Σύντομο παραμύθι

του Γεωργίου Μολφέτα (1871-1916)

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεροντάκος

που τ΄ αρέσανε πολύ τα κρεμμύδια κι ο ταμπάκος

πιο πολύ κι από τα δυο αγαπούσε μια κοπέλα

που την είχε βιζαβί και τον έβλεπε κι εγέλα.

Έρωτας τονέ χτυπά που τον είχε σακατέψει,

κι αναγκάζετ΄ ο φτωχός την κοπέλα να γυρέψει.

 

Κι η κοπέλα – μια τρελλή –

για του γέρου την πουσνάρα,

δεν εβράδυνε πολύ

να πιαστεί στη δαγκανάρα.

 

Γένεται το μίλημα, δίνεται κι η βέρα,

το χρυσό στεφάνωμα, όλα σε μια μέρα

 

Μια ζωή ουράνια μ΄ όλο νοστιμάδες

επερνούσ΄ ο γέροντας ένα δυο βδομάδες,

που μια μέρ΄ ασκώνεται τ΄ άσπρο το μαλλί του!

Έβλεπε φαντάσματα μέσα στην αυλή!

Οργικό το νόμισε και παπά καλαίνει,

μα και με το διάβασμα το στοιχειό δε βγαίνει!

Το στοιχειό εφάνηκε μ΄ όλη του τη σάρκα

μια νυχτιά που ο γέροντας είχε κάμει τσάρκα!…

 

Από τότες έμαθα για το γεροντάκο

πως γεράζει βάνοντας πιο πολύ ταμπάκο,

και μονάχος σκέφτεται στο προσκέφαλό του,

τρίβοντας τη μύτη του και το κούτελό του.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 18 (1903), σ. 288.