Κώστας Βάρναλης – Ελεύθερος Κόσμος

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γράφε, Ιστορία, τα ψέματά σου αράδα

και βλόγα το Φονιά, βρίζε το θύμα!

Κι Αρετή, των δρομάκων σουσουράδα,

τον κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

 

Και συ, Νόμε, των άνομων ασπίδα,

σαν τη μαϊμού από κλώνο σ' άλλον πήδα

κι απ' την κορφή με την ουρά κρεμάσου,

να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου.

 

Λεφτεριά της χανάκας και του ξύλου,

σφιχτόδενε τ' αξύπνητο χαϊβάνι.

Και συ, ρηγάτο του Κενού, τ' αψήλου

κάμνε το σκλάβο ρήγα, άμα πεθάνει!

 

Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,

της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,

και συ, πρόστυχη Πένα και ψοφίμι,

του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!

 

Και συ, Πατριώτη Αγνέ, τη μάσκα φόρα

κι απ' τ' αδέρφια σου, αραδαριά μπροστά σου,

διάλεγε, Γιούδα πάντοτες και τώρα,

για τον ξένο Μολώχ τα θύματά σου.

 

Αθάνατη και θεία και πεμπτουσία

του βούρκου, χαίρε ώ! χαίρε Προδοσία!...

Φως το χέρι, το πόδι προχωρεί

στον κάμπο κι ό,τι θέλει το μπορεί!...

 

Κατάγυμνη χορέβει (όλα της φόρα!)

στον τάφο σου, Πατρίδα! Φαλλοφόρα

τουρλώνεται κι ουρλιάζ': «Είναι δικός μου

αφτός ο βούρκος του Ελευθέρου Κόσμου».

 

ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ

Ποιος;... Πού;... Και πότε; Εξήντα χρόνια τώρα!

Κι όλα μάτσο δεν κάνουνε μιαν ώρα!

Τότε κάθε μου γνώμη κ' έργο, νίκη.

Τώρα κουτσοπηδάω με δεκανίκι.

 

Κι αφτός, που τόνε πάνε από το χέρι

τυφλόν, ποιος είναι; Μηδ' αφτός το ξέρει!

κι ας βίγλιζεν απ' την κορφή του Αιώνα

τα μελλούμεν', αφτός κοσμοκολόνα!

 

Και τούτ' η σιχαμένη στρίγγλα ποια ναι;

Μάτια και μύτη κι ακροχείλια στάνε.

Ντυμένη την αστεία, παμπάλαιη μόδα,

η αλλοτινή νεράιδα ανεμοπόδα...

 

Είχα τον ένα πλάι μου στα θρανία,

τον άλλο άσσο στη γραφομανία

κ' η πρώτη αγάπ', η μυγδαλιά μου η Μάγια...

Ολοι στο πέλαο της ζωής ναβάγια.

 

Τι γράφει το χαρτί στον τοίχο πέρα;

«Τον λατρευτόν μας σύζυγον, πατέρα,

πάππον και θείον κηδεύομεν»... Ας γράφει!

Ο ξένος πόνος όνειρο — κ' οι τάφοι.

 

Κειός που διάβασες είναι ο εαφτός σου

κι ο θάνατος κεινού ναι ο θάνατός σου.

Ξεχασμένοι, πριχού πεθάνουν, όλοι

και πριχού ζήσουν, πεθαμένοι, ασβόλη!

 

Κοπάδια νιοι και γέροι προσπερνάνε...

Πόσοι, λες, απ' αφτούς ανθρώποι νά ναι;

Που δεν προδίνει, αρπάζει κι αδικεί,

του Νόμου οχτρός κ' ισόβια φυλακή.

 

Κι όσο τ' αψήλου αναπηδάει κανένας

(του Παρά και Σπαθιού, Σταβρού και Πένας)

τόσο και πιο μισεί κάκιστα τρία:

Μάθηση και Λαό κ' Ελεφτερία!

 

Μακριά και πέρ' αστράφτ' η θάλασσά μου

κι απάν' ουράνι' ατέρμονα. Και χάμου

δυο μέτρα μες το χώμα τάφοι. Κι όμως

πάνου απ' τους τάφους θα περάσει ο δρόμος.

 

Η «ΑΓΝΩΣΤΗ» ΑΤΙΜΙΑ

(Αγνωστοι, στο Βόλο, γράψανε στον ομαδικό Τάφο

των εκτελεσμένων από τους Γερμανούς πατριωτών

αγκυλωτούς σταβρούς και τη φράση: «Καλά σας κάναν»)

 

Δεν είτανε κατάμαβρη νυχτιά κακού χειμώνα,

πού χε καρφώσ' η παγωνιά  τ' αργά νερά στη χούνη

και μανιασμένος ο θρακιάς ξερίζωνε τα δέν­τρα.

Ούτε κι ουρλιάζαν πεινασμένοι στα φαράγγια οι λύκοι

κι όλα, μεγάλα και μικρά, τα ζωντανά ζαρώ­ναν

στα  καταφύγια κ' οι  φτωχοί στ' αχεροκάλυβά τους

κ' έτσι, να πεις, την ατιμία δεν είδε ανθρώπου μάτι!

Τέτοι' ατιμία, που ξεπερνά και την κορφή τ' Ολύμπου,

ψηλότερ' από την κορυφαία τιμή σου, Μεσο­λόγγι!

Είτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,

που  ξεφαντώνανε  στα  κλώνια  ασίγαστα  τζιτζί­κια,

στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα στα­φύλια

και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος

κι   από   τον ήλιο  πιότερο  λαμπάδιαζεν  ο   τάφος.

Κι άξαφνα εράγ' η Κόλαση και ξέρασε ποτάμι

όση βρωμιά χε κατακάτσει μέσα της αιώνες

και χύθηκεν ακράταγη να καταπιεί τον τάφο

κι όλην φαρμάκωσε την πλάση και  την Ιστορία!

Κ' η Μάνα, η μεγαλόψυχη στον πόνο και στηδόξα,

σαν έγειρε και διάβασε όσα δε λέει το στόμα:

«καλά σάς κάναν», έχασε το φως των ομμα­τίων της.

Τυφλή αντικρίζει τ' αβριανά, τυφλή τα περα­σμένα.

Δεν είταν ένας μήτε δυο, παρ' όλ' η Προδο­σία!

Κι αν δεν βαριέσαι, βάλε την να πιάσει τον εαφτό της.

ΤΑ 4 ΛΑΘΗ «ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ»

Πρώτο σου λάθος: από κούνια νά σαι δούλος.

Δέφτερο, δούλος σε κατάδουλη εποχή.

Τρίτο, δεν είσουν μόνο δέρμα, αλλά ψυχή.

Τέταρτο, δεν πουλήθηκες στον ξένο μούλος.

 

Αν είσουν ως τα κόκκαλα ραγιάς και σάπιος,

δεν θά σουν τώρα σκοτωμένος, αλλά «κάποιος».

Κι ο τελεφταίος δε θα σουν «άγνωστος» μπατίρης,

μα πρώτος και γνωστός, ακόμα και βεζίρης!

 

Μηδέ θα σε κορόιδεβαν οι λαοπλάνοι,

ντόπιοι και ξένοι, μ' ένα ψέφτικο στεφάνι·

μα δήμιος του λαού και μάβρος με τους μάβρους,

θα κολυμπούσες τώρα στους μεγαλοστάβρους!

 

(Από το τεύχος 13 του περιοδικού Πολιτιστική)

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ