Φίλιππος Μαυρογιώργης – Μπαλάντα της λευτεριάς

 

Απ' τις καλύβες και τις φτωχογειτονιές

από τις φάμπρικες, από τις γαλαρίες

απ' τα μπουντρούμια και τις εξορίες

τα τρία γράμματα,

τρεις ήλιοι της πατρίδας μας

φωτίσανε τη νύχτα μας:

ΕΑΜ

Ουράνιο τόξο λάμπει μες στην καταιγίδα,

το αίμα, το αίμα μας πάλι

γεμίζει τ' αυλάκι,

που ξεκινάει από το Μαραθώνα.

Ελάτε τώρα,

να μεταλάβουμε απ' το κρασί της λευτεριάς μας

κι ύστερα, ο τύραννος θα νιώσει

σαν φωτιά πυρωμένο το χώμα

να του καίει τα βέβηλά του ποδάρια.

Στη χώρα που αρματώθηκε με τ' άρματά του.

Στη χώρα που αρματώθηκε,

πια να ξεχάσεις, τον ύπνο,

ξένε οχτρέ.

Κι ούτε θα βρεις του γυρισμού το δρόμο.

Εδώ, είν' της Λευτεριάς οι δράκοι

που δεν χαρίζονται ποτές τους στους τυράννους.

Στο καμίνι τ' αγώνα

η ψυχή μας γεμίζει μ' οράματα

κι έτσι, η θέλησή μας μπορεί,

να κινήσει βουνά,

να κάνει και θάματα.

Το καμίνι τ' αγώνα

την καρδιά μας τη χύνει

ο' ατσάλι στιλπνό,

να, ξαστράφτει στον ήλιο,

δίχως λέρα, καθάρια, πανέτοιμη

να ριχτεί, να δοθεί στον αγώνα.

Ω μεγάλε καιρέ της ανάτασης

που παλεύουν στ' αλώνια θεριά

του θανάτου θεριά τα νικούν

τα θεριά της Αντίστασης.

Του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, του ΕΛΑΣ

που σαν φάροι οδηγούν τον αγώνα

στα μισά του αιώνα

μια Γενιά, η Γενιά της Αντίστασης

η Γενιά του ΕΑΜ,

ανεβαίνει στο φως

ανεβαίνει στα βάθρα να γένει

η Γενιά της Ανάστασης.

Το χωνί της φωνής του ΕΑΜ γιγαντώνει

ν' ακουστεί στης Ελλάδας τα πέρατα

των τυράννων να κόψει τον ύπνο.

Το χωνί, τη φωνή-θέλησή μας ενώνει

στη φωνή των Λαών. Λευτεριά.

Τώρα οι νύχτες μας λεύτερες

στη φοβέρα απαντούν με φοβέρα

που αχός, ιαχές, κύκλοι παν στον αγέρα

κι ανταμώνουν στη δόξα ψηλό

οι γειτονιές, της Αθήνας τα κάστρα,

οι μεγάλες στιγμές.

Το νέο Μπιζάνι, Δουργούτι, Υμηττός,

Καισαριανή, Κοκκινιά, Καλλιθέα.

Ποιος την Άνοιξη πάει

για Λευτεριά ως το θάνατο;

Οι διακόσιοι της πρώτης του Μάη,

ο Σουκατζίδης, που δεν δέχτηκε

απ' τον εχθρό σαν δώρο τη ζωή του.

Η Ηλέκτρα,

που βάδιζε στο θάνατο

με τ' όνομα Ελληνίδα.

Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ,

μας έγραψε σ' ένα μικρό βιβλίο

ως με μια καρδιά,

σε βάρος, σε σοφία, σε δυναμισμό,

ο τιμημένος δάσκαλός μας ο Γληνός.

Και τώρα που τ' αναλογιέμαι

δάσκαλε σοφέ κι αγαπημένε

αυτό τ' αψήφιστο βιβλίο,

του ηρωικού μας κόμματος η σκέψη — ,

ήτανε κάτι σαν μπουρλότο του Κανάρη

στη νύχτα της σκλαβιάς χωρίς φεγγάρι.

Μπούσουλας έγινε σ' εμάς

και στο μεγάλο πρωτοκαπετάνιο μας

τον Άρη,

ν' ανάψουμε απ' άκρη σ' άκρη στην Ελλάδα,

τη θέληση γι' αγώνα, για τη νίκη.

Τη νίκη που κερδίσαμε απ' εχθρούς

και χάσαμε από «φίλους».

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 35, σελ. 37).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ