2

 

Είμαι κρυστάλλινος απόψε

σαν κάτοπτρο της Σαμαρκάνδης.

Είμαι από αίμα και σκοτάδι

κι από 'να φως που ακινητεί

πάνω απ' το φέρετρο σου.

Ένα πεσμένο ανάκτορο

στο έλεος των άστρων.

 

Ω Αλεξάνδρειες πρώτες!

Πίσω εκεί... πίσω παντού... στα ξέφωτα της Πέλλας.

Στα μυστικά της νύχτας απαντήματα,

στη μυστική πεποίθηση.

Τόσο ζεστή η ράχη των αλόγων...

Τόσο απών ο θάνατος!...

 

Ονειροθρεμμένοι εμείς,

με το χρυσό αποτύπωμα του κόσμου μας

στα μελαψά τα δάση της Ασίας, λέγαμε:

«Πέρα απ' την Αρκτο το βασίλειό μας»

και κοιταζόμασταν στα μάτια.

Ήταν ζεστά τα άλογα και ξένη η Σαμαρκάνδη.

Τώρα στα μαύρα βλέφαρα, μια ησυχία θανάτου.

... Μαυροντυμένο αρχοντικό... αφώτιστο, η Άρκτος.

 

Εικόνες ακριβές του χτες, γυρίστε με σ' εκείνον.

Στη θάλλουσα εποχή γυρίστε με.

Όταν κι αυτός ο ορίζοντας ερχόταν μόνος του κοντά

κι ο ίσκιος μας απλώνονταν μες στην καινούρια γη

σαν εραστής παράφορος.

Τίποτα, δύναμη καμιά,

δε θάμπωνε στο μέτωπό μας τ’ όνειρο.

 

Στα νικητήρια δάκρυα, στους ύμνους,

στις ιαχές των στρατιωτών,

το κουρασμένο βλέμμα σου, το ξάγρυπνο,

αργά γυρνούσε στο δικό μου

κι ακινητούσε εκεί.

Με ένταση ιερατική

για ό,τι συντελούνταν.

Ενδόμυχη, απέραντη σιοργή

ανάμεσά μας.

 

Είμαι κρυστάλλινος απόψε

σαν πέτρα σε μαχαίρι αρχόντων...

σαν δάκρυ αστέγνωτο νεκρού...

 

Κι οι ποιητές;

Άλλη διάσταση να δώσουν στο έγκλημα,

πού χάθηκαν απόψε;

Απόψε που τόσο με πληγιάζει ο θάνατος,

το μισοτελειωμένο αγκάλιασμα,

το χέρι που δε θα ξαναπάρει ποτέ την ίδια στάση

κι οι άκρες απ' τα δάχτυλα

ξανά δε θα ταιριάσουν

στα μυστικά σημεία.

Ο τοίχος δε θα υποχωρήσει πια ποτέ

προς κάτι ακτινοβόλο.

 

(Από τη συλλογή Κλείτου επιτάφιος, εκδ. Λιβάνη 2006).