Μ. Μ. Παπαϊωάννου – Θέματα από το έργο του Βάρναλη (απόσπασμα)

 

1. ΟΧΤΩΒΡΗΣ

Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι

στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι

κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα

στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα·

 

αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες

τ' αφεντικά μας οι απατεώνες,

της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει

αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!

 

Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.

 Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.

Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι

δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.

 

Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες

όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!

Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία

η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.

 

1935, Αη Στράτης

 

Κάτω από το ποίημα υπάρχει τούτο το σημείωμα γραμμένο με το χέρι της Δώρας Μοάτσου: «Το ποίημα αυτό «δημοσιεύτηκε» στην εφημερίδα του τοίχου των εξόριστων του Αη-Στράτη στην επέτειο της Οχτωβριανής επανάστασης. Δεν το θυμόμουνα και τώρα το συμπλήρωσα και το δίνω για δημοσίευση. Με την ίδια ευκαιρία...»

 

Οι δυό τελευταίες αράδες «Δεν το θυμόμουνα κλπ.» είναι διαγραμμένες με μολύβι. Το ποίημα αυτό δεν το συμπεριέλαβε ποτέ σε βιβλίο του. Θυμούμαι αμυδρά πως για πρώτη φορά είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Εργατικής Βοήθειας που έβγαινε στην Αθήνα κείνα τα χρόνια. Το άφησε έξω από τα «Άπαντά» του (τα ((Ποιητικά» του «Κέδρου») γιατί το θεωρούσε σκληρό. Για τον ίδιο λόγο απέκλεισε και άλλα ποιήματα ή αισθητικά και κριτικά δοκίμια για το Δελμούζο, τον Αποστολάκη και άλλους.

 

Ο «Οχτώβρης» βρέθηκε στα χειρόγραφα του Βάρναλη σε πολλές μορφές, που δε μοιάζουν μεταξύ τους. Ο Γ.Π. Σαββίδης δημοσίευσε μια απ' αυτές (περιοδικό «Ηριδανός», αριθ. 2, Οχτώβρης: Νοέμβρης 1975, σελ. 42) με τον τίτλο «Αι-Στράτης 1935». Το αντίγραφο που ■ δημοσιεύεται εδώ είναι γραμμένο με το χέρι του Βάρναλη και με κοινό μολύβι. Όσες διορθώσεις έκανε πάνω σ' αυτό τις έκανε με μελάνι. Τη χρονιά 1935 τη διόρθωσε, το 5 το έκανε με μελάνι 4 η γυναίκα του, γιατί δε θυμόταν ακριβώς πότε εξορίστηκε. Το σωστό είναι το 1935.

 

Ο «Οχτώβρης» κάνει ζευγάρι με ένα άλλο ποίημα του Βάρναλη, «Στην εξορία». Δημοσιεύτηκε στην «Επι­θεώρηση Τέχνης» (αριθ. 119-120, Νοέμβριος - Δεκέμ­βριος 1964, σελ. 533) στο ((Αφιέρωμα στο Γληνό». Ύ­στερα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Ελεύθερος Κό­σμος» (εκδόσεις ((Κέδρος», έκδοση 1958). Το πρώτο δί­στιχο:

 

Μας τα σιδεροδέσανε τα χέρια

και μας κλείσαν ολούθε μαλιχέρια.

 

Τα τρία τελευταία δίστιχα:

Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,

τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο Λαό, χέρια δεμένα,

για να 'ρθει ο Εξορισμένος απ' τα ξένα,

να χωρίσει το Έθνος και να βάλει

τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.

 

Ο προδότης της δημοκρατίας και του λαού στρατη­γός και αντιβασιλιάς Γ. Κονδύλης προετοιμάζοντας το νόθο δημοψήφισμα για την επιστροφή στον ελληνικό θρόνο του «εστεμμένου φελλού» — χαραχτηρισμός του μοναρχικού Γ.Α. Βλάχου της «Καθημερινής» — Γεωρ­γίου του Β', έκανε συλλήψεις δημοκρατικών και κομ­μουνιστών «ευρείας κλίμακος», και τους έστειλε στον Αη-Στράτη και σε άλλα ξερονήσια. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο Γληνός και ο Βάρναλης. Αυτά γίνονταν το 1935. Μόλις γύρισε ο Β' επιταχύνθηκε η διαδικασία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, που χώρισε το έθνος και έβαλε τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη, όπως το λέει και ο στίχος του Βάρναλη.

 

2. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

Ο Βάρναλης ανάμεσα στ' άλλα έγραψε παρωδίες ποιημάτων άλλων ποιητών. Παρώδησε π.χ. το «Αν...» του Κίπλιγκ και τελευταία το «Πόλις» του Καβάφη. Την πρώτη τη βρίσκει κανείς στον τόμο «Ποιητικά», τη δεύτερη στην ποιητική συλλογή «Ελεύθερος Κόσμος». Οι τελευταίοι στίχοι:

Τι τα θέλεις φτερά και πλοία και οδό;

Ο «Ελεύθερός σου Κόσμος» είν' εδώ

Κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού.

Όλα τάχεις γιατί να πας αλλού;

 

(ψιθυριστά)

Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,

δεν είν' εκεί που πας. Ν' αλλάξεις δρόμο!

 

Άλλη μια παρωδία του ποιητή της «Αληθινής απολο­γίας του Σωκράτη», είναι αυτή που έκανε για το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Η προσευχή του ταπεινού» της συλλογής «Τα θεία δώρα» (1931). Άρχιζε με τούτους τους στίχους ο Παπαντωνίου:

 

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά σου λέω την προσευ­χή μου.

Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι,

την πίκρα μου τη βάστηξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές! Δεν τις γυρεύω πίσω.

Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπί­σω...

 

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενή­σι στα 1877 και πέθανε στην Αθήνα στα 1940. Έγραψε διηγήματα, ποιήματα, ταξιδιωτικά, πεζοτράγουδα, κρι­τική των εικαστικών τεχνών και ένα θεατρικό έργο. Ήταν λογοτέχνης από τους καλούς μεταπαλαμικούς. Βενιζελικός, ευνοήθηκε από το «κόμμα». Διορίστηκε νομάρχης, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ακα­δημαϊκός, καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, τιμήθηκε με το Αριστείο γραμμάτων και τεχνών κλπ. Ο Βάρναλης τον κάρφωσε με την ακόλουθη παρω­δία του:

 

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει

βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.

Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία

καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

 

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.

Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.

Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει

κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει

 

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα

κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).

Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος

κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

 

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!

Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει

τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

 

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.

Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.

Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα

τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

 

Η παρωδία αυτή είχε δημοσιευτεί τότε στον καιρό της ποιητικής συλλογής «Θεία Δώρα» του Ζ. Παπαντωνίου σε εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης με κάποιο ψευδώνυμο χλευαστικό. Τώρα δε βρίσκω τη σημείωση που είχα κρατήσει, ούτε και θυμούμαι ποιο ήταν το περιοδικό εκείνο.

 

(Από τη μελέτη του Μιχ. Μ. Παπαϊωάννου «Θέματα από το έργο του Βάρναλη» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τεύχος 2 (Φεβρ. 1984) σελ. 77-78).

 

 

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ