Παντελής Μηχανικός – Το βάθος του κόσμου

 

ΓΡΑΜΜΑ

Αγαπητή μου μητέρα

 

Η αγάπη σου,

σε πληροφορώ

μου δυσκολεύει τη ζωή.

Εδώ πέρα δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

Περπατώ στους δρόμους

με την ύπαρξή μου γραμμένη κάτω απ' τα

παπούτσια μου

που τη ζουλεί το κάθε μου πάτημα.

Καμιά φορά βγάζουμε το παπούτσι μας

και το πετάμε στον αέρα,

γιατί είναι ανάγκη να παίξουμε.

Κάποια μέρα μπορεί να το χάσω μέσα σ' αυτή την οχλοβοή

μαζί με ό,τι έχει γραμμένο από κάτω.

 

Εσύ μου είπες να μην τα κάνω όλ' αυτά.

Μα ακριβώς σου γράφω για να σε πληρο­φορήσω πως δε γίνεται διαφορετικά.

Δεν μπορώ να σ' ευχαριστήσω.

Η αγάπη σου με τραβά από τα μαλλιά, όταν εγώ

μάχομαι ολάκερος,

μ' αποσπά δυνάμεις,

αυτή την κρίσιμη στιγμή,

που μόνο με μαντίλια βρεμένα στο αίμα

προσπαθούμε να δροσίσουμε το μέτωπο

των ζαλισμένων μας πεποιθήσεων.

 

ΤΙ ΜΑΣ ΕΦΕΡΕ Ο ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ

Τα πλούτη ήτανε κλουβί.

Ητανε μια μικρή γυάλινη σφαίρα όπου

κλείσαμε την ψυχή μας.

Μικρός ουρανός, τεχνητός.

Ημίγυμνες γυναίκες μ' αραχνοΰφαντα,

καπνοί

ώσπου είχαμε λεφτά

βρίσκαμε διαρκώς ασχολίες, διασκεδάσεις,

μες στη γυάλινη μικρή σφαίρα.

Πως τα δέσαμε τα μάτια μας,

πράγμα που δεν ήτανε ποτέ του γούστου μας.

Γιατί ο Βικέντιος Βαν Γκογκ,

γιατί αναζήτησε τα δυστυχισμένα πρόσωπα, τ' αυλακωμένα,

γιατί ζωγράφισε τους καρβουνοβαμμένους ανθρακωρύχους

και τα θλιμμένα παλιοπάπουτσα με τις ρυτί­δες,

που τα φορούσε ο μόχτος τόσα χρόνια,

που τα ξεχαρβάλωσε η ανάγωγη γης

χαϊδεύοντάς τα με πέτρες και με χώματα

τόσα χρόνια, τόσα χρόνια.

 

Ο Βικέντιος

μας κουβάλησε απ' τ' ανθρακωρυχεία τουΜπορινάζ

έναν κασμά,

να θραύσουμε τη μικρή γυάλινη σφαίρα.

 

 

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Αυτή με τραβούσε απ' τα μαλλιά.

 

Εσείς δεθήκατε

πέτρες στο λαιμό μου.

 

Μα που θα με πάτε

που θα με βυθίσετε. - Ο βυθός

του πόνου

 

ο βυθός της δικής μου θάλασσας

 

είναι γιομάτος μαργαριτάρια

και πολύτιμες πέτρες.

 

 

ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ

Στο παλιό μου σπίτι

απλώνουνταν μπροστά μου η θάλασσα

πνοή ασυδοσίας στα στήθια μου

ξεφυλλίζοντας ονειροκρίτες.

 

Τώρα

σκληρά βουνά

κόβουνε την όραση

όνειρα περικυκλωμένα.

 

Το άλογο

χλιμιντράει ξανά

οπλή και φλόγα.

 

Καβαλάρης

απάνω στις βουνοκορφές

αντηλιά στην απαλάμη

γυρεύει την ίδια τη θάλασσα

-δεν μπορώ να ζήσω

χωρίς πέντε καράβια στις ακτές μου

πανέτοιμα κι αστραφτερά.

 

 

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΙΜΑΧΟ

Και ποιος ήτανε τόσο λεβέντης

όπως τον Ριμαχό

που έσκυψε και φίλησε το χώμα

απ 'όπου διάβηκε η αγαπημένη του

κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη

κι οι άλλοι τον είπανε βλάκα

κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώ­μα

ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

 

Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.

Γεμάτα χαρά.

 

Ποιος ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό

Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν

για να υπερασπίσει το χώμα απ 'όπου διάβηκε η αγάπη του.

 

Ποιος είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό

ποιος έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό

να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 158-159)

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ