Δημήτρης Κρουσταλιάς – Το βάρος του ψωμιού στο ποίημα

 

 

 

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ

Ο εργάτης ξυπνάει με το βάρος του καθημερινού ψωμιού

 

Ακούει φωνές αλληλέγγυες

σπουδαίες φωνές

ή άλλες ψυχρές και μάταιες

 

Τι θα πει ο χρόνος;

Ο εργάτης τον σφίγγει σαν φως,

σαν τζάμι, και κόβεται

 

Τι θα πει η Γη;

 

Παύω να μιλώ για την αγαπημένη μου

Παύω να μιλώ για μοναδικότητες που βαραίνουν

το ταίρι

Σφίγγω σαν πέτρα τη γη

Την ρίχνω στα κρύσταλλα του χρόνου

 

 

Ο λόγος μου είναι παιδί

Το παιδί υψώνεται λόγος

 

Τι θα πει ο εργάτης με τη δικιά του γλώσσα;

Τι θα πει στο παιδί που κρατάει στα γόνατα;

 

Καθημερινά ξυπνάει με το βάρος του ψωμιού του.

 

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Φυτρώνει μέσα μου ξαφνικά η Αθήνα

Φυτρώνει μέσα μου η Ρώμη

Η Αλεξάνδρεια.

 

Οι δρόμοι

Οι σημερινοί δρόμοι, γέρνουν,

Σπαράζουν, στο πλάι των δεντροστοιχιών

Η Ν.  Υόρκη συνομιλεί με τους πολλούς ξένους

Συνομιλεί με τους εξεγερμένους νέγρους.

 

Φυτρώνει μέσα μου πάντα η Αθήνα

Βλέπω το μέλλον

Βλέπω στους καθρέφτες καθαρά το πρόσωπό μου

Βλέπω να μοιάζει καταπληκτικά με την Αθήνα

Να μοιάζει καταπληκτικά με την Ν. Υόρκη

 

Ίσως είναι η Ρώμη

ή

η Αλεξάνδρεια.

 

 

ΩΡΙΕΥΣ

Ο Αγαμέμνων καλεί τον Ωριαία,

νέο πολεμιστή από τις Συρακούσες

και άλλους, νεότερους, να του παραδώσουν

στην ομίχλη του πρωινού τα λάφυρα τους


 


Ο Ωριεύς, δισταχτικός, εμφανίζεται μπροστά του

απολογείται για την καταδίωξη μιας Βρισιίδας.

 

Ο Αγαμέμνων βυθίζεται στο γαλάζιο των ματιών,

στις αποχρώσεις του πράσινου,

ως τη ρίζα...

 

Ο Νεότερος Ωριεύς στις μακρινές Συρακούσες

ερωτεύεται την ομίχλη του πρωινού

που δεν παραδίδει τα λάφυρά του,

 

Το γαλάζιο των ματιών, που βυθίζονται

στις αποχρώσεις του δικού του πράσινου,

ως τη ρίζα...

 

 

ΑΛΛΟ ΟΝΕΙΡΟ

Σήκω και φίλησέ με

 

Όνειρο γεννήθηκα από τους έρωτες

της Σαπφούς

και τους καημούς του Πινδάρου...

 

...Άλλο όνειρο ξαναγεννήθηκα

 

Σήκω και φίλησέ με πριν ξεχαστεί.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 30, σελ. 29).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ