Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη – Οι ποιητές και τα συνέδρια

 

ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ 1980

 

Κι ενώ όλοι εμείς οι ποιητές

καταθέταμε τη φαιά μας ουσία

στην υπηρεσία της ανθρωπότητας

μεσ' από ανεξάντλητες θεωρίες,

ποιητικές σεάνς, μεξικάνικες κιθάρες,

vino rosso, ψειρολογίες, τρίχες και σκατά, εκεί,

μπροστά στον τάφο

ενός σφαγμένου Γιουγκοσλάβου αντάρτη

μας ήρθε το μήνυμα:

πώς εσύ ανενόχλητος

φλερτάριζες πάλι

με τους αγωνιστές και τους οδοιπόρους,

πώς εσύ ανενόχλητος

έστηνες,

κόπου εκεί στα βουνά της πατρίδας μας,

μικρά τρελά παιχνίδια

ανάμεσα

Κύπρου, Αφρικής, Λατινικής Αμερικής και Παλαιστίνης,

πώς εσύ ανενόχλητος

υπενθύμιζες «πέραν πόσης λογικής αμφι­βολίας»

την παρουσία σου

στις γειτονιές της Λευκωσίας (παλιές και νέες)

κι έδινες πάλι

μια πρώτη γεύση, μια πρόβα τζενεράλε, ας πούμε,

βίας, τρομοκρατίας και προβοκάτσιας.

 

Για τον Φασισμό μιλάμε, φυσικά, για τον Φασισμό.


Ε, όχι, λοιπόν,

Αν η ποίηση, σε οποιαδήποτε περίπτωση

ανέχεται έστω και ψήγματα της παρουσίας σου,

αν η ποίηση, σε οποιαδήποτε περίπτωση

μεροληπτεί για να δικαιώσει την παρουσία σου,

αν η ποίηση, σε οποιαδήποτε περίπτωση

αδιαφορεί για την παρουσία σου

κι ενδίδει σε σένα και στους ποιητές σου,

τότε να τη διαγράψουμε.

Ναι, διάολε, να τη ΔΙΑΓΡΑΨΟΥΜΕ

οριστικά και αμετάκλητα από τη ζωή μας.

 

Γιατί η ποίηση γίνηκε,

για  να συμπορεύεται με την ανάσα  του πρόσφυγα

την αγωνία του αγνοούμενου

τον θρήνο της μάνας

τον σφυγμό του αντάρτη

την αγάπη της γης

το τραγούδι της νίκης

την αιώνια αλήθεια.

Με λίγα λόγια: τη Λευτεριά.      

 

 

ΠΡΟΣ ΤΕΧΝΟΚΡΙΤΗ (1)

Και ποιος σου είπε        

πώς έχεις εσύ το δικαίωμα,

για χάριν της φιλολογικής τάξης και μόνο,

να κρατάς νυστέρια, λαβίδες,  γάζες και

χλωροφόρμιο

να ξαπλώνεις στο χειρουργικό τραπέζι τις λέξεις μας,

τις δικές μας τις λέξεις,

να τις ξεκοιλιάζεις

να τους αφαιρείς τα εντόσθια

να επιδίνεσαι σε τομές

κάθετες, οριζόντιες και εγκάρσιες

να αιμάσσουν στα χέρια σου

τα ουσιαστικά, τα επίθετα,

οι τελείες και οι παρενθέσεις.

 

Και ποιος σου είπε

πως έχεις εσύ το δικαίωμα

να διαγνώσεις

ης αποχρώσεις της σκέψης μας

την αγωνία της ύπαρξής μας.

την ποιότητα της ιδεολογίας μας.

 

Θα 'πρεπε να ξέρεις πως

εμείς δεν είμαστε σαν κι αυτούς

που μεταξύ δείπνου και απόδειπνου

εμέσσουν τη μαλάκυνση

του εγκεφάλου τους

για να προσθέσουν επιτούτου

μια ποιητική κατασκευή ακόμα

σύμφωνα,

με τις δικές σου διατεταγμένες

με τις δικές σου φιλολογικές προδιαγρα­φές.

Θα 'πρεπε να ξέρεις ακόμα

πως δε μας ενδιαφέρουν καθόλου

οι φιλολογικοί σου μαίανδροι

και οι γραμματολογικές σου εξάρσεις.

Εμείς δεν πρόκειται ποτέ να

προσδιορίσουμε

τα νοήματα των λέξεων

με υπαινιγμούς, υπονοούμενα και μεταφορές.

Η αφαίρεση που υπαινίσσεσαι

συσκοτίζει τις προθέσεις μας

κι  ακρωτηριάζει   τη  συναισθηματική μας

έκρηξη.

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Εμείς,

δε μιλάμε για τους ποιητές εκείνους

που σέρνονται στα συνέδρια

για να φορτίζουν την ατμόσφαιρα

με αρωματισμένες λέξεις,

για να επιδίνονται στην αλχημεία των ιδεών

και στην παραχάραξη των λέξεων,

για να διατυπώνουν δανεισμένες σκέψεις

και να οικειοποιούνται ιδεολογίες

που δεν τους ανήκουν.

 

Εμείς, μιλάμε για τους ποιητές εκείνους

που απλά και ανάγλυφα

μεταφέρουν εκεί το σφυγμό της διχοτομη­μένης πατρίδας.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 58-59).