Μαρία Λάζου – Θάνατόν τε

 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Γέρνει λιγάκι ο ώμος σου

απ' το βάρος.

Ανεπαίσθητα.

Σκύβεις ελάχιστα

στη δεξιά μεριά

να ισορροπήσεις

αλλά δεν πέφτεις.

Κυκλοφορείς το θάνατο

που στέκει πάνω σου ελαφριά

σαν σκόνη.

 

 

ΠΟΣΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

Πόσος τρόμος ξεπηδάει

απ' τ' ανοιχτά φύλλα της ντουλάπας.

Τα ρούχα, κρεμασμένα

μυρίζουν λίγο ιδρώτα και καπνό.

Έχουν λεκέδες φανερούς ή αδιόρατους.

Συνδυασμοί χρωμάτων

ημερών που ράφτηκαν

στιγμών που φορεθήκαν.

 

Αυτά τα ρούχα στην ντουλάπα

με απειλούν τις νύχτες

τόσο πολύ με την ακινησία τους

σάμπως να κρέμεται η ζωή μου

σ' όλες τις κρεμάστρες.

 

 

ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ

Ποια έπη διηγούνται

αυτά τα πρόσωπα

πρόσωπα εικοσάρηδων φαντάρων

στη βόλτα τους απάνω κάτω

από τη χωροφυλακή ως το ρολόι.


Θα πεθάνουνε όλοι ηρωικά

—ως τον τελευταίο —

σε κάποιο μαγαζί με γιαννιώτικες μπουγάτσες

ώρα οκτώμιση το βράδυ

μέρα εξόδου.

 

 

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ

ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ;

Με τόσο πόνο γράφονται λοιπόν

τα ποιήματα;

Η γυναίκα που άπλωνε τα ρούχα

στην ταράτσα,

ανάμεσα από ης κεραίες

χάθηκε.

Μείνανε μόνο λίγα μανταλάκια.

Τα σεντόνια της

—ποιος ξέρει τώρα —

σε ποια μπαούλα μέσα να στοιβάχτηκαν

σε ποια συρτάρια μέσα να κούρνιασαν.

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 20, σελ. 33).

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ