Γιάννης Γουδέλης – Οι χρειαζούμενοι

 

 


Άκου κυρ-λόγιε τι έχω να σου ιστορήσω, από κείνα που 'ζησα ως αξιωματικός, στο φοβερό καιρό που σεις ονοματίζετε Εμφύλιο Πόλεμο κι εμείς Συμμοριτοπόλεμο. Ξέρω πως για ουλουνούς εσάς είμαι ένας σακαράκας, που μέ βάνετε με τους μπασκίνες· καθώς λέτε, στη μαύρη αντίδραση· όμως άκου και βγάλε κρίση, απ' ό,τι θα σου ειπώ. Γράφτα μια και βλέπω που όλο καταγράφεις στο χαρτί, από τη μέρα που ήρθες κι εσύ στο Ιπποκράτειο. Κι οι δυο, τελικά, θα μπούμε στο χειρουργείο και κάποτε κι εμείς, στη χωματερή κι ας φτύνουμε τώρα τον κόρφο μας. Σου ορκίζομαι πως θα σου ξομολογηθώ την πάσαν αλήθεια και το κάθε τι με το όνομά του.

Πολλά πράματα μου βασανίζουν την ψυχή και μερικές μνήμες δε μ' αφήνουν σ' αναπαμό. Νύχτες ξαγρυπνώ και αναρωτιέμαι πόσο έφταιγε ο θεός και πόσο οι άνθρωποι του. Ελόγου σου, τις προάλλες, ειρωνεύτηκες πως την αλήθεια τη στρεβλώσαμε εμείς και την ευθύνη για τον αλληλοσπαραγμό την έχουν οι άνθρωποι του διαβόλου. Μπορεί να είναι κι έτσι. μα εγώ δε θέλω να καταγραφτώ στα κιτάπια του διαόλου τους. Μα δε βλέπω να γίνεται τίποτα «εδώ και τώρα» με την περιλάλητη αλλαγή του ΠΑΣΟΚ.

Συμφωνώ πως στην Εθνική Αντίσταση δεν υπήρχε κομμουνι­σμός κι εθνικοφροσύνη. Υπήρχαν εκείνοι που πολέμαγαν τον καταχτητή κι εκείνοι που συνεργάζονταν μαζί του. Οι προδότες κάνουν πάντα τη μεγαλύτερη καταστροφή. Σε πόλεμο και σε ειρήνη. Και το μέγεθός της ήταν ανάλογο με τη θέση που κάτεχαν. Το πλείστο απ' αυτούς είναι κιοτήδες και φιλοτόμαροι, μα διαβολικά καταφέρνουν και στο τέλος σκεπάζουν τον προδότη με τη σημαία.

Έζησα τον Αλβανικό Πόλεμο του  1940-41, γλίτωσα από θαύμα τις σφαίρες. Έγινα λοχίας επ' ανδραγαθία, κόντεψε να χάσω τα δάχτυλά μου από τα κρυοπαγήματα χάρη σ' ένα καλό ανθυπίατρο έφεδρο που κοίταζε να σώζει κι όχι να κόβει. Σαν τον οβριό «πονάει δόντι, βγάλει δόντι, πονάει μάτι, βγάλει μάτι». Πάει το αλβανικό θεραπεύτηκε ένδοξα, μα η αδερφοκτονία μου άφηκε αθεράπευτα κρυοπαγήματα στην καρδιά. Καθώς βλέπεις προσπαθούν εδώ οι γιατροί να λαδώσουν τις σκουριασμένες βίδες, γιατί η απειλή να σταματήσει είναι μεγάλη.

Ναι, δε λέω έγιναν κι από τις δυο πάντες σφάλματα κι όλοι διαπράξαμε τις αμαρτίες μας. Το ομολογώ και το ξομολογιέμαι εγώ ο Λεωνίδας Κώτσης, απόστρατος υπολοχαγός του Εθνικού Στρατού. Και σε μας και σε σας υπήρξε παλικαριά. Με το να σας λέμε εμείς πράχτορες της Μόσχας και σεις υποχείρια του Λευκού Οίκου δεν βγαίνει λύση, αλλά λύσσα. Εκείνο που κατάλαβα καλά δεν είναι τι κινεί τους μεγάλους και τρανούς (έζησα μια ζωή μακριά από τις πολιτείες), αλλά είδα και γνώρισα τι κινεί τους τιποτένιους. Εκεί θέλω να καταλήξω. Λοιπόν, είχα τη διλοχία μου στις Παπαδάτες, στο χωριό που παρανομάζουν «Χίλια Σπίτια». Ήταν στα 1949. Ο δικός σας ο Πετρίτσης κόνευε τη μεραρχία του ΕΛΑΣ στα Τσουμέρκα. Από κει έστελνε τον Παπαγεωργίου που είχε πάρει το εντυπωσιακό «Καπετάν Βόλγας» να περάσει από Πλατανούσα και να κατέβει στο Σούλι.

Τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής συγκρουστήκαμε στις Παπα­δάτες. Εμείς έναν τραυματία, οι ελασίτες έξι νεκρούς. Ο Καπετάν Βόλγας από τη σύγχυσή του έχασε στη μάχη την τσάντα με το Αρχείο του ΕΛΑΣ. Του 'σπασε η τιράντα κι αντί να την περιμαζέψει το 'βαλε στη φευγάλα. Εγώ είχα δώσει άδεια σ' ένα νιόπαντρο εικοσιπεντάχρονο παλικάρι, τον Γιώργο Γκοτζά, να πάει, χρονιάρα μέρα, στο σπίτι του να ιδεί τη γυναίκα του. Πέφτει απάνω στον Καπετάν Βόλγα, τον πιάνει και χωρίς δεύτερη κουβέντα του παίρνει το κεφάλι. Το είχε η χωροφυ­λακή, στη Φιλιππιάδα, στη διοίκηση. Εκεί μου το 'δειξαν και αναγνώρισα το δύσμοιρο Γιώργο Γκοτζά.

Ο Καπετάν Βόλγας, όταν έφθασε στη θέση Αλογοβράδια, στο βουνό και βρήκε τον Πετρίτση έγινε χαμός. Του έβαλε γερή πόστα. Όχι γιατί έχασε τα έξι παλικάρια, μα για την τσάντα με το Αρχείο. Ο Παπαγεωργίου με το βολγιλίκι του τα χρειάστηκε. Φεύγει νύχτα, κατεβαίνει στο δημόσιο δρόμο και μπαίνει στο πρώτο όχημα που συντυχαίνει. Ερχεται στα Γιάν­νενα που έδρευε η 8η Μεραρχία, παρουσιάζεται και λέει.

—         Εγώ είμαι ο Παπαγεωργίου — Καπετάν Βόλγας που ζητάτε.

Τα 'χασαν. Δεν πίστευαν ούτε στ' αυτιά, ούτε στα μάτια τους. Τον πάνε στο διοικητή. Μαρτύρησε τα πάντα και κατέδωσε τους πάντες.

Εγώ, μόλις είδα το κομμένο κεφάλι του Γιώργου Γκοτζά κι έμαθα πως ο Παπαγεωργίου βρίσκεται στα Γιάννενα, τραβάω ευθύς και πάω στην 8η Μεραρχία. Αδύνατον να μου επιτρέ­ψουν να ιδώ τον Παπαγεωργίου. Κατάλαβαν πως δε θα μου γλίτωνε.

—         Μας χρειάζεται, πολύ μας χρειάζεται μου δήλωσε ο διοι­κητής.

Να, κύριε δημοσιογράφε, ποιοι γλιτώνουν και ποιοι γίνονται χρειαζούμενοι.

 

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 31, σελ. 36).

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ