Έλλη Παιονίδου – Εγώ έχω την ποίηση

 

 

ΤΟ ΓΗΙΝΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Το γήινο σώμα σου, ποιητή,

είναι μονάχα μονοπάτι

για να πορεύεται η ποίηση ανενόχλητη

από τη σκέψη στη γραφή

κι απ' τη γραφή στη σκέψη.

Αδιάβατο θα γίνει αν το φορτώσεις με ζιζά­νια

κι αν πάλι το γυαλίσεις σαν παγόβουνο,

γλιστράει εκείνη και σου φεύγει.

Άστο, φρεσκοσκαμμένο χώμα να βυθίζον­ται τα πόδια της

να ευφραίνεται η όσφρησή της χωνεμένη κοπριά,

υγρό προζύμι και χλιαρό, έτοιμο να φου­σκώσει

και στις προσκλήσεις σου μην είσαι φορτι­κός.

Εκείνη ξέρει. Θα σ' επισκεφτεί

σε ώρα που δεν την περιμένεις

 

Το γήινο σώμα σου, ποιητή, σαν το διαλέ­ξει Εκείνη

θα είναι ευλογημένο.

 

 

ΕΓΩ ΕΧΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Λοιπόν, να 'μαι, ανάμεσα στους στοχα­σμούς σου

εικοσάχρονε Λουί Αραγκόν

(θα μπορούσες να ήσουν και γιος μου)

και στους ψιθύρους του αιώνιου νερού.

Μου τους αποκρυπτογραφεί

κάθε μέρα τ' αηδόνι στις πέντε.

Αργά είναι, ή μήπως νωρίς.

Τα δέντρα ένα κέντημα, κι η λίμνη του Μπλέντ

ξενυχτά τις χαμένες πριγκίπισσες.

Λες και φύτρωσε ο βράχος μονάχα

για τις απελπισμένες αγάπες.

Θα βαδίσω ξυπόλυτη. Από τις πληγωμένες

    μου φτέρνες

σιωπηλά θα εισχωρήσει κι αδίσταχτα

ο τέτανος της λογικής.

Στα κλαδιά θα κυλήσει και στα παρακλάδια

    των νεύρων.

Κάθε πόρο επαφής με τα έξω θα κλείσει.

Εκ των έσω λοιπόν έσσεται η καταδίκη.

 

Μα θα με θυμηθείς με τη μέθη μου

όταν πίνεις χωρίς να μεθάς.

Θα με θυμηθείς με τα τέσσερα χέρια μου

ολάνοιχτα, να κρατήσουν τον ήλιο.

Φεύγεις, δίχως να ξέρεις πως έρχεσαι

μάταια και χωρίς συνενόχους

να ριχτείς απ' το βράχο στον κρύο βυθό

δίπλα σε σκελετούς δεινοσαύρων

που γίνανε λάσπη, τι κρίμα,

σε σκιές μυθικές που τρομάζουν μονάχες.

Εγώ έχω την ποίηση.

Με τραβά στην ποδιά της και με νανουρίζει.

Κι η λίμνη θα κλείσει την άνοιξη κάτω απ'

    τους πάγους

γνωρίζοντας πως μια ξανθιά Δεισδαιμόνα

θα κτυπήσει και πάλι.

Γι' αυτό μην αργείς. Τ' αθάνατα και τα μη

    με λησμόνει

δεν κρατάνε παρά ένα στεναγμό κλεμμένο από κάτι ηλίθια  «πρέπει» και

    «θα» και «λυπάμαι».

Ό,τι είναι να γίνει να γίνει. Τέρμα τώρα στα

    μπλε

και λευκά περιστέρια.

Η πατρίδα μου αιμάσσει - υπόγεια πληγή.

Κάποτε θα εκτιναχθεί οργισμένο το αίμα

    στα ουράνια

κι εμείς όλοι μαζί του, στα ουράνια ή στην

    κόλαση.

Δεν βιάζεται η νύχτα. Όλα το ίδιο κι αύριο

ίσως πιο λίγο φως (η Αγία Σοφία φέρνει,

    λένε βροχή)

Ίσως πάλι ένας θάνατος την ταράξει για

    λίγο, μα η λίμνη

θα βρει τη γαλήνη. Κι εσύ, με τις

    απο­σκευές σου

γεμάτες λεπτή πορσελάνη που λιώνει

μ' ένα χάδι στη χούφτα σου.

Καληνύχτα. Η νύχτα

πιότερο είναι γενναία. Και περήφανη.

Κοιτά πάντα στην Ανατολή.

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ Σ’ «ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟ»

Ήρθε το μήνυμά σου,

χούφτα γεμάτη καλαμπόκι για τα περιστέρια

κόρφος της μάνας, μάγουλο κόρης

με ροδόνερο πλυμένο.

Ανθός κορομηλιάς σε υγρή βραδιά.

Τ' ακούμπησα δίπλα στο προσκεφάλι μου

κι ορμήσανε μελίσσια μες στον ύπνο μου

Είπες: Ήλιος, νερό και λιόδεντρα η σημαία μας

χαλί να παίζουν τα παιδιά μας

πανί για καλοτάξιδα καράβια.

 

Ήρθε στην ώρα του το μήνυμα σου.

Κράτα γερά στο πόστο, παλικάρι

Η εδώ μεριά αφουγκράζεται τους στίχους σου

Ουράνιο τόξο πάνω από τους λύκους.

Κράτα γερά για να κρατήσουμε.

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ