ΣΕ ΠΗΡΕ Η ΝΥΧΤΑ (ΙΙΙ)

 

Σε πήρε η νύχτα κι έφυγε, πριν η Αυγή ξυπνήσει

Πάνε μαζί σου κι άλλοι τρεις, που θέρισε η μανία

του μίσους και του σπαραγμού την ίδια εκείνην ώρα.

Κι άλλοι, χιλιάδες μάρτυρες, σε ακολουθούν ολόρθοι.

 

Πορεία νεκρών, που ζωντανοί στη μνήμη μας οδεύουν.

Στο φωτεινό της θάλαμο της Ιστορίας η σμίλη

σε μάρμαρο πεντελικό σκαλίζει  τη μορφή σου,

σα σύμβολο  των χθεσινών, των αυριανών μαρτύρων.

 

Κι εγώ, απ' τη Μούσα  του λαού  το στίχο παίρνω απόψε

και σου σκαλίζω μιαν ωδή στην πέτρα της Ειρήνης.

 

 

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΕΡΩΤΑ (II)

Την Αγάπη σα φως, ποιος μπορεί να σκοτώσει;

Ή στιλέτο ή λόγχη δεν τρυπούν τις αχτίδες

-και γυρίζ' η αιχμή στ' άνομο το χέρι

που χτυπά ένα νόμο

άτρωτο κι αδάμαστο.

 

Δε μπορείς να πνίξεις με συρτοθηλιά

μήτε κι έναν ίσκιο.

Πώς θ' απαγχονίσεις του φωτός την αίγλη,

που τον ίσκιο αυτόματα ιχνογραφεί;

 

Δε μπορούν οι σφαίρες

και τη θρυαλλίδα του κεριού να ρίξουν.

Πώς μπορούν να θίξουν του φωτός το θαύμα

πού σκορπά ένας ήλιος;

 

Είν' η αγάπη φως,

-άμυνα κι αντίσταση στης ζωής τη μάχη.

Φως, που το κρατούνε φύλακες οι αιώνες

στην καρδιά του κόσμου.

κι όλο εγρηγορούν.

Φως αναλυμένο

μέσα στον πολύπτυχο πάπυρο της Γνώσης.

Ένα φώς πολύμορφο

στην υπηρεσία της Ζωής, του Ανθρώπου.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 164-165)

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ