ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΜΠΑΓΙΩΡΗ

 

Στην άκρια της οδού λιτό κι απέριττο

το καφενείο του σύντροφου Μπαγιώρη.

Τη μοναξιά του θέρμαινε η συζήτηση

σαν ούρλιαζε στο δρόμο το αγριοβόρι.

 

Μες στου γκαζιού τη λάμψη την ωχρόλευκη

σκυφτός το «Ριζοσπάστη» ένας διαβάζει,

πεντέξη εργάτες τον ακούν αμίλητοι

κι ο γέρο καφετζής αναστενάζει.

 

Εκεί ο καφές, μισό φράγκο φτηνότερος,

συγκέντρωνε εραστές του κάθε Ωραίου,

εκεί ήταν η διεύθυνση κι η σύνταξη

του φύλλου μας του «Επαναστατικού Δικαίου».

 

Όμως μια μέρα που είχαμε συγκέντρωση

ενάντια στη λευκή τρομοκρατία,

κάποιος σπιούνος, μάθαμε, μας πρόδωσε

και μπήκε να μας πιάσει η αστυνομία

 

Κάποιοι βρεθήκαν έτοιμοι και τράβηξαν

γενναίοι σε φυλακές και σ’ εξορίες

και κάποιοι, από μια σύμπτωση σωτήρια,

σκεπτικιστές –αλλάξαν θεωρίες.

 

Βέβαια με χιούμορ τούτοι θ’ αναφέρουνε

συχνά το καφενείο του κυρ Μπαγιώρη,

πήραν πτυχίο και κάποιοι πολιτεύουνται

στις επαρχίες, γιατροί και δικηγόροι

 

Κι οι άλλοι; Μα γι’ αυτούς ας μη μιλήσουμε.

Κι ο σύντροφος που ζούσαμε μαζί του

βαρέθη να προσμένει –τι να πρόσμενε;

και πούλησε κι αυτός το μαγαζί του.

 

(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)

 

Επιστροφή