Ο νέγρος του Λαυράκη

 

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

-- Μέχρι και τον Μπετόβεν τον έβγαλαν νέγρο είπε ο Μπιλ στραβομουτσουνιάζοντας αλλά κανέ­νας από όσους κόπτονται για φυλετική ισότητα δεν σκέφτηκε ποτέ να γράψει πως είναι ιστορικά απο­δειγμένο πως ο Αλέξανδρος Πούσκιν ήταν κατά το ένα όγδοο νέγρος, και μάλιστα Αβησσυνός.

-- Ο Πούσκιν; ο Ρώσος συγγραφέας; ο πρίγκι­πας; είπα εγώ. ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια μου. Πώς αυτό;

-- Όχι μόνο είναι ιστορικά αποδειγμένο, μα και ο ίδιος ο Πούσκιν φρόντισε να γράψει ένα λαμπρό διήγημα σχετικά με τον πρόγονό του. Μη μου πεις
πως δεν έχεις διαβάσει το διήγημα του με τον τίτλο «Ο νέγρος του Πέτρου του Μεγάλου»;

-- Όχι, ποτέ μου.

-- Και λες πως έχεις διαβάσει Πούσκιν! μου πέταξε ο Μπιλ κοροϊδευτικά.

-- Τον μόνο νέγρο που ξέρω από τη λογοτεχνία είναι τον «Νέγρο του Ναρκίσσου» που τον έγραψε, αν δεν απατώμαι, ο Τζόζεφ Κόνραδ, είπα βιαστι­κά, προσπαθώντας να αποκαταστήσω τη φήμη μου σαν ενός κατατοπισμένου διανοούμενου.

-- Φοβάμαι πως σε λίγο θα μου αναφέρει και τον Μπάρμπα - Τομ και την καλύβα του, έκανε διασκεδασμένα ο Μπιλ.

Ήταν ένας ψηλόκορμος Αμερικάνος, με τρία κα­λά βιβλία πίσω του, μια στέρεη φήμη ανερχόμενου συγγραφέα, και ένα λαμπρό μέλλον μπροστά του. Επί πλέον, ήταν αρχαιολόγος, ελληνιστής, ιησουί­της παπάς και ποιητής. Σαν να μην έφταναν αυτά, ήταν και εβραϊκής καταγωγής. Ήξερε τα πάντα.

-- Λοιπόν, είπε. ανάβοντας την πίπα του. Άκου­σε, μπας και μάθεις τίποτα. Ανάμεσα στους προ­στατευόμενους του, ο Μέγας Πέτρος είχε και ένα νέγρο. Αμχάρι, ονόματι Ιμπραήμ. Παιδί ακόμα, τον είχαν πουλήσει  σκλάβο στους Αραβες και  από περιπέτεια σε περιπέτεια βρέθηκε στην Πόλη, υπη­ρέτης του Ρώσου πρεσβευτή.

-- Μα μου είπες πως ήταν από την Αβησσυνία, τον διέκοψα.

-- Οι Αμχάρι είναι μια φυλή της Αιθιοπίας, μου εξήγησε ο Μπιλ υπομονητικά. Πες αντίο και στη φήμη σου σαν γεωγράφου.

Άναψα και εγώ την πίπα μου αμήχανα. Ένιωθα να με κοροϊδεύουν ακόμα και οι ανθισμένες ποϊνσέτιες στο μικρό κηπάκι μου της οδού Δημοκρίτου, όπου βρισκόμαστε καθισμένοι, προστατευμένοι α­πό τον μεσημεριάτικο αθηναϊκό ήλιο του καλοκαι­ριού χάρις στους πανύψηλους τοίχους των ξάγρυ­πνων πολυκατοικιών που μας περιστοίχιζαν.

-- Λοιπόν, συνέχισε ο Μπιλ, ο Ιμπραήμ από κει βρέθηκε στη Μόσχα. Εκεί τον γνώρισε ο Πέτρος, τον αγόρασε, τον ελευθέρωσε, τον βάφτισε ή τον ξαναβάφτισε χριστιανό, και τον έστειλε να σπουδά­ξει στη γαλλική σχολή πολέμου που είχε μόλις φτιάξει ο Λουβουά. Μη μου πεις πως δεν ξέρεις ούτε ποιος είναι αυτός; με ρώτησε ξαφνικά.

-- Υπουργός του Λουδοβίκου ΙΔ', απάντησα θριαμβευτικά.

-- Όχι ακριβώς, αλλά δεν βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Πάντως ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε πως ήταν κρίμα  οι  νέοι ευγενείς που  πήγαιναν
αξιωματικοί στο στρατό να πρέπει να αποκτούν την πείρα τους μόνο στα πεδία των μαχών,  και να σκοτώνονται στην αράδα στο μεταξύ, ενώ θα μπο­ρούσε κανείς να τους εκπαιδεύσει λίγο πριν, να τους προετοιμάσει. Ο Λουβουά πίστευε πως ένας αξιωματικός είναι πολύ πολύτιμος για να σκοτώνε­ται με την πρώτη. Στρατιώτης. όπως λέει και ο Μπρεχτ, που ξεκινάει για να σκοτωθεί, απλώς δεν κάνει για πόλεμο. Έτσι, ο Ιμπραήμ βρέθηκε αξιωματικός του γαλλι­κού στρατού, πολέμησε γενναία στον πόλεμο της διαδοχής του ισπανικού θρόνου, τραυματίστηκε στο κεφάλι —πράγμα που τον έκανε να μην μπο­ρεί να φοράει περούκα, και τα κατσαρά μαλλιά του στην αυλή φαίνονταν μίλια μακριά ανάμεσα στις πουδραρισμένες κομμώσεις των άλλων!— και με­τά, στον καιρό της άσωτης αντιβασιλείας του δούκα της Ορλεάνης τα' μπλεξε με μια μαρκησία, της έκανε και ένα παιδί...

-- Μαύρο: είπα χαιρέκακα.

-- Ναι. αλλά ο μαρκήσιος, που ανεχότανε τα πάντα έξω από το σκάνδαλο, φρόντισε να το αλλά­ξει με ένα άλλο νεογέννητο. Το πραγματικό παιδί είχε και κείνο την ιστορία του, αλλά αυτή δεν είναι του παρόντος. Πάντως, το σκάνδαλο, και με την αλλαγή αυτή, δεν ήταν μικρό, και ο Ιμπραήμ αναγκάσθηκε να φύγει και να πάει στη Ρωσία, όπου παντρεύτηκε μια κόρη ενός αριστοκράτη από τις βαλτικές χώρες, γερμανικής καταγωγής, και η θυ­γατέρα από αυτόν το γάμο ήταν η μητρική μάμη ίου Πούσκιν. Κατάλαβες τώρα γιατί απορώ πως όλοι όσοι θέλουν να αποδείξουν τον Μπετόβεν νέγρο από τις φυτείες της ολλανδικής Ιάβας δεν σκέφτηκαν να προβάλλουν τη διαπιστωμένη νέγρικη καταγωγή του Πούσκιν;

-- Έτσι ενισχύεις τον ρατσισμό από την ανάπο­δη, του είπα επιτιμητικά. Ας αφήσουμε πως βγά­ζεις τον Πούσκιν μισό νέγρο και μισό Γερμανό!

-- Δεν ξέρω, είπε ο Μπιλ, αν αυτός ο συνδυασμός δεν είναι ένας από τους καλύτερους. Γιατί αυτό ακριβώς μου φέρνει στο νου κάτι αντίστοιχο:
τον περσινό εραστή του Λαυράκη.

 

Για καθολικός, παπάς, και μάλιστα προσήλυτος. ο Μπιλ είναι εξαιρετικά ανεκτικός και επιτρεπτικός. Βλέπεις, γνωρίζει όλες τις ανθρώπινες αδυνα­μίες, μια που η φήμη το'ωχει πως εξομολογεί τακτι­κά τη Λαίδη Κιούμπιτ, στην Αγγλία, τις αδελφές του Γκόρε Βιντάλ στην Αμερική και την πριγκίπισ­σα ντε Καραμάν-Σιμέ στη Γαλλία. Έτσι έχει μάθει να μην ξαφνιάζεται με τίποτα. Γι' αυτό ήταν και από τους λίγους ανθρώπους που μπορούσαν να έχουν την πολυτέλεια να μιλούν, αφρόντιστα και φωναχτά, για τις ομοφυλοφιλικές τάσεις ενός από τα μεγαλύτερα αφεντικά του ελληνικού Τύπου, του Δαμήρειου Λαυράκη — ένα από τα τρία καλοφυλαγμένα κοινά μυστικά της αθηναϊκής ζωής.

Ασυναίσθητα, μια που εγώ δεν λέγομαι Μπιλ Λεβή, δεν συναναστρέφομαι με πρίγκιπες και. το κυριότερο, είμαι Έλληνας δημοσιογράφος στη δού­λεψη του Λαυράκη, έστρεψα τα μάτια μου προς τα πάνω, στα μισοσφάλιστα παράθυρα της πολυκατοι­κίας. Είχαμε ακριβώς τόση απομόνωση σαν να είμαστε στη μέση της ορχήστρας του θεάτρου της Επιδαύρου σε ώρα φεστιβάλ. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως όλες οι κορνίζες των παραθύρων κουνιόν­ταν αδιόρατα και πως εκατοντάδες μαγνητόφωνα κάνανε το χαρακτηριστικό τους κλικ.

 

-- Σιγότερα, για το θεό. Μπιλ, ψιθύρισα. Θες να με απολύσει;

-- Α, είπε κοιτάζοντάς με εξεταστικά. Βλέπω πως μήτε για σένα είναι κάτι το άγνωστο, ε Μπιλ; του είπα ικετευτικά. Είσαι φίλος. Έχω και παιδιά να θρέψω, που σπουδάζουν έξω και μου κοστίζουν τον άμπακο. Μην επιμένεις. Σταμάτα και να το μιλάς.

-- Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Αφγανιστάν, είπε λυπητερά ο Μπιλ, συνάντησα ακριβώς έναν τύπο που σου' μοιαζε. Ήταν ο επόπτης του χαρεμιού του Σαρδάρ-Νταούτ. Ηξερε τα πάντα και δεν μπορούσε τίποτα.

-- Όσο κι αν με περιφρονείς, του είπα. εμένα μου αρέσει να τρώω. Λοιπόν, τέρμα η κουβέντα για το νέγρο του Λαυράκη.

-- Τον γνώρισα πέρσι, συνέχισε εκείνος απτόητα. Ένα μελαγχολικό παιδί. Τα' χε χαμένα. Ήταν τόσο eager to please, πώς το λέτε στη γλώσσα σας;

-- «Πρόθυμος να γίνει ευάρεστος».

-- Α, όχι «έτοιμος να αρέσει»;

-- Όχι. αυτό σημαίνει κάτι άλλο στα ελληνικά. Όχι πως στην περίπτωσή του δεν θα είχε. ίσως, εφαρμογή.

-- Εγώ πάντως έτσι θα το' λεγα. είπε σουφρώ­νοντας τα χείλη του ο Μπιλ.

-- Τώρα εξηγώ γιατί οι μεταφράσεις σου των ποιημάτων του Σεφέρη είναι τόσο ανήκουστα πρω­τότυπες.

-- Σου έλεγα λοιπόν, συνέχισε ακαταδάμαστα ο Μπιλ Λεβή,  πως ήταν ένα συμπαθέστατο παιδί, που δεν πίστευε την τύχη του. Σκέψου: του φοράει
μια κόκκινη γκελεμπία. ένα φεσάκι, μια χαντζαρούλα...

-- Α, και μετά κάνουν έρωτα έτσι. οπλισμένοι σαν αστακοί; ρώτησα έκπληκτος.

-- Όχι. καημένε. Αυτή ήταν η στολή του. Τον παρουσίαζε για υπηρέτη του.

-- Είναι Αμερικάνος;

-- Όχι, Γερμανός. Ξέρεις, παιδί νέγρου και Γερμανίδας του '45. Το φυλετικό πρόβλημα της Μεσευρώπης.

-- Και τι γλώσσα μιλάνε:

-- Φαντάζομαι   εγγλέζικα.   Δεν   νομίζω   πως χρειάζονται πολλές ρητορείες. Λίγα λόγια και κα­λά.

-- Πώς βρέθηκε εδώ το παιδί;

-- Τουρίστας που ξέμεινε χωρίς δεκάρα στο τέλος του καλοκαιριού. Ο Λαυράκης τον γνώρισε στου Παπασπύρου, Σύνταγμα. Λοιπόν, ήταν ακριβώς όπως ο Πούσκιν. Μισός νέγρος και μισός Γερμανός. Να δεις ξάφνια­σμα που ένιωσα σαν τον άκουσα να μιλάει γερμανι­κά με βαυαρική προφορά! Το μόνο πράγμα που δεν περιμένεις από ένα νέγρο.

-- Πόσο χρονών είναι;

-- Κάπου εικοσιοχτώ. Έγραφε και ποιήματα. Αλ­λά ο Λαυράκης του τα’ σχιζε. Ένα του διασώθηκε, το 'χε βρει η Χάρις ή η Μπεμπέ... Ξέρεις, οι δυο
ηγερίες του αφεντικού σου.

-- Ας μη μιλήσουμε γι'   αυτές, είπα καχύποπτα. Κωλύομαι. Είναι φίλες μου.

-- Ξέρω πως χρωστάς στο κυπριώτικο δαιμόνιο της μιας το διορισμό σου στην εφημερίδα, έννοια σου, μου πέταξε, αντιχριστιανικότατα, ο Μπιλ.

Ας μιλήσουμε για τα ποιήματά του καλύτερα.
-- Τα είδες; Αξίζουν τίποτα; είπα βιαστικά, προσπα­θώντας να  λοξοδρομήσω τη  συζήτηση  πάνω σε θέματα που ήξερα πως ο Μπιλ ήταν ικανός να
μιλάει —και να γράφει— ώρες. (Ο διευθυντής του «Νιου Γιορκ Ρηβιού οφ Μπουκς» είχε ακριβώς την ίδια γνώμη όταν έβλεπε να του καταφθάνουν τα σεντονοειδή χειρόγραφα των κριτικών του Μπ.Ντ. Λεβή). Περιέργως, δεν έχαψε το δόλωμα.

-- Ήταν καλύτερος άμα ντυνόταν κανονικά, με μπλου-τζην και αμερικάνικο εμπριμέ πουκάμισο, ψιθύρισε. Η κόκκινη γκελεμπϊα τον έκανε να μοιά­ζει σαν βαμμένο στούκο. Ντρεπόταν πιο πολύ γι' αυτό παρά για τον άλλο ρόλο που ο Λαυράκης τον έβαζε να παίζει.

-- Α, γιατί είχε και άλλο ρόλο;

-- Ξέρεις τι εννοώ.

-- Προς στιγμή νόμισα πως τον έντυνε και τσο­λιά.

-- Όχι, αυτός ήταν άλλος, εκείνος που τον ξελό­γιασε και τον πήρε από την Μάρω Βατιμπέλκα. Δεν τα ξέρεις καλά. Μπλέκεις τα πρόσωπα, και αυτό θα σου βγει σε κακό, δημοσιογράφος καθώς είσαι.

Διέκρινα τον νυγμό της περιφρόνησης στη λέξη. Κοκκίνισα και δεν είπα τίποτα.

-- Βέβαια, το δράμα άρχισε όταν πήρε το συνάφι χαμπάρι τι θησαυρό είχε ο Λαυράκης και προσ­πάθησαν να του τον αποσπάσουν... Πού να σου τα
λέω: Ροζαλίες. Ντουντούδες. το σύμπαν! Αλλά ο Γκρέγκορ τίποτα. Είχε την αυστηρή νομιμοφροσύ­νη του Γερμανού.

-- Μιλάς τόσην ώρα για τούτο το νέγρο στον παρατατικό. Μπιλ. του είπα. Τι έγινε: Τα χαλάσανε; τον έδιωξε; του τον πήρανε;

 

Ο Μπιλ δεν απάντησε αμέσως, αλλά μου έριξε μια εξεταστική ματιά. Έμοιαζε να ανακαλύπτει, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, πως. αν και δημοσιογράφος,

δεν ήμουν και τόσο ενημερωμένος (Και βέβαια δεν ήμουν. Είμαι ένας άθλιος δημοσιογράφος. Για να μην ήταν η Μπεμπέ, και σου έλεγα αν θα με άφηνε έστω και μιαν ώρα ακόμα ο Κυριπανοιώτης να αλωνίζω στη στήλη των καλλιτεχνικών νέων...)

-- Το τέλος του Πούσκιν το   ξέρεις. ελπίζω. Σκοτώθηκε σε μια βλακώδη μονομαχία.  Ο κατά το ένα όγδοο νέγρος, κατά το ένα όγδοο Γερμανός και κατά τα οκτώ όγδοα μεγαλοφυέστατος, πήγε άναυλα μιαν αυγή, σε ηλικία τριανταοκτώ ετών...

 

Ξανάναψε την πίπα του που του είχε σβήσει, κάνοντας τη ρουφηξιά του να αντηχήσει σχεδόν σαν αναστεναγμός.

-- Και ο Γκρέγκορ φον ντερ Τρενκ —α, ναι, δεν σου είπα, η μητέρα του είναι απόγονος μιας από τις καλύτερες οικογένειες του Μονάχου— ναι. είμαι
αδιόρθωτα σνομπ, θα μου πεις— λοιπόν, ο Γκρέγ­κορ σκοτώθηκε σ' ένα βλακώδες, γελοίο, αυτοκι­νητιστικό δυστύχημα...

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τεύχος 13 [Ιανουάριος 1985] σελ. 24)

 

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ




Νίκος Σαραντάκος