Δημήτρης Παυλόπουλος – Καταγραφή ποιήσεως

 

Άρχισε απ' την περιγραφή του οικείου, γι' αυτόν, χώρου. Προχώρησε, ψηλαφών­τας με τις δυο δεσμίδες κλειδιά, της απο­θήκης και του αυτοκινήτου, τα ματόκλαδα και πιο κάτω τις δυο τρύπες που συναποτελούν με μια μικρή επιφύλαξη, τη μύτη του (Αλλοτε η φιλενάδα του έλεγε: «μου χρωστάει η μύτη σου την όσφρησή σου!»). Δεν τόλμησε άλλο. Χτύπησε δώδεκα η ώρα και τα φαντάσματα της οδού... έκρωξαν και τον ετρόμαξαν.

 

Ορκίστηκε από τότε να μην ξαναζήσει μόνος, έστω και με πληρωμένη παρέα. Ύστερα πήγε στην κουζίνα και σκότωσε οποιαδήποτε μύγα ήταν στο τζάμι (τον καιρό που ήτανε με τη φιλενάδα του της έλεγε: «μου θυμίζεις τις μύγες που πετάνε γύρω απ' το κεφάλι μου. Στην ουσία δε μου ζητάνε τίποτα. Έτσι και συ.) Γύρισε κατάκοπος και σκέφτηκε τα εξής: «Εκείνο το μεσημέρι οι γυναίκες της συνοικίας γε­λούσαν για πολλές ώρες. Το ένα τους πρόσωπο χλωμό, λειψό κρεμόταν απ' τα όργανα ενός πελώριου γραμμόφωνου· έ­να μικρό κορίτσι προοριζόταν για αξιοσέ­βαστη ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι».

 

Εγώ... εγώ μετρούσα τον αριθμό των κε­φαλών. Να γιατί τώρα αναρωτιέμαι: «Υ­πήρξε ποτέ ευτυχής ποιητής;»

Και τότε ήταν που άνοιξαν οι ουρανοί και έβρεχε για ώρα πολύ. Κι ο καιρός ακόμα, κρυμμένος στα παιδικά μάτια, πα­ράμερα μας παρατηρεί και συμφωνεί με μας. Ήτανε τ' αγάλματα που μας έκαναν να βλέπουμε ή εμείς δανειστήκαμε το σώμα τους για να πάρουμε ψυχή μέσα μας;

«Δεχθείτε τα συγχαρητήριά μου» είπε ο καθηγητής, θυμάμαι, στη μάνα μου.

«Ο γιος σας έχει ποιητική φλέβα» έκανε ο γιατρός, διαγιγνώσκων την ασθένειαν.

Από τότε στις φλέβες μου, που γίνανε έγχρωμες, βλέπουνε την αλήθεια, σα σε τηλεόραση, δυο μάτια πέρα απ' τα σύνο­ρα, πέρα απ' τις μετάνοιες και τα όχι.

Μια απ' τις ασπαίρουσες μύγες, γλεί­φοντας μια σταγόνα έγχρωμη των Ρalsecam, ήχησε και ακούστηκε σε ακατάλη­πτη γλώσσα: «τον γαρ ραψωδόν ερμηνέα δει του ποιητού της διανοίας γίγνεσθαι τοις ακούουσι».

Αλλά πρόφτασα και την αποτελείωσα και τότε πάλι μια φωνή είπε: «κούφον γαρ χρήμα ποιητής εστίν και πτηνόν και ιερόν, και ου πρότερον οιόντε ποιείν πριν αν ένθεός τε γένηται και έκφρων και ο νους μηκέτιεν αυτώ ενή· έως δ' αν τουτί έχη το κτήμα, αδύνατος πας ποιείν άνθρωπός έστιν και χρησμωδείν».

Και η τηλεόραση  - φλέβα των χεριών μου μεταβλήθηκε σε κουνελάκι που μι­λούσε ποιητικά σε θλιμμένους μαθητές κάθε μεγάλη μέρα. Να τι σημαίνει να 'χεις δυο μάτια μόνο και πόσο μπορείς να μιση­θείς ως διαφθορεύς των νέων για ένα κέ­ρασμα!

 

 

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 21, σελ. 31).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ