει;

     Ο ζωγράφος έστρεψε τα μάτια του καταπάνω του κι απόμεινε αμίλητος. Ο κυρ Σωκράτης κοίταξε ταραγμένος γύρω του κι εξήγησε με τη γνωστή συγκίνηση στη φωνή του:

-      Ρωτώ καλέ…

-      Γνώρισε τουλάχιστον αυτόν που τόνε βάρεσε με τη μαγκούρα; ρώτησε ο κυρ

Νικολής.

-      Και πώς ξέρεις εσύ πως τον χτύπησαν με μαγκούρα; ακούστηκε φοβερή και

αδυσώπητη η φωνή του ζωγράφου.

     Ο κυρ Νικολής ανατρίχιασε. Κοίταξε τον κυρ Σωκράτη κι έφραξε με φρίκη το στόμα του.

-      Σταθείτε καλέ! φώναξε γρήγορα ο κυρ Σωκράτης. Για να βρεθεί τσακισμένος στο

ξύλο ο χριστιανός, πα να πει πως με μαγκούρα τόνε βαρέσανε. Έτσι δεν είναι χωριανοί; ρώτησε μερικούς εκεί κοντά.

     Αυτοί έκαναν με το κεφάλι τους «σωστά» κι ήτανε πολύ ευχαριστημένοι που κλήθηκαν μάρτυρες από έναν άνθρωπο σαν τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο.

-      Κι εδώ που τα λέμε, θεός ξέρει τι σόι μαγκούρα θα ’τανε! είπανε κάμποσοι

θαρραλέοι, που ανέκαθεν είχαν τη φιλοδοξία ν’ ανεβούνε ψηλότερα κι ίσως ίσως να εισδύσουν κάπως και στον κύκλο των προεστών.

     Ο κυρ Σωκράτης τους κοίταξε πατρικά κι αυτοί ενθουσιάστηκαν κι εξήγησαν πως σίγουρα θα ’χε και τίποτα ρόζους η μαγκούρα.

-      Σαν την μαγκούρα του Παντελή; ρώτησε ο ζωγράφος.

-      Σαν και δαύτηνε, σωστά! φώναξαν αυτοί κι ήτανε πια ευτυχισμένοι για τούτη την

τιμή, ν’ αλλάζουνε δηλαδή κουβέντες και ρωτήματα με το ζωγράφο, όπως είχανε τώρα δα και με τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο.

     Εδώ όμως χρειάστηκε να σαστίσουν λιγάκι. Βλέπουν τον κυρ Σωκράτη ν’ αλλάζει αμέσως όψη και να παίρνει βιαστικά το λόγο.

    -   Καλέ τι πράματα είν’ αυτά που λέτε; Το ’δατε με τα μάτια σας πως είχε ρόζους η μαγκούρα και λέτε πια σαν του Παντελή; Το ’δατε καλέ; Ρωτάω!

     Αυτοί τότε μαζέψανε τα φτερά τους και κατάλαβαν δυο πράματα. Πρώτο, χρειάζονταν κότσια γερά ν’ αλλάζεις κουβέντες και ρωτήματα μ’ ανθρώπους διαλεχτούς σαν το ζωγράφο και τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο, και δεύτερο, δεν είχανε δει τίποτα και καλά θα κάνανε να παρατήσουν τα μεγαλεία και να κάτσουνε στ’ αυγά τους. Ξεφούσκωσαν αμέσως και δήλωσαν μουρμουριστά πως έτσι ήταν, δεν είχανε δει τίποτα κι όσο για ρόζους, μπορεί και να μην είχε ρόζους.

    -  Δόξα τω Θεώ που είπατε και μια σωστή κουβέντα, είπε ο κυρ Σωκράτης κι αναστέναξε.

     Τότε ακούστηκε τελεσίδικη η φωνή του ζωγράφου:

-      Μου αρκεί!

     Και στον ίδιο ακριβώς τόνο συνέχισε κι εξήγησε τι έγκλημα είναι να σακατεύουν έναν άνθρωπο μέσα στο ίδιο του το χωριό, δυο βήματα έξω από το σπίτι του, γιατί τόλμησε να υψώσει φωνή διαμαρτυρίας σ’ ορισμένα έκτροπα που έπεφταν στην αντίληψή του. Κάτι τίμιος άνθρωπος είχε χρέος ν’ αγανακτήσει, όπως αγανακτούσε κι αυτός, ο ζωγράφος δηλαδή. Στα τελευταία τούτα λόγια η γροθιά του υψώθηκε απειλητική, στάθηκε δυο τρεις φορές στον αέρα κι έπεσε βαριά, σαν να σύντριβε ένοχες κεφαλές.

     Οι χωριάτες ταράχτηκαν. Κοιτάχτηκαν, μουρμούρισαν μεταξύ τους και ξέσπασε τέλος η κραυγή:

-      Πες μας ποιος το ’κανε, να τον σπάσουμε στο ξύλο!

-      Προτιμώ κάτι άλλο! φώναξε ο ζωγράφος:

     Και αρπάζοντας την ακοή του πλήθους, το καθήκον άφωνο επί τόπου. Εξήγησε τι προτιμούσε, αφού πρώτα του εξιστόρησε πράματα φοβερά. Και το φοβερότερο απ’ όλα ήταν η οργή του ιππότη Κωσταντή, του ανθρώπου που τιμήθηκε με τη φιλία του βασιλέα της Ισπανίας. Βρισκότανε λοιπόν τώρα ο υπέροχος αυτός ιππότης σε μια κατάσταση έξω φρενών για το απίστευτο γεγονός. Με τα ίδια του τα μάτια είδε χτες το βράδυ τον τσακισμένο από το ξύλο ψάλτη και με τα ίδια του τα χέρια θέλησε ν’ αρπάξει το δοξασμένο του σπαθί και να τρέξει να τιμωρήσει ανελέητα τους κακούργους, γιατί ναι μεν μπορεί να ήταν ένας αυτός που σήκωσε τη μαγκούρα του εναντίον της ειρηνικής κεφαλής του ψάλτη, αλλά πίσω απ’ αυτόν τον ένα βρίσκονταν άλλοι, που τον οδήγησαν και τον καθοδήγησαν και του ανέθεσαν να πράξει για λογαριασμό τους. Να τιμωρήσει λοιπόν σκληρά και να πάρει ύστερα τα μάτια του και τους θησαυρούς του και να φύγει μακριά από το δύστυχο αυτόν τόπο.

     Εδώ στάθηκε. Βύθισε το βλέμμα του στο κενό και είπε με πίκρα:

-      Και να σκέφτεται κανένας ότι χθες το πρωί ακόμα είχε αποφασίσει να μοιράσει

από ένα φλουρί στους ανθρώπους του χωριού αυτού, που αλίμονο, τους νόμιζε, ο ταλαίπωρος, ειρηνικούς.

     Ανησυχία και ταραχή σημειώθηκε στην πλατεία. Πνιγμένοι σε αίσθημα δικαιοσύνης, οι χωριανοί αγανάχτησαν με την ψυχή τους και φώναξαν με πίστη:

-      Ειρηνικοί είμαστε! Πες του να μη φύγει κι όσο για τον κερατά που το ’κανε, αχ και

πού θα μας πάει! Αν τόνε βάλουμε στο χέρι, θα τον πεθάνουμε στο ξύλο!

     Μπροστά σε τούτη την παλλαϊκή δήλωση, οι λίγοι εκείνοι νοικοκυραίοι που έμειναν πιστοί στους προεστούς, αποσχίστηκαν αμέσως απ’ αυτούς. Δισταχτικός μονάχα απόμεινε ένας φουκαράς, που μόνο τ’ όνομα είχε για νοικοκύρης, αφού χρώσταγε του κόσμου τα λεφτά στον κυρ Σωκράτη κι ήτανε φόβος να χάσει όλο του το βιος. Στο τέλος όμως παρασύρθηκε ο δύστυχος και φώναξε κι αυτός πως είναι ειρηνικός. Τι ήθελε να το πει; Συνήρθε γρήγορα και στράφηκε στον κυρ Σωκράτη πασχίζοντας με φόβο να τον ψυχολογήσει. Όταν τον είδε αμίλητο και στυφό, του κόπηκαν τα γόνατα.

-      Δε θα το ξαναπώ, τραύλισε

     Ο ζωγράφος παραβλέποντας τη δήλωση του πλήθους περί ειρηνικότητας, συνέχισε:

-      Και ναι μεν αγωνίστηκα να τον κρατήσω, αλλά για να το καταφέρω βρέθηκα  στην

ανάγκη να κάνω κάτι… Αυτό ακριβώς που προτιμούσα.

     Εδώ στάθηκε ελαφρά ταραγμένος. Η στάση του έδειχνε πως δίσταζε πολύ να φανερώσει αυτό που βρέθηκε στην ανάγκη να κάνει. Ξεθεωμένοι από περιέργεια κι ανησυχία οι χωριάτες, τον εξόρκισαν στα κόκαλα του παππού του να τους τα πει όλα και να μην τους έχει πια να κάθονται σ’ αναμμένα κάρβουνα:

-      Αν είσαι καμιά στάλα χριστιανός, μη μας παιδεύεις άλλο! φώναξαν κάτι νέοι.

    -   Να μας τα πεις όλα! συμπλήρωσαν οι λοιποί, εκτός από τους προεστούς που παρακολουθούσαν τα συμβαίνοντα άφωνοι και χλομοί.

     Ο ζωγράφος υπόκυψε. Αποκάλυψε το κάτι που βρέθηκε στην ανάγκη να κάνει, ή μάλλον να υποσχεθεί στον ιππότη Κωσταντή, γιατί περί υποσχέσεως επρόκειτο και μάλιστα σοβαρής. Του υποσχέθηκε, λοιπόν, με προσωπική του εγγύηση, ότι ποτέ στο μέλλον δε θα γινότανε τέτοια κακουργήματα, κανένας κίνδυνος δε θα κρεμότανε πια πάνω από τα κεφάλια των ειρηνικών ανθρώπων του ωραίου και ειρηνικού αυτού χωριού. Αλλά ο ιππότης Κωσταντής, άνθρωπος με τεράστια πείρα, ζήτησε θετικές εγγυήσεις, κι εδώ ακριβώς ήταν που βρέθηκε στην ανάγκη να δώσει αυτές τις εγγυήσεις, χωρίς να έχει τη συγκατάθεση των χωριανών. Οι δε εγγυήσεις ήτανε τούτες: Εκλογές για την ανάδειξη ενός ανωτάτου άρχοντα εφ’ όρου ζωής, που θα συγκέντρωνε στα χέρια του όλες τις εξουσίες του χωριού. Ύστερα, άλλες εκλογές για την ανάδειξη τριών αντιπροσώπων του χωριού κάθε τέσσερα χρόνια, που θα χειρίζονταν όλα τα ζητήματα και θα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ανωτάτου άρχοντα, ο οποίος θα είχε το δικαίωμα ν’ ακυρώνει τις αποφάσεις τους, αν αυτές ήταν άδικες και δε σύφερναν στο λαό. Η εκτέλεση των αποφάσεων θ’ ανήκε στην αστυνομία, δηλαδή σε μια ομάδα τιμίων χωριανών, που θα συγκροτούσε ο ανώτατος άρχοντας. Οι εκλεκτοί αυτοί θα έπαιρναν μισθό. Έτσι, κάθε ταραξίας θα πιανόταν αμέσως και θα δικαζόταν από μια τετραμελή επιτροπή, ορισμένη από τους τρεις αντιπροσώπους και απαραίτητα εγκεκριμένη από τον αρχηγό κάθε εξουσίας, τον ανώτατο άρχοντα. Τέλος, ο καθένας μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα για το κάθε αξίωμα, αν ήτανε σε θέση ν’ αποδείξει στον ανώτατο άρχοντα πως είναι προικισμένος με τις τρεις κύριες αρετές: Αφιλοκέρδεια, τιμιότητα και καλοσύνη.

     Έκλεισε δε το λόγο του με τα παρακάτω λόγια:

-      Αυτά βρέθηκα στην ανάγκη να υποσχεθώ. Εσείς όμως είστε που θ’ αποφασίσετε.

Αν δε συμφωνείτε, θέλω να με συγχωρήσετε, για να μπορώ να σας χαιρετήσω από μακριά με το λευκό μου μαντίλι, όταν θα φεύγω από το ωραίο σας χωριό, ακολουθώντας τον ιππότη Κωσταντή και το σταυροφόρο Λουίτζι. Κάποιο άλλο ειρηνικό χωριό θα βρεθεί να μας δεχτεί…

     Σιγή θανάτου απλώθηκε στην πλατεία. Όχι όμως για πολύ. Ένα σιγανό μουρμουρητό αργοσάλεψε, δυνάμωσε σιγά σιγά κα ξαφνικά ο αέρας δονήθηκε από  κραυγές:

-      Να μη φύγετε! Να καθίστε εδώ που είσαστε κι όσο για κείνονε που το ’κανε, δε

θα γλιτώσει!

     Ο ζωγράφος είπε:

    -   Τώρα όμως δεν πρόκειται για κείνον. Πρόκειται για την υπόσχεση που έδωσα στον κύριό μου και υπέροχο ιππότη Κωσταντή.

-      Καλά έκανες! Καλά έκανες!

-      Δε μου αρκεί αυτό. Θα του μηνύσω να ’ρθει αμέσως εδώ, να του το πείτε οι ίδιοι.

-      Τρέχουμε να τον φέρουμε! φώναξαν πέντε έξι κι αμολήθηκαν στη στιγμή για το

σπίτι του Κωσταντή, πνιγμένοι στον ενθουσιασμό.

     Ο ζωγράφος τους συνόδεψε λίγο με το βλέμμα του, καθώς έφευγαν τρεχάτοι, και κατέβηκε από το βήμα με απλότητα χωρικού. Ανακατεύθηκε με το πλήθος και ζήτησε συνομιλία, όχι σαν ζωγράφος πια, αλλά σαν ίσος προς ίσους. Κουβέντιασε μαζί τους για ένα σωρό πράματα, με γνώση και ευχέρεια και προπαντός φιλικά. Ήτανε δε το γενικό συμπέρασμα, πως η κάθε κουβέντα του ανθρώπου αυτού άξιζε το λιγότερο μια μπαγκανότα.

     Οι προεστοί όμως δεν αδράνησαν. Με επικεφαλής τον κυρ Σωκράτη, σίμωσαν το ζωγράφο και ζήτησαν εξηγήσεις. Φέρανε σε γνώση του πως όλα τούτα που γύρευε να κάνει ήταν επανάσταση και τον ρώτησαν αν είχε ακούσει ποτέ τ’ όνομα «Νουρεντίν». Ο ζωγράφος τους βεβαίωσε πως το είχε ακούσει κα ισχυρίστηκε πως κάθε άλλο παρά επανάσταση ήταν όλ’ αυτά. Ήτανε καθαρή δικαιοσύνη, με σκοπό τη δίκαιη ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους του χωριού. Δεν έβλεπε το λόγο γιατί θ’ ανησυχούσε ο Νουρεντίν. Η οργάνωση που ζητούσε δε στρεφότανε κατά της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά εναντίον των κακών ανθρώπων του χωριού. Άλλωστε, προτού μπούνε σε εφαρμογή τα νέα μέτρα τάξεως, θα ζητούσαν την έγκριση του ανώτερου διοικητή, που έμενε στην πρωτεύουσα της περιφέρειας και ήταν προϊστάμενος του Νουρεντίν.

-      Δηλαδή, θα τα βάλεις με το Νουρεντίν; ρώτησαν οι προεστοί.

-      Θα εφαρμόσω δικαιοσύνη μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας! αποκρίθηκε ο

ζωγράφος και τους γύρισε την πλάτη.

     Ο κυρ Σωκράτης πήρε βιαστικά το λόγο:

-      Εύκολο να το λες, μα η συνέλευση του χωριού δεν το αποφάσισε ακόμα καθαρά.

     Και γυρίζοντας στους χωριανούς είπε με τη γλυκιά του φωνή:

-      Από αγάπη για σας τα λέω όλα τούτα. Να προλάβουμε, παιδιά μου, καμιά συφορά,

μην το μάθει ο Νουρεντίν και πλακώσει δώθε με τ’ ασκέρι του. Ξέρετε πια τι μας καρτερεί τους δύστυχους, κομπολόι θα κάνει με τα κεφάλια μας το θηρίο. Όλους θα μας παλουκώσει!

-      Δε θα μπορέσει να παλουκώσει κανέναν! φώναξε ο ζωγράφος, πνιγμένος στην

οργή. Ο φοβερός αυτός Νουρεντίν που τρέμετε δεν μπορεί να κάνει πάντα του κεφαλιού του. Υπάρχει ανώτερος διοικητής στον οποίο πρέπει να υπακούει, και μ’ αυτόν θα συνεννοηθούμε. Αν δε μας δώσει την έγκρισή του, δε θα κάνουμε τίποτα. Αν μας τη δώσει όμως και θελήσει ύστερα ο Νουρεντίν να κάνει του κεφαλιού του, θα τον συγυρίσουμε όπως ακριβώς του πρέπει. Μην ξεχνάτε πως υπάρχει στο χωριό σας ένας φοβερός πολέμαρχος, που δε φοβήθηκε κουρσάρους, που επί χρόνια τρομοκράτησαν την ανίκητη Ισπανία!

-      Καλέ πόλεμο θα κάνουμε τώρα; ρώτησε με φρίκη ο κυρ Νικολής Καλούπης.

    -   Ήμαρτον Κύριε! ψιθύρισαν οι λοιποί προεστοί και κοίταξαν με τρόμο το ζωγράφο, αυτό τον άνθρωπο που δίχως άλλο ήτανε τρελός, έτσι που δε λογάριαζε τίποτα.

     Ο ζωγράφος όμως δεν τους έδωσε καιρό να προχωρήσουν τον τρόμο τους και να παρασύρουν ίσως και τους χωριανούς. Με δυο δρασκελιές κι ένα πήδημα βρέθηκε πάνω στο πεζούλι και ρίχτηκε ακράτητος σε καινούριο λόγο. Τη φορά αυτή στάθηκε αμείλικτος. Αναφέρθηκε στα προηγούμενα εγκλήματα του Νουρεντίν, μ’ ένα ειδικό τρόπο που άναψε στις καρδιές των χωριανών το μίσος για τον τύραννο αυτό και κραύγασε ότι: Αν είχανε μαζί τους τον ανώτερο διοικητή, όχι μόνο δεν έπρεπε να φοβηθούν τίποτα, μα τους δινότανε κιόλας η ευκαιρία να γκρεμίσουν το ματωμένο μεγαλείο του Νουρεντίν, παίρνοντας εκδίκηση σαν πραγματικοί Έλληνες.

-      Το Νικολή Καλούπη ερωτώ! Την αγαπάει ή όχι την Ελλάδα;

     Τρομοκρατημένος ως τα βάθη της ψυχής του ο κυρ Νικολής, που κλήθηκε να δηλώσει αν αγαπάει την Ελλάδα, βρήκε τη δύναμη ν’ ανοίξει το στόμα του και να τραυλίσει πως αυτός πάντα είχε να το λέει για την καημένη την Ελλάδα και … ζήτω βέβαια η Ελλάδα, αλλά… εδώ δεν ήτανε μονάχα για την Ελλάδα, ήτανε… Νουρεντίν τόνε λέγανε και… κομπολόι με κεφάλια, χώρια που θα τους ρήμαζε όλο τους το βιος και…

-      Αχ!… Δε βαστάω πια, ψιθύρισε κι ακούμπησε σε κάτι προεστούς που έτρεξαν να

τον στηρίξουν.

-      Ιδού! φώναξε τότε ο ζωγράφος, δείχνοντας αμείλικτα τον κυρ Νικολή, που

έσφιγγε την καρδιά του.

     Οι χωριάτες, που ήξεραν πια τι θα πει το «ιδού», γιατί κι άλλες φορές τ’ ακούσανε κι είχανε ρωτήσει και μάθει, γύρισαν και κοίταξαν το σακατεμένο τους προεστό κι έχασαν κάθε ιδέα για λογαριασμό του. Έτσι που τον βάσταγαν οι ρέστοι προεστοί κι έτρεμε σαν το ψάρι, μπορεί και να τα ’χε κάνει πάνω του ο χαλβάς. Ρεζιλίκια!

     Ο ζωγράφος άρπαξε αμέσως το πλήθος:

-      Είδατε τώρα ποιοι είν’ αυτοί που φράζουν το δρόμο μας! φώναξε. 

     Και σαν να τα είχε συμφωνήσει με την τύχη, την ίδια εκείνη στιγμή φάνηκε από μακριά ο Κωσταντής. Ερχότανε με το βαρύ βήμα του, σαν κινούμενος κολοσσός, ντυμένος στολή Ισπανού ιππότη, με ξίφος και παράσημα και χίλια δυο στολίδια. Ακολουθούσε ο Λουίτζι ντυμένος ανάλογα με τη στιγμή και πιο πίσω ο ψάλτης με το δεμένο κεφάλι του. Ο ζωγράφος εκμεταλλεύτηκε τη σύμπτωση αμέσως. Σήκωσε το χέρι του στον αέρα, έγραψε μια καμπύλη, σαν να ’παιρνε φόρα, κι αφού το κάρφωσε στη διεύθυνση του ερχόμενου Κωσταντή, φώναξε μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του:

     -   Και τώρα κοιτάξτε εκείνον! Έρχεται ατρόμητος κα φοβερός, δικαιοσύνη να μας δώσει, ζωή και τιμή να προστατέψει κι αλίμονο σε όποιον το δίκιο να πατήσει σκεφτεί! Ακούτε το βαρύ και σταθερό του βήμα; Το ακούτε, χωριανοί;

     Μέσα στα ψιθυρίσματα του πλήθους ήταν αδύνατο, βέβαια, ν’ ακουστεί το βήμα του Κωσταντή, ωστόσο όμως τα λόγια του ζωγράφου το έκαναν ν’ ακουστεί. Οι ψίθυροι σταμάτησαν αμέσως κι οι χωριανοί έστρεψαν τα κεφάλια τους. Έχοντας πρόσφατη στο νου τους την εικόνα του κυρ Νικολή, είδανε τώρα τον Κωσταντή και στάθηκαν άφωνοι. Ποτέ πριν δεν τον είχανε δει ντυμένο όπως τώρα. Άλλοι κοίταζαν και θαύμαζαν το μακρύ του ξίφος, άλλοι τα παράσημα κι όλοι γενικά έστηναν τ’ αυτί τους ν’ ακούσουν το βαρύ του βήμα, καθώς παραμέριζαν με δέος να περάσει ανάμεσά τους.

     Ο ζωγράφος πήρε βαθιά αναπνοή. Σκούπισε το μέτωπό του κι εξέτασε προσεχτικά την πομπή των τριών που πλησίαζαν. Έμεινε ικανοποιημένος. Όλα ήτανε στη θέση τους, όπως ακριβώς είχαν προκαθοριστεί, ακόμα και η φούντα που κρεμόταν στο σπαθί του Κωσταντή. Ο ψάλτης, λοιπόν, παρουσιαζότανε για μιαν ακόμα φορά ένας χρησιμότατος συνεργάτης. Άφησε δυο στιγμές τη σκέψη του να ταξιδέψει στα μελλοντικά του σχέδια, και αναγνώρισε, με δικαιοσύνη, ότι ένα μεγάλο ποσοστό της μελλοντικής επιτυχίας οφειλόταν και σ’ αυτόν τον παρεξηγημένο άνδρα του χωριού.

     Η πομπή των τριών βρισκότανε πια μπροστά του. Κατέβηκε αμέσως από το πεζούλι, να παραχωρήσει τη θέση του στον Κωσταντή. Υποκλίθηκε με σεβασμό και πρόσφερε το χέρι του, να τον βοηθήσει ν’ ανεβεί. Ο Κωσταντής, όμως, στάθηκε δισταχτικός. Όλα τούτα τα επίσημα τον πείραξαν ευθύς εξαρχής και μάλιστα ο ψάλτης βασανίστηκε πολύ σπίτι για να του ζώσει το σπαθί με την ωραία εκείνη φούντα στη λαβή. Ο Κωσταντής δήλωσε ρητά πως δε θέλει να έχει σχέση με σπαθιά και τον συμβούλεψε να πει καμιά προσευχή, για να φύγει ο διάβολος από μέσα του και να ’συχάσει. Αλλά ο ψάλτης δεν ήταν γεννημένος για να υποχωρεί. Έστρωσε κάτω την περίπτωση Κωσταντή, σκέφτηκε και βρήκε τη λύση. Του εξήγησε δηλαδή παραστατικά ότι έρχονται στιγμές που ο κάθε καλός χριστιανός έχει χρέος να ζώνεται το σπαθί για χάρη της αρετής. Διηγήθηκε συναρπαστικά επεισόδια από τις εκστρατείες των βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά των βαρβάρων απίστων και είδε τότε τον Κωσταντή να συγκεντρώνεται και να σκέφτεται. Όταν δε η διήγηση στράφηκε πέριξ του «Εν τούτω νίκα», που ήταν η λεζάντα σ’ ένα πελώριο ρωμαϊκό ξίφος που φάνηκε στον ουρανό, ο Κωσταντής ρίγησε και στάθηκε να του φορέσουν το σπαθί. Τώρα, όμως, ντυμένος με τόσα στολίδια και μπροστά στην πλημμυρισμένη από κόσμο πλατεία, ο Κωσταντής υπαναχωρεί αυθόρμητα και νιώθει ταραχή. Ο ζωγράφος συγκεντρώνεται. Το παν κινδυνεύει να χαθεί, το παν! Τον καρφώνει με το πύρινο βλέμμα του και του ψιθυρίζει με σφιγμένα δόντια.

    -  Θέλεις λοιπόν όλος αυτός ο κόσμος να γυρίζει μια μέρα με δεμένο κεφάλι, σαν το δυστυχισμένο τον ψάλτη; Πες μου, θηρίο, το θέλεις;  

     Ο Κωσταντής κλονίστηκε. Θυμήθηκε τις διδαχές του ψάλτη και το ίδιο εκείνο ρίγος τον κυρίεψε.

-      Εν τούτω νίκα! φώναξε κι ανέβηκε στο πεζούλι, τραβώντας το σπαθί του.

     Η φράση φώτισε σαν αστραπή το μυαλό του ζωγράφου.

-      Εν τούτω νίκα! φώναξε κι αυτός μ’ όλη του τη δύναμη, δείχνοντας το υψωμένο

σπαθί του Κωσταντή.

     Πήδηξε αμέσως πάνω στο πεζούλι κι εξήγησε με παλμό τι σήμαινε η θρυλική τούτη φράση. Κωνσταντίνος ο μέγας, λοιπόν, και λοιπά και λοιπά, κατά βαρβάρων δωρούμενος και τέτοια άλλα πολλά. Κι αφού διέτρεξε με φλόγα την περίληψη της σχετικής ιστορίας, έφτασε καλπάζοντας στην πύρινη φράση: «Εν τούτω νίκα».

-      Κωνσταντίνος λεγόταν εκείνος, Κωνσταντίνος λέγεται κι αυτός!

-      Ζήτω του! βούιξε η πλατεία και την ίδια στιγμή ένα δάσος από χέρια τινάχτηκε

ψηλά, συνοδεύοντας το «ζήτω» σαν ουλαμός πιστός μέχρι θανάτου.

     Δεύτερο «ζήτω» ακολούθησε το πρώτο, το δεύτερο τρίτο, κι όταν ο χείμαρρος του ενθουσιασμού έγινε ποτάμι σταθερό, ο ζωγράφος άπλωσε τα χέρια. Ζήτησε να γίνει ησυχία, έγινε κι είπε:

     -  Και τώρα η ψηφοφορία! Όσοι θέλουνε, ας φύγουν. Όσοι είναι με τον ιππότη Κωσταντή, δηλαδή με τη δικαιοσύνη, να μείνουν.

     Τότε οι χωριανοί φώναξαν:

-      Και με τη μαγκούρα να μας κυνηγάς, δε φεύγουμε από δω!

     Οι δε τολμηρότεροι συμπλήρωσαν:

-      Όχι μόνο δεν το κουνάμε βήμα, μα θέλουμε να δούμε και ποιος κερατάς θα φύγει,

να τον κάνουμε μεις τ’ αλατιού. Μπρος! Όποιος είναι να το πει!

     Κανένας δεν κινήθηκε. Ακολούθησαν στιγμές απόλυτης σιγής, όπου βλέπουνε όλοι τον κυρ Σωκράτη Ελατάκο να προχωρεί. Όχι όμως για να φύγει. Πήγε και στάθηκε μπροστά στο ζωγράφο, τον κοίταξε καλά στα μάτια και είπε:

-      Δεν είμαι γω εκείνος που θα πάει αντίθετα με τη γνώμη του χωριού.

     Και γυρίζοντας στους χωριανούς φώναξε:

-      Αφού αυτό θελήσατε σεις, αυτό θέλω και γω. Πώς μπορώ να σας αφήσω

μοναχούς; Ποιος πατέρας αρνιέται τα παιδιά του; Έρχομαι μαζί σας.

     Τότε οι λοιποί προεστοί, σέρνοντας μαζί τους και το Νικολή, που μόλις πλησίαζε να συνέρθει, πήγανε και στάθηκαν στο πλευρό του κυρ Σωκράτη και είπανε κι αυτοί:

-      Και μεις μαζί.

-      Ο θεός βοηθός, τραύλισε ο κυρ Νικολής.

     Ο λαός ενθουσιάστηκε. Ζητωκραύγασε για το ζωγράφο και τους προεστούς κι αποθέωσε τον Κωσταντή. Οι προεστοί χαμογέλασαν χλομοί. Ο Κωσταντής δάκρυσε. Ο ζωγράφος κοίταξε τον ψάλτη κι ο ψάλτης το ζωγράφο. Τα δυνατά βλέμματα των δύο αυτών ανδρών συναντήθηκαν και είπανε πολλά.

     Ο κυρ Σωκράτης Ελατάκος ήτανε, βέβαια, έξυπνος άνθρωπος, ο ψάλτης όμως εξυπνότερος κι ο ζωγράφος αρκετά δυνατός πια. Η εξουσία του χωριού βρισκόταν επιτέλους στα χέρια του.

 

 

     Από δω και πέρα δε μας είναι εύκολο να συνεχίσουμε την ιστορία μας. Τα στοιχεία που είχαμε υπόψη μας εξαντλήθηκαν. Για την ακρίβεια μάλιστα δεν είχαμε ποτέ στοιχεία εκτός από κάτι φήμες που δεν άξιζαν και πολλά πράματα. Στηριχτήκαμε στη φαντασία μας, αλλά η καημένη κι αυτή περνάει τώρα σοβαρή δοκιμασία. Είναι που σώθηκε πια η ηρωική μας υπομονή, να γράφουμε, δηλαδή, ξέροντας εκ των προτέρων πως δε θα τα διαβάσουν όλ’ αυτά επί  πληρωμή περισσότεροι από δυο. Τόσοι είναι οι μόνιμοι πελάτες μου που με ζητούν στα βιβλιοπωλεία και μ’ αγοράζουν. Γι’ αυτούς τους δυο, όμως, αισθάνομαι κάτι περισσότερο από υποχρέωση. Τους φαντάζομαι να διαβάζουν τα έργα μου και, με την ευκαιρία που δεν τους ξέρω, τους προικίζω με τη φαντασία μου με την ωραιότερη μορφή και τα υψηλότερα ιδανικά. Είναι, κατ’ εμέ, οι τέλειοι τύποι ανθρώπων. Πικρό συναίσθημα λοιπόν με κυριεύει, όταν σκέφτομαι πως δε θα συναντήσουν τέλος σε τούτο το βιβλίο. Οι αναγνώστες γυρεύουν πάντα ένα τέλος· γι’ αυτούς τους δυο, επομένως, θα προσφέρω κι εγώ ένα τέλος σύντομο και καθαρό. Ζητώ συγγνώμη για τη συντομία μου, αλλά ελπίζω να με καταλάβουν, αν έρθουνε για λίγο στη θέση μου. Αρχίζω:

     Το σχέδιο του ζωγράφου έγινε δεκτό από τον Τούρκο διοικητή κι έτσι η εξουσία επικροτήθηκε επίσημα. Ονομάστηκε κοτσάμπασης, αφού πρώτα ο Κωσταντής παραιτήθηκε από τις κοσμικές εξουσίες και τον υπέδειξε γι’ αντικαταστάτη του. Δεν έγινε γνωστό αν στην προκείμενη περίπτωση βοήθησε το παντοδύναμο μπαχτσίσι, ότι κάτι ψιθυρίστηκε όμως, αυτό είναι βέβαιο. Λεύτερος λοιπόν τώρα από κάθε κοσμική υποχρέωση, ο Κωσταντής έγινε επιτέλους παπάς και γεύτηκε τον πιο ευτυχισμένο θάνατο. Πέθανε από συγκίνηση στην πρώτη του λειτουργία και τη στιγμή που έλεγε το «ειρήνη πάσι».

     Ο ζωγράφος κυβέρνησε δικτατορικά. Δολοφονήθηκε από τον ψάλτη, ο ψάλτης από τους προεστούς κι οι προεστοί από τον Τούρκο διοικητή με τον τρόπο του παλουκώματος. Ο Λουίτζι έγινε ληστής κι ο Κακαφλιός απόχτησε επιτέλους γυναίκα και τιμή. Οι λοιποί έζησαν όπως και πριν, με τη διαφορά ότι θα πίστευαν πως τα πράματα είχαν αλλάξει πια και δε ζούσανε όπως πριν. Κάτι λίγοι μόνο είχαν αντίρρηση πάνω σ’ αυτό, αλλά δε λήφθηκαν ποτέ υπόψη.




Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA