ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ

Τα δύο πρώτα κεφάλαια από ανέκδοτο ομώνυμο μυθιστόρημα

 

Α’

Άσε που δεν είχε κανένα να του μιλήσει, μα και να βρισκότανε τότες να τον ρωτούσαν πώς έγίναν τα πράματα, μήτ’ αυτός δε θα ’ξερε να πει. Κι απόμεινε δω σε τούτον τον ερημότοπο, να κάθεται μέρα και νύχτα και ν’ αγναντεύει όλο κι όλο τρεις σπιθαμές από θάλασσα, στο στενότερο μέρος του καναλιού – βουρκωμένη κι ασάλευτη. Κι αγνάντια τα βουνά της Εύβοιας, πράσινα και μαβιά – μουντά, χωριάτικα πράματα και να μαραζώνει η καρδιά του.

Δεν τα πρόφτασε τα καράβια να φύγει μαζί με τους άλλους την ώρα που μπαίναν οι Γερμανοί. Και σίγουρος να ’τανε πως θα τον πνίγαν ή θα τον πιάναν στο δρόμο – πάλι θε να ’φευγε. Όμως εκείνο το βράδυ, σαν να τον έβαλε ο Σατανάς πήγε και μεθοκόπησε κι ας μην ήτανε και φίλος πολύ στο κρασί. Άλλοι τον πήρανε στο λαιμό τους, όπως του γινότανε πάντα. Ζαλισμένος ακόμα, την άλλη μέρα που ξύπνησε, κοίταξε από δω κι από κει, αλαφιάστηκε κι έτρεξε ολούθες – όσο να κάνει έτσι κι αλλιώς πιάστηκε στο λιμάνι.

Γύρισε τότες λίγον καιρό στον Περαία, χαζεύοντας μπροστά στα καΐκια π’ αργοσάλευαν στα βρόμια νερά τα κατάρτια τους – δεμένα. Ήξερε πως φεύγαν ακόμα. Όμως κάθε μέρα τα στόματα κλείνονταν περισσότερο. Δίχως άνθρωπο δικό σου να πει σίγουρα πράματα πως δεν ήσουν προδότης κανένας δεν τρελάθηκε ν’ ανοίξει κουβέντα στα φόρα για τέτοιες δουλειές στο λιμάνι. Κι ο Αλέξης δεν είχε κανένα. Φαγωθήκανε και τα λίγα λεφτά του – τον έσφιξε η πείνα. Ν’ ανεβεί στο χωριό και να ιδεί και τη μάνα του – μπορεί να τον βόηθαγε τίποτα – έμπλεξε κατόπι με τη σκλαβιά και την πείνα. Δρόμοι κλεισμένοι, τα καΐκια επιταγμένα – κάπως έτσι γίναν τα πράματα και βρέθηκε ρέστος σε τούτη την τρισκατάρατη ξέρα. Με τους χωριάτες, τα γουρούνια και τα σκουλήκια, με κάτι ψαρόβαρκες και σάπια καΐκια στο λιμανάκι. Σαν ένα φυλακωμένο πουλί. Με τα φτερά του σπασμένα.

- Ρε Αλέξη, ρε, και δεν έρχεσαι με μας;

Θέλανε να τον πάρουνε μαζί τους την πρώτη φορά που περάσαν από κει μ’ ένα αντάρτικο καΐκι. Όλον αυτόν τον καιρό που σάπιζε και μαράζωνε το καρτερούσε το μήνυμα – δίχως να ξέρει από πού κι από ποιον, και το βύζαινε μέρα και νύχτα μέσα στην ψυχή του καθώς διψασμένο σκυλί που δροσίζεται με την ίδια τη γλώσσα του.

Το καΐκι τους ήταν ένα παλιό καραβόσκαρο – γερό πράμα φαινόταν ωστόσο. Του ’χανε βάλει πίσω μια μηχανή κι ένα κανονάκι μπροστά. Και σημαία ελληνική σε άρμπουρο άμα ρίξαν την άγκουρα. Ο Αλέξης κοίταζε τη γοργόνα σκαλισμένη στο μακρύ του μπαστούνι.

- Και θα πάτε μακριά;

- Ρε, τι μακριά; Καιρός για ταξίδια; Πόλεμο θα κάνουμε, πατριώτη. Το κανάλι να σφαλίσουμε, δέσαμε την Εύβοια με τη Ρούμελη.

Έσκυψε το κεφάλι του και συλλογιζότανε· ο άλλος ήθελε ακόμα να του μιλήσει για τους Ιταλούς, για τον πόλεμο και τα τέτοια.

- Όλο δω μέσα;

- Ναι.

- Να μένει.

Τον άφησαν. Κάτι είπανε, κάτι κάνανε με τους χωριάτες μαζωχτήκαν όλοι μαζί και τ’ απόγεμα φύγανε να κουβαλήσουν αντάρτες. Ο Αλέξης είδε το καΐκι που ξεμάκραινε μέσα στο κανάλι κι η καρδιά του πνιγότανε – ένα κάτι καινούργιο σαν θυμός για τους άλλους, για όλους και καημός και παράπονο – βούρκωμα για τη δική του τη μοίρα. Και τη νύχτα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Κάθε που κλείναν τα μάτια του, η γοργόνα του καραβιού ξαναρχόταν, γυμνή και χόρευε μέσα στα μάτια του που πονούσαν.

 

Το καΐκι δεν άργησε να ξανάρθει. Το μέρος τούς ήτανε βολικό, οι χωριάτες δικοί τους, λίγο λίγο κατάντησε να μη λείπουν ποτές στο λιμανάκι φασαρίες και κουβαλήματα. Οι μπενζίνες με το κανονάκι και την ελληνική σημαία ξεθαρρέψανε με τον καιρό και μπαινόβγαιναν μέρα και νύχτα.

Όσο που τους πήραν οι Ιταλοί μυρουδιά. Ήρθανε τότες τρεις τορπιλλάκατες και λάμπανε τα σιδερικά τους και τα μπρούτζα στον ήλιο. Σταθήκαν αρόδο, γυρίσανε τα κανόνια τους κι άρχισαν να βαρούν το χωριό όσο που το κάνανε λίμπα. Ύστερα βγάλανε κάμποσους με τις βάρκες – οι χωριάτες είχαν φύγει μακριά, βρήκανε μόνο τους σκοτωμένους, γυρίσαν και φύγανε…

Γυρίσανε κι οι χωριάτες, θάψανε τους σκοτωμένους, συμμάζωξαν τα ρημάδια και τρυπώσανε μέσα. Και περίμεναν πάλι να ’ρθουνε οι μπενζίνες με την ελληνική σημαία και το κανονάκι. Ο Αλέξης τους μισούσε, που μονάχα αυτός δεν είχε τίποτα να περιμένει. Ανάμεσα στα γκρεμισμένα ήτανε και το δικό του καλύβι. Κι ανάμεσα στους σκοτωμένους η μάνα του. Όσο που ζούσε δεν ήξερε αν την αγάπαγε. Και τώρα που του ’λειψε πάλι δεν τη λυπότανε. Μόνο που ένιωθε ακόμα πιο ξένος και μοναχός ανάμεσα σ’ όλους και σ’ όλα. Ξεδρομισμένος. Να σκάβει τη γης και να ονειρεύεται δίχως ελπίδα τη θάλασσα, που ξάνοιγε πίσω και πέρα απ’ αυτά τα βουνά και που δεν μπορούσε να τη φτάσει με τις ψαρόβαρκες που ρουπώνανε στα βαλτωμένα νερά.

Να ’φευγε από στεριάς; Αν δεν τον έπιαναν οι Ιταλοί παρακάτου, θα ψοφούσε της πείνας στην πρώτη πολιτεία που θα ’φτανε δίχως μια πεντάρα στην τζέπη, δίχως τέχνη στεριανή να την ξέρει και δίχως κανέναν πουθενά ν’ ακουμπήσει. Να τραβούσε κατά τα βουνά δεν ήθελε τα μπλεξίματα με τους αντάρτες κι ούδε στα καράβια τους ήθελε να μπει. Του ξανάπανε κι άλλη μια φορά να τον πάρουν μαζί τους μα και πάλι δεν πήγε – όσο κι αν το λαχταρούσε να ξέφευγε. Καλύτερα να ψοφούσε με το δικό του καημό στην καρδιά, παρά που να λέγανε πως η ανάγκη τον έσφιξε και το δέχτηκε.

Όμως κάτι σαν να μισοείπε κι αυτός, σαν να το κατάλαβαν κι από μοναχοί τους οι άλλοι – ούδε κι ο καημός του δεν απόμεινε κρυφός και δικός του. Ένας με τον άλλον, όλοι τους σα να το μάθανε, κάθε μέρα τον αρωτούσανε στο χωριό. Άλλος με το φαρμακωμένο το γέλιο, άλλος τάχα καλόκαρδα – καμπόσοι γελώντας στα μούτρα του;

- Ακόμα, Αλέξη;… Ακόμα…

Έτσι σαν να τον απόδιωχναν και να τον κυνηγούσαν, τα παράτησε όλα και σηκώθηκε κι έφυγε μ’ ένα κομμάτι ψωμί στον τορβά. Τα γουρούνια κι οι χωριάτες κοιμούνταν. Τα σκουλήκια μονάχα αναδεύαν τη νοτισμένη γης. Φεγγάρι γιομάτο και το φως έπαιζε μέσα στα φύλλα των δέντρων το κορμί της γοργόνας του. Η μυρουδιά της θάλασσας τον ανάσταινε. Ένας σκύλος αλύχτησε σε μια μάντρα. Ένας άλλος στη διπλανή, κι άλλος παραπέρα, κι άλλος κατόπι – όλα μαζί τα σκυλιά τον ξεπροβόδισαν ώσπου χάθηκε πίσω μακριά το καταραμένο χωριό…

 

Β’

 

- Να μου την έδινες, Μπαρμπαλιά, και να σου ’δινα και το χωράφι μου και όλα να στ’ άφηνα. Και τον καρπό της χρονιάς το φετινό μου…

Πολύ δυσκολεύτηκε και το στριφογύρισε ο Αλέξης στο νου του όσο να φτάσει να του το πει. Γύρω σ’ αυτή τη βάρκα του Μπαρμπαλιά, δενόταν το στερνό κλωνί της ελπίδας του. Κάθε νύχτα σφιχτότερα και τη μέρα να βασανίζεται με το φόβο μη του τ’ αρνιότανε και με τα πικρόλογα και τα γέλια των αλλουνών. Ούτε Γερμανοί τον πείραξαν πουθενά, ούτε αντάρτες τον εμποδίσανε – τίποτα, κανένας. Έφτασε στη Λαμία, ψόφησε της πείνας, βασανίστηκε, πάσκισε να κατεβεί παρακάτου, θέλησε καλύτερα να πεθάνει. Κι ένα πρωί τον είδανε πίσω να ξανάρχεται στο χωριό – προσκυνημένο κεφάλι. Για να ξαναρχίσει να σκαλίζει με το τσαπί τις θαλασσινές γοργόνες του στο χωράφι.

Αν του την έδινε ο Μπαρμπαλιάς, θα το πάσκιζε κι άλλη μια φορά να ξεφύγει. Να ’μπαινε μόνο στη θάλασσα, να ’φτανε σ’ ένα λιμάνι και δε θα χανόταν κατόπι – κάτι θα ’βρισκε, κάτι θα ’κανε. Πίσω μια φορά δε θα γύριζε.

Ήταν η στερνή που περίσσεψε στο λιμανάκι τους. Οι Γερμανοί είχαν έρθει από στεριάς, ύστερα από το φευγιό του και δε βρήκανε κανένα στο χωριό κι ούτε τίποτα να χαλάσουν. Βγάλανε τότε από το νερό τα καΐκια και τις ψαρόβαρκες και τους δώσαν φωτιά και τα κάψανε κι όλα τα σύνεργα της ψαρικής και πανιά και κουπιά τους, δεν τους αφήσανε τίποτα. Κι αυτήνε μονάχα τη βρήκανε βουλιαγμένη και την πήραν για σάπια και βαρέθηκαν να τη βγάλουν.

Ο Μπαρμπαλιάς τον κοίταξε μια φορά με τη ήμερα μάτια του και τα κατέβασε πάλι κατά το συνήθειό του. Ο Αλέξης το ’ξερε και το ’βλεπε πως οι δουλειές του στη θάλασσα μ’ αυτή τη βάρκα περισσεύανε τώρα. Κάτι να δώσει, κάτι να φέρει απ’ αντίκρα, κάποιον να περάσει κατάντησε όλη μέρα να ’ναι στη θάλασσα – δεν ήταν εύκολο πράμα που του ζητούσε να του τη δώσει. Άσε που τον ήθελαν κι οι αντάρτες για τα δικά τους – κουβαλήματα και περάσματα. Οι μπενζίνες με το κανονάκι και την ελληνική σημαία το ’χαν ασφαλίσει για καλά το κανάλι.

- Να στη δώσω;

- Μόνο που τυραννιέσαι με δαύτη και διάφορο κανένα δεν έχεις δικό σου…

Πάλι σήκωσε τα μάτια του και χαμογέλασε αυτή τη φορά. Δεν έλεγε ψέματα ο Αλέξης, για το διάφορο. Τσακιζόταν όλη μέρα στο κουπί κι είχε κι από πάνω την γκρίνια της Όλγας. Όσο που τον έβλεπε αυτή να νταραβερίζεται μ’ όλο τον κόσμο και μόνο το δικό του λογαριασμό να μη κοιτάζει, τον έτρωγε μέρα και νύχτα. Είχε και τον άλλο τον δικό της τον προκομμένο στ’ αντάρτικα να την έχει παρατημένη δυο χρόνια κι όλο σκύλιαζε με τον πατέρα της. Και το πλιότερο που δεν της αποκρίνονταν τίποτα σαν να μην τη λογάριαζε. Όλα της τ’ άφησε να τα κουμαντάρει όπως ήθελε και ζωντανά και χωράφια, να κλέβει στο ζύγι, ν’ αρπάζει απ’ ολούθες και να τσακώνεται μ’ όλο τον κόσμο. Και να μη χορταίνει ποτές της και ποτές της να μην ησυχάζει – και να τρέχουν τα δάκρυά της για την κακή της τη μοίρα μ’ έναν άντρα χαμένο κι έναν άπονο πατέρα. Που θα την αφήναν στο δρόμο, δίχως μήτε το σπίτι να μπορέσει να ξαναφκιάσει, άμα θα ψοφούσαν κι οι δυο τους, ο ένας με τ’ αντάρτικα κι ο άλλος με τα κουπιά του…

- Όχι, γιε μου, δεν είναι το διάφορο. Μ’ ένα χωράφι μπορείς να πάρεις και τρεις βάρκες… Όμως…

Κάτι σαν να ψήλωσε το μέτωπό του και να στηλώθηκε το κορμί του, είχε μια τέλεια σιγουριά και γαλήνη. Ο πόλεμος, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί που τους κάψαν τις βάρκες, οι αντάρτες που ανοίξαν τον πόλεμο, παίζανε στα γεράματά του το χαρούμενο παιγνίδι να τον κάνουνε αφέντη του καναλιού – ο Μπαρμπαλιάς με τη βάρκα, ένας και μοναχός του – όχι δεν είναι για το διάφορο, γιε μου… Αν είχα την άλλη θα στην έδινα να πας στο καλό σου. Όμως μία είναι κι όλο το χωριό τη χρειάζεται. Και τ’ αντάρτικα θα δυσκολευτούν να τους λείψει.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» το 1946. Δεν ξέρω τι απέγινε το υπόλοιπο μυθιστόρημα.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA