Άλλοθι με 39º καλοκαίρι

της Λένας Πλάτωνος (1951- )

 

Αγάπησα τα υγρά τοπία,
όταν με βρήκαν σε αϋπνία,
μέσα στις τρύπες βιβλίων βουβών,
τούνελ βορείων δρόμων εθνικών
τούνελ από μάτια παιδιών,
και γέλια σχολικών διακοπών,
προγραμματισμένα εντός Αθηνών,
σε προβολή «ατομικής ενεργείας»,
σε οθόνη σανίδα σωτηρίας
παρωπίδα υγείας,
κι έτσι δεν τον είδα,
γύρω στη δεκαετία του εξήντα,
να δολοφονεί τις φωνές των πουλιών,
με το σκουριασμένο ξυραφάκι των ποδιών,
παλαιών φυματικών πριγκιπισσών,
να χαράζει στις μορφές των δεδομένων γονιών,

τη λεωφόρο της ελπίδας,

στη φάση κάποιας άνισης παρτίδας,
να τους αφήνει χρεωμένους ως το λαιμό,
με σύγχρονες σακούλες σκουπιδιών,
από σκοτωμένα αυτοκίνητα,
από μπαλκόνια αχρησιμοποίητα,
από ανοιχτές σαρκαστικές ταράτσες,
από πόρτες κεντρικές ερμητικές,
κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει,
κι ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει,
στις προβλήτες των βορείων θαλασσών,
εκεί που λίγοι άνθρωποι από χιόνια,
κρατούν σφιχτά στα χέρια τους,
θαμπά φωτιστικά μπαλόνια,
σήματα ορίων ειδικών.

 

Από την ενότητα «Μάσκες ηλίου» (1984)

στη συλλογή «Τα λόγια μου»

Εκδόσεις Οδός Πανός 2005, σ. 14.