Γιάννης Κωνσταντέλλος – Του σκοταδιού

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

Αγαπημένη του σκοταδιού, σε προσκαλώ

Δίχως σημαίες, δίχως πανώ

Πλάι μας να σταθείς

Νεράιδα αιμάσσουσα, έκπληκτη

—Σαν τον πρωτανθό της κερασιάς—

Σε μια γωνιά της μνήμης μας—

Κρατώντας στην ποδιά σου μόνο

Τα οστά του Τσε Γκεβάρα

Να δείχνουνε στο ξόδι την πορεία του.

 

 

ΜΙΚΡΗ ΒΙΟ - ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ

Φεγγάρι ολόγιομο η ζωή μου χωρίς υπονοούμενα

Κι εγώ σ' αγάπησα σαν παλιό παραμύθι

Με τις κυκλάδες σου και τις σποράδες σου

Να ταξιδεύουν στα ερωτικά σου πέλαγα.

 

Το τζάμι του παραθυριού σπασμένο—

Έτσι κι ο κόσμος: θρύψαλα, ζωή κομματιασμένη

Νεράιδα σφραγισμένη με πληγές, αιμάσσουσα.

Ιδού λοιπόν πώς ξόδεψα μέρες και νύχτες:

Γυμνάζοντας τη ματιά μου

Απάνω σ' αγάλματα και κρανία

Γυμνάζοντας το λόγο μου

Με τραγούδια και θρήνους

Γυμνάζοντας την κραυγή μου

Τη σιωπή μου γυμνάζοντας

Απάνω στις πυρπολημένες πέτρες

Και το άσπρο των σπιτιών σου.

Φεγγάρι ολόγιομο η ζωή μου

Και γέρνω πάνω στο λιγνό κορμάκι σου

Τα κρύα βράδια με τους δολοφόνους ίσκιους

Χωρίς φορτία μοναξιάς

Χωρίς απόγνωση.

 

 

ΑΡΙΣΤΙΟΝΟΣ ΚΑΤΑΣΤΙΧΑΤΟΡΟΥ ΑΠΟΡΙΑΙ

Λοιπόν τι φταίει που ξοδεύτηκα

Σε καθημερινές επαναστάσεις δίχως παντιέρα

Δίχως σκοπό. Τι φταίει που κι η θάλασσα

Δε φάνηκε σε μια καμπή του ταξιδιού

—Άσε, μη λογαριάζεις το καράβι—

Κι όλες οι πόλεις που συνάντησα ερείπια

—Φάρσαλος, Κιέριον και Ομόλιον

Τι φταίει που σήπομαι με μιαν ελπίδα άνθισης

Με μιαν ελπίδα λευτεριάς δίχως κρανία

Ραβδιά και κνούτα και σχεδιασμούς απόδρασης.

Τι φταίει που κι ο θάνατος

Με βρίσκει τώρα να προσμένω ΑΚΟΜΗ

Το Μέγα Φως να φέξει τα δρομάκια της ζωής μου.

 

Μα δε λυπάμαι, αλήθεια. Και να δούμε εσείς

Οι ρήτορες κι οι τουβλοκαταθέτες

Του Άγιου της Λησμονιάς τι τάμα θα του πάτε...

 

 

ΧΥΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Χρόνια χυμένα σα μολύβι στη φωτιά

Στιγμές του τρόμου που μαζί τις ζήσατε

Κρατώντας την ανάσα στο σκοτάδι—

 

Εξω κραυγές κυνηγημένων, άρματα

Λοχαγοί «προστάτες» της πατρίδας

Ριπές που τις αρνιόσουνα, μάσκες θανάτου.

 

Χρόνια μετά στις επετείους, νάσου εσύ

Να σέρνεις το κορμί σου που δεν άντεξε

Μ' ένα πλακάτ στο σβέρκο περασμένο—

 

Κι αυτός ντυμένος μπάτσος, όμορφος όσο ποτέ

Άγιος ευνούχος, εραστής της τάξης και της ευνομίας

 

Κρυμμένος πίσω απ' τη διάφανη ασπίδα, έτοιμος

Να τσακίσει τα φαντάσματα της μνήμης του—

 

Μπρος του διαβαίνουν κλαίγοντας, κραυγάζοντας

Σωπαίνοντας όπως εσύ

Που τον κοιτάς περήφανα στα μάτια.

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 27, σελ. 29).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ