Φώντας Λάδης – Ανατομία ενός εγκλήματος

 

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΝΙΚΟ ΣΕΦΕΡΛΗ;

Ποιος σκότωσε το Νίκο Σεφερλή

υπάλληλο σε ξένη εταιρία

κανείς δεν έχει κάτι να μας πει

για τούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ανάσκελα, κοντά στην αμμουδιά,

σε στάση που θαρρούσες πως κοιμόταν,

τον βρήκε ένα τσούρμο από παιδιά,

καθώς ο ήλιος πέρα βυθιζόταν.

 

Ποιος σκότωσε το Νίκο Σεφερλή;

Τι λόγους είχε τάχα να το κάνει;

Τι έφταιγε το θύμα και γιατί,

γραμμένο ήταν έτσι να πεθάνει;

 

Την ώρα που τον βρήκανε νεκρό,

στο βάθος αρμένιζαν δυο καΐκια,

ενώ τ' αγέρι, τρέχοντας κι αυτό,

κουνούσε μπρος στα μάτια του δυο φύκια.

 

Ποιος σκότωσε το Νίκο Σεφερλή;

Σκοτάδι την υπόθεση τυλίγει.

Με τη δεξιά παλάμη του κλειστή,

τι άραγε κρατά να μην του φύγει;

 

Και τι με τ' άλλο χέρι τ' ανοιχτό

και με το δάχτυλο του τεντωμένο,

μας δείχνει πέρα κει στον ουρανό,

ανάμεσα στις στέγες ξεχασμένο;

 

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΣΥ ΒΡΕ ΜΑΣΚΑΡΑ

Μέσα στα μπαρ και τους καπνούς

ο αστυνόμος τριγυρίζει

σε κάποιον ταξιδεύει ο νους

πίνει το ουίσκι του και βρίζει

 

Παίρνει χαρτί, παίρνει στυλό,

φτιάχνει ανθρωπάκια και δε σώνει

φτιάχνει και κάποιον ξαπλωτό

και μονομιάς ξαναθυμώνει.

 

—Ποιος είσαι συ, βρε μασκαρά...

που τίναξες τα πέταλά σου;

γιατί δε ρώτησες κι εμάς,

πριν μας αφήσεις άθελα σου;

 

«Σήκω απ' το χώμα να μας πεις

του θάνατού σου την αιτία

της τελειωμένης σου ζωής

τραγούδα μας την ιστορία.

 

Και κοίτα ψέματα μην πεις

έχω κοινό μυαλό και κρίνω,

θα σε ξεθάψω, τι θαρρείς

κι αλύπητα θα σ' ανακρίνω».

 


ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΑΠΡΑΓΕΣ ΠΕΡΝΟΥΝ

Οι μέρες άπραγες περνούν

κι εσύ γυρεύεις τα στοιχεία

να κάνεις την ανατομία

ενός εγκλήματος φριχτού.

 

Όμως στου τρένου τις γραμμές

χάνοντ' απότομα τα ίχνη

και ξημερώματα σου δείχνει

της εκκλησιάς το εκκρεμές.

 

Οι μέρες άπραγες περνούν

μα συ, με σιδερένιο βήμα,

ακολουθείς σκυφτός το νήμα

ενός μυαλού σατανικού.

 

Μέσ' απ' τα μαύρα σου γυαλιά

ψάχνεις το δίχτυ της αράχνης,

το κολτ στην τσέπη σου αδράχνεις,

και προχωρείς, χωρίς μιλιά.

 

Οι μέρες άπραγες περνούν,

η χλόη σκέπασε το μνήμα,

μα κει που βρέθηκε το θύμα

κάποιες σκιές ξαναγυρνούν.

 

Η νύχτα χάνεται ξανά.

Μπρος στη ρεκλάμα ψιλοβρέχει.

Μια γάτα μες στους δρόμους τρέχει

ίδια ψυχή του σατανά.

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 22, σελ. 78).

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ