Σπύρος Κοκκίνης – Περίληψη ημερών

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΗΜΕΡΩΝ

Τα μάτια της Νικολέτας ήτανε τόσο τρυφερά όσο μια λίμνη στις έξι και τριάντα το πρωί. Ο Λυκαβητός τυλιγμένος στη σιωπή του μοιάζει περισσότερο με κόκκινη παλίρροια από παπα­ρούνες στα μαλλιά της. Η Νικολέτα μύριζε γλυ­κάνισο. Κι η νύχτα άπλωνε την ψευδαίσθηση στο σκηνικό των πόθων και στις γέφυρες των φιλιών της. Ο εναέριος σιδηρόδρομος περνάει και φεύγει αφήνοντας πίσω του έναν ουράνιο θόλο ή τις λεηλατημένες φωνές των επιβατών της αποβάθρας που δεν πρόλαβαν να ενώσουν τα χέρια.

Και τ' άδεια σπίτια ωσάν μια σειρά σβηστά φα­νάρια.

 

Ο ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΛΩΡΑΣ

Κρεμασμένος από τα ξεφτισμένα λουριά του τρόλεϊ χαζεύω τη θάλασσα. Όχι πως υπάρχει θάλασσα. Μόνο κάτι φωτισμένα τετράγωνα: «Ανθούσα». «Ανθούπολις». «Πωλούνται άνθη». Ρεμβάζω στους καημούς της γλυκοφρύδας κόρης. Κάθεται απέναντι μου. Το δέρμα της μπαίνει μέσα στο δέρμα μου. Αναστενάζει. Τα μαλλιά της - τα χέρια της - τα χείλη της - τα μάτια της είχανε κυλήσει στις χούφτες μου. Ευώδιαζε κανέλα. Της ψιθύρισα «Φλώρα, μωρό μου!». Γέλασε.

Πολύχρωμα πειρατικά ιστιοφόρα πάνε κι έρχον­ται στις σκουριασμένες σιδεροτροχιές. Καμιόνια με ρόδες από κουβαρίστρες τρέχουνε να προλά-βουνε. Τι; Αναψε το κόκκινο φως στην οροφή. Μοιάζει με της Φλώρας στο ημιυπόγειο. Φιλο­σοφώ το πρόβλημα. Ανοίγω το λεύκωμά μου: «Τι εστί φιλία;». «Τι εστί αγάπη;». «Τι εστί έρως;». Κοιτάζω με μάτια γαλήνια πέρα από αυτά που βλέπω. Οι φλέβες μου φουσκωμένα ποτάμια.

Κατέβηκα από το τρόλεϊ αγκαλιά με την κουτσή Φλώρα. Έξω η νύχτα, πιο μαύρη κι από το στόμα του λύκου, μας κατάπιε...

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

Ο ουρανός, πέρα στη δύση, έλιωνε στις κορφές των κυπαρισσιών σκούρα χρώματα και σκοτεινές αποχρώσεις. Η γη έμοιαζε ωσάν ψη­μένο κάστανο. Και η λεηλατημένη ομορφιά ενός παράλογου απογεύματος είχε μιαν ατμό­σφαιρα ανασφάλειας. Δεν έμεναν παρά τα χρυ­σά μαλλιά της Αιμιλίας που καθρεφτίζονταν στο βάθος του πηγαδιού: η νοσταλγία και το αίνι­γμα.

Η Αιμιλία είχε συναρμολογήσει μιαν ιστορία ανέφικτου έρωτα με τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου φαγωμένου από τύψεις. Το παιχνίδι εξακολουθούσε με τα ψάθινα καπέλα που στρι­φογύριζαν στον άνεμο της νύχτας ωσάν πετα­λούδες ή νυχτερίδες. Κι οι δρόμοι διασταυρώ­νονταν χωρίς φανερή αιτία, άλλοτε με τα όνειρα κι άλλοτε με το χρόνο.

Εξόν από δυο φιλήδονα — σχεδόν κτηνώδη — χείλη η Αιμιλία δεν έδειχνε παρά ένα πρόσωπο βαμμένο στη φωτιά και τη στάχτη. Οι πόθοι είχαν σβήσει στα μάτια της και δεν έμενε πάρεξ μια αναλαμπή που σπάθιζε το σκοτάδι. Είχε σχεδόν βυθιστεί στο πηγάδι φέρνοντας στην επι­φάνεια μικρές φυσαλίδες που σκάζανε ωσάν άστρα.

Στην αρχή η νύχτα έμοιαζε με τα όνειρα μιας ανυπόμονης γυναίκας. Και η Αιμιλία δεν ήτανε παρά το μαύρο φως, ένα γρήγορο γυμνό που ζητούσε την αμοιβή του πάθους της. Ύστερα το αινιγματικό προοίμιο, όταν δεν ξέρουμε ως πού φτάνει το βάθος του πηγαδιού. Ολα μετά γίνανε μοναξιά και χωρισμός.

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 32, σελ. 26).