Μάκης Λουκάτος – Καρπός της οργής

 

Ω μαρτύριο αργό

λύχνε ετοιμοθάνατε

σκουριά και σαπίλα

ω αναφυλλητό

βλέμμα αποκρουστικό της τρέλας

σήραγγα σκοτεινή

βήμα τυφλό

δέντρο ξεριζωμένο

ω μαρτύριο αργό

κραυγή κάθετης σιωπής

λόγε ακρωτηριασμένε

σβησμένο κάρβουνο

ω μαρτύριο αργό

η εξουσία σου που συντηρεί

το φόβο των χειλιών

θα γεννήσει τα βέλη

τα καρφιά και τα στόμια.

 

            *

 

Είναι ευτυχία

των ψαράδων τ' αλάτι

το σκονισμένο πέλμα

π' ανασαίνει τη γεωγραφία των δρόμων

είναι ευτυχία το χέρι

που τιθασεύει τ' αγριεμένο άλογο

το φιλί που πυρώνει τα χείλη

του πολεμικού μετάλλου

Κάτω απ' το πέτρινο φίδι των βουνών

απλώνεται η τρικυμισμένη θάλασσα

του σπόρου

ακούγεται η φωνή του χιονιού

στις πανάρχαιες κοίτες

Ω βράχοι

δαγκωμένοι απ' τον κεραυνό

δέντρα κεντημένα από ακόντια

ω όστρια μαντατοφόρα

ευλογία τον διαιρεμένου πηλού

είναι ευτυχία

που ακούω την καρδιά της φωνής σας

τις ουρανομήκεις κραυγές

της αυτοκρατορικής ρομφαίας σας

Ω ποτάμι

στόμα και κρύπτη των κυνηγημένων

φλέβα αρτηριακή

πουλί της ομίχλης

κυνηγημένο από τυραννικά βέλη

έρωτα πορφυρέ των κολασμένων

είναι ευτυχία

που ανεμίζω το τσεκούρι

μπρος στο γείσο των εισβολέων

είναι ευτυχία

που αρνιέμαι την αιχμαλωσία

και την έρημη γραμμή

των παγωμένων δρόμων

 

            *

 

Εϊ εσείς

σπορείς του υπερπόντιου πόνου

τάφοι λευκοί

ο δρόμος μας ξέχασε

τα διαζευκτικά του φόβου

κι άλλο δρόμο δεν ξέρει

έξω απ' το ξέφρενο πέταλο

όπου καταλύει τις φρουρές

Τρέμει η γη σαν φύλλο

πέτρες βουβές

στηθοκοπούν τη νύχτα

λάβα ηφαιστειακή καλπάζει

Εϊ εσείς

απορείς του υπερπόντιου πόνου

τάφοι λευκοί·

ο δρόμος μας ξέχασε τα διαζευκτικό του φόβου

κι άλλο δρόμο δεν ξέρει

 

            *

 

Ποτάμι, ποτάμι

ποιοι άνεμοι εκκολάπτουν

τον καρπό της οργής σου

γοργόφτερο ποτάμι

δέντρο ανθισμένο με πέταλα αφρού

με ρίζα γιγαντωμένη

απ' τα μαλλιά του μαύρου σύννεφου

με πηγές από πρωινά ντουφεκισμένα

ποτάμι

με τη φωτιά και τ' ατσάλι της λάβας

εσύ που όλα τα πρόλαβες

εσύ που όλα τα είδες

εσύ που όλα τα ξέρεις

πάρε την καρδιά μου

πάρε το σπόρο της φωνής μου

ταξίδεψέ τον στα πέλαγα

εκεί που οι ναύτες

κωπηλατούν κουρασμένοι

στων βράχων τα περάσματα

γοργόφτερο ποτάμι

πληγή σιωπηλή που αιμορραγείς

το φως των οριζόντων

ποιοι άνεμοι εκκολάπτουν

τον καρπό της οργής σου.

 

            *

 

Με το νόμιμο δικαίωμα

απέναντι στη βία

που εδραιώνει τη νύχτα

ξεσκίζω των βουβών σειρητιών σας

τα σκοτάδια

Με το νόμιμο δικαίωμα των ανθρώπων

που αρνιούνται τη σιωπή

και το θάνατο

που ρίζες νερού

σπέρνουν στ' ανήσυχο βήμα τους

με το νόμιμο δικαίωμα των ανθρώπων

που τυραννιώνται κι εξευτελίζονται

προτάσσω τη βία στη βία.

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 33-34, σελ. 50).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ