Σταυρούλα Αρβανιτίδου – Το δίλημμα

 

Η Σοφία στάθηκε μπρος στο μεγάλο καθρέφτη. Γύρω του ξύλο καρυδιάς, σκαλισμένο περίτεχνα. Το βλέμμα της καρφώθηκε στην κάτω γωνία, αριστερά. Κιτρινισμένο το χαρτί  οι φιγούρες χλωμές. Ξεθωριασμένες. Φουστάνια μακριά, λίγο πιο πάνω απ' τον αστράγαλο και τα χέρια αμήχανα, απλώνουν πάντα σε μια στημένη γλάστρα.

«Ανθισμένη πικροδάφνη. Κόκκινη; Λευκή;» αναρωτήθηκε.

Τράβηξε το φερμουάρ.  Η μαύρη φούστα σωριάστηκε στα πόδια της σαν ένα τίποτα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο. Το 'βγαλε. Εικόνα διπλή σε αργή κίνηση. Η οθόνη της TV δείχνει σε επανάληψη τα γκολ της Κυριακής. Κρατά μετέωρους τους ποδοσφαιριστές. Το πουκάμισο πέφτει κάτω αθόρυβα. Οι θεατές στις κερκίδες αλαλάζουν.

Η φωτογραφία. Ο καθρέφτης. Η Σοφία μπροστά τους ακίνητη.

Βγάζει το λάστιχο απ' τα μαλλιά, τα λευτερώνει. Ύστερα τα χέρια κυλούν σαν το νερό απ' τα μαλλιά στα στήθια. Προχωρούν στην κοιλιά. Εκεί σταματούν, αφού οι άκρες των δαχτύλων διαγράφουν έναν κύκλο αρχίζοντας απ' τον αφαλό.

Οι φιγούρες της φωτογραφίας στέκουν αδέξιες μέσα στο οβάλ περίγραμμα.

«Για φαντάσου! «Εγώ, η Σοφία...».

Τέσσερα μάτια καρφωμένα πάνω της. Γεμάτα περιέργεια. Και απορία.

Τα κοριτσίστικα χείλια σφίγγονται μεταξύ τους. Δαγκώνονται. Πονούν.

Ύστερα ξεσπά:

«Τι με κοιτάτε; Ορίστε».

Βγάζει γρήγορα από την τσάντα της ένα χαρτί.

«Διαβάστε. Δεν μπορείτε; Τότε ακούστε: «Εξέτασις ούρων δια τεστ κυήσεως: Η αντίδρασις Covanis απέβη θετική. Το θετικόν αποτέλεσμα επεβεβαιώθη και δια της αντιδράσεως Pregnosticon».

Ανέμισε το χαρτί.

«Καταλάβατε τώρα;»

Η μάνα και η θεία εξακολουθούν να βλέπουν απορημένες.

«Όχι; Εμ βέβαια. Εσάς δε σας χρειάζονταν μικροβιολόγοι για τέτοιες περιπτώσεις... Αν είναι να 'ρθει θε να 'ρθει, απ' το θεό σταλμένο. Έλα όμως που τώρα δεν περνάν αυτά; θα μου πεις, ζούσατε όπως εμείς;... Τέλος πάντων».

Ο αγέρας λυσσομανάει έξω. Η Σοφία στρέφεται στις μισάνοιχτες γρίλιες.

«Μάλιστα κύριε. «Θετικόν» το αποτέλεσμα. Και με κόκκινα γράμματα, και υπογραμμισμένο. Λες και θα περνούσε απαρατήρητη η λέξη!»

Έφερε μια βόλτα στο δωμάτιο. Έκλεισε την τηλεόραση. Φόρεσε νυχτικό, άναψε τσιγάρο.

«Έγκυος...».

Πήγε κι ήρθε από την πόρτα ως την τουαλέτα, δυο φορές, τρεις. Είδε πάλι τη φωτογραφία.

«Όχι θεία. Γάμος αποκλείεται. Για τέτοια είμαστε; Εγώ έχω τη σχολή. Κι ο άλλος... τα κλαμπ. Όχι, όχι, ούτε συζήτηση».

Κάθισε στο σκαμπό.

«Εξάλλου, μου το 'πε χτες: «Σοφία μωρό μου, η λύση είναι μία. Ξέρεις...». Ναι, ξέρω: Άμβλωση! Στη ζούλα βέβαια, αφού η Πολιτεία το απαγορεύει. Κατάλαβες; Του κοπάνισα τελικά την τσάντα στο κεφάλι, κι έφυγα. Ακούς εκεί! Τον νοιάζει τον άντρα αν πετσοκόβεται η γυναίκα;»

Έσβησε τη γόπα στο τασάκι. Σηκώθηκε. Ξανάρχισε τις βόλτες.

«Σκατά. Δεν πάω εγώ να με ναρκώσουν και να με σακατέψουν. Δεν έχω μπέσα στους χασάπηδες. Ποιος ξέρει τι μπορεί να μου συμβεί; ...θα μου πεις, το να γεννάς είναι εύκολο;»

Άναψε δεύτερο τσιγάρο.

«θα 'θελα όμως να κρατήσω το παιδί...»

Φύσηξε τον καπνό στην κιτρινισμένη φωτογραφία. Κοίταξε τη μάνα της. Μεμιάς, πετάρισε ο νους της σε παλιές αφηγήσεις της συχωρεμένης. Την είδε κοριτσάκι κοκαλιάρικο, να τριγυρ­νάει στους δρόμους του χωριού, να την πετροβολούν τ’ άλλα παιδιά: «Μπάσταρδο!».

Η Σοφία έκλεισε τα μάτια. Ναι, η μάνα της ήταν εξώγαμο. Κι όταν η γιαγιά παντρεύτηκε, εκείνη κόντευε τα δώδεκα. Την αγαπούσε ο παππούς, σα δικό του παιδί. Ωστόσο το περιγέλασμα του χωριού ήτανε πάντα ένα καρφί πυρωμένο μέσα της, όσο που πέθανε, και καταριότανε τα ήθη και τις ηθικές του τόπου.

Η Σοφία αναστέναξε, όπως η μάνα της ύστερ' από πικρή αφήγηση.

«Έβριζες. Δεν είχες άδικο. Αλλά και σήμερα... Σάμπως αλλάξανε τα πράγματα; Πώς να σταθεί η ανύπαντρη μητέρα; Κι αν έχει δύναμη και το μπορεί, ποιος την αφήνει; «Η πουτάνα και το μπάσταρδο της» λένε, και τη δείχνουν με το δάχτυλο.. Τη διαγράφει η παλιοκοινωνία μας απ' τα επίσημα μέλη της, αστεφάνωτη γαρ, και την περνάει στη μερίδα των παρείσακτων. Το κέρατό τους»!

Έξω, στο μαύρο ουρανό, κυνηγιούνται φορτισμένα τα σύννεφα.

Κοντοστάθηκε στη μέση της κάμαρης. Κλώτσησε δυνατά τις παντόφλες στη γωνιά.

«Ήθελα να 'ξερα, ποιος διάολος τα κανόνισε έτσι τα πράγματα. Ένα σωρό τα στραβά και τ' ανάποδα. Σκάρτη κοινωνία, άδικοι νόμοι, ήθη χαζά. Δε βλέπουνε μωρέ τη φύση τη σοφή; Ένα σπίρτο... Αν μπορούσα να τους έβαζα ένα σπίρτο, και... στάχτη και μπούρμπουλα να γίνουν όλα. Να τα φτιάξουμε απ' την αρχή!..».

Πλησίασε το είδωλο της στον καθρέφτη.

«Τελικά, τι κάνεις τώρα Σοφάκι; Πρέπει ν' αποφασίσεις».

Στη βουβαμάρα της στιγμής, μια αστραπή τρέμισε ξαφνικά πάνω της.

«Τι, που να πάρει η οργή!»

Η γροθιά έπεσε στο πρόσωπό της με δύναμη. Απανωτές βροντές. Το δεξί χέρι γεμάτο αίματα, θρύψαλα ο καθρέφτης.

Η Σοφία μετέωρη. Βρέχει δυνατά τώρα ο ουρανός, λες κι άνοιξε μεμιάς όλους τους καταρράκτες του.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 35, σελ. 40).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ