Περσεφόνη

της Μελισσάνθης (1907-1990)

 

Απ΄ το βασίλειο του Πλούτωνα επιστρέφω

του σκοτεινού μου συζύγου

κρατώντας ένα βλασταράκι για πυρσό

την πυρκαγιά της άνοιξης μ΄ αυτό ν΄ ανάψω

Στον Άδη ψύχος και φωτιά, κύκλος αδιάσπαστης σιωπής

πέρα από κάθε ελπίδα με κρατά δεμένη ζωντανή νεκρή

Στους πεθαμένους πλάι αγρύπνησα

είδα μες στ΄ ανοιχτά τους μάτια τον ουρανό απολιθωμένο

κάθε λαμπρότητα του κόσμου να γυρνά σε τέφρα

Κανείς δεν γίνεται με το θνητό του σώμα

ν΄ αντισταθεί σε τόσο ψύχος και φωτιά

Πέφτουν τα δάχτυλα νεκρώνονται

τα μάτια καίγονται στεγνώνουν

— μ΄ από΄ να δάκρυ του χιονιού κάτω απ΄ τα βλέφαρα

μπορεί να μείνουν χρόνους φυλαγμένα —

Λόγια δεν έχει ο Άδης να σου μάθει

μόνο αν μπορέσει μια κραυγή να σου αποσπάσει

την ώρα που η φωνή σου σφίγγεται σε σιδερένια μέγγενη

Ακίνδυνα κανείς ποτέ δεν έμαθε τα μυστικά της κόλασης

Κοιτάχτε αυτό το βλασταράκι το πυρό που φέρνω

κι αν γίνεται, μαντέψετε ποιο είναι του Άδη το χρώμα.-

 

Από τη συλλογή Το φράγμα της σιωπής (1965)

Πηγή : Μελισσάνθη : Οδοιπορικό, ποιήματα 1930-1984, Καστανιώτης 1986