Θεοδόσης Πιερίδης – Τα κύματα της ιστορίας

 

Αχ, αλήθεια, η θάλασσα ετούτη πώς μυρίζει μουράγιο

πώς μυρίζει ολογέμιστα αμπάρια και πλούσια ξεφορτώματα

και ξένην αρχοντιά που ήρθε μια μέρα κι έμεινε

με τα σκληρά κοντάρια της και με τις μαλακές της υποκλίσεις.

 

Θα' τανε, λέω, γλυκιές πολύ, θα' τανε μεταξένιες

σαν τα πολλά που φέρανε μετάξια τους.

θα' ταν ξανθές κι αστραφτερές σαν τα πολλά χρυσά τους.

Θα' ταν περίσσια ευγένισσες εκείνες οι κυρίες.

Και θα τους άρεσε ο περίπατος απάνω στα τείχη.

 

Εδώ δεν είχαν να νανουρίσουν τη λεπτή τους μελαγχολία

όπως τον καιρό που προσμένανε τον περαστικό τροβαδούρο

πλάι στο ποταμάκι της πατρικής τους Αραγωνίας.

Εδώ είχανε μια μεγάλη θάλασσα που τους κουβαλούσε τα πλούτη

είχαν ένα μεγάλον ουρανό

που έβαζε στο κεφάλι τους ζαφειρένια κορώνα

είχαν ένα φέγγος μεγάλο που μπορούσαν και να νομίσουνε

πως μόλις γεννήθηκε ήρθε οε τούτο τον κόσμο

μόνο και μόνο για να πλαισιώσει τα τριανταφυλλένια τους μηλομάγουλα.

 

Τις βλέπω να σεργιανούνε απάνω στα τείχη

τις Ισαβέλες, τις Καρλότες, τις Ελεονόρες,

που ήρθαν μια μέρα κι έμειναν - κι ήρθε μια μέρα και φύγαν

χωρίς ν' αφήσουν, χωρίς να πάρουνε τίποτα.

 

Μπορεί εκείνες να ξανάδεσαν τον πριγκιπικό τους περίπατο

πλάι στο ποταμάκι της Αραγωνίας

μπορεί να κλωθογύρισαν και πάλι πολυστέναχτες

κάτω απ' τα σκεβρωμένα κλαριά της γενεαλογίας τους

ενώ εδώ εξακολουθούσαν να ζούνε οι πληβείες αφέντρες του τόπου

εξακολουθούσανε να' ρχονται και να φεύγουνε

να ορμούν, να σβήνουνε, να παφλάζουνε.

ένα-ένα τα κύματα της ιστορίας.

 

                                    *

 

Οι ιππότες θα' ταν δυνατοί και σιδερόφρακτοι

όλο αγριωπές ματιές και σπιρούνια και συνωμοσίες.

Ήρθαν μια μέρα κι έμειναν οι Γουίδοι κι οι Ούγοι κι οι Ιβελίνοι

κι οι φοβεροί σενεσκάρδοι κι οι αγέρωχοι βισκούντηδες

ήρθαν μια μέρα κι έμειναν· ήρθε μια μέρα και φύγαν

κι αφήσαν πίσω τους αίμα πολύ κυπρέων περπιριάρηδων

ν' αχνίζει απάνω στο χώμα

αφήσαν μυριάδες καλύβια ριζωμένα όξω απ' τα κάστρα τους

για να λένε ποιος είναι ο πληβείος αφέντης του τόπου,

αφήσαν της ιστορίας τα κύματα να ορμούν ένα ένα,

να σβήνουνε, να παφλάζουνε,

να'ρχονται και να φεύγουνε ως εφύγαν εκείνοι.

 

(Α, όχι, αφήσαν και λίγη καρδιά, λίγη μνήμη

λουλουδιασμένη, γιατί ήταν άνθρωποι κι ας θέλαν να μην είναι παρά ιππότες,

κι ας σκάψαν χάντακα βαθύν ανάμεσα στα καλύβια μας και στα κάστρα τους.

Εμείς περάσαμε - εμείς τους πήραμε την όμορφη Λαλεμά

και τήνε κάναμε κυπρέα Αροδαφνούσα).

 

                                    *

 

Κι απέ σεργιανήσαν απάνω στα τείχη

οι πατρίκιοι κι οι κόρες της γαληνότατης παντοκρατόρισσας

που ήρθαν μια μέρα κι έμειναν - κι ήρθε μια μέρα και φύγαν

μα αφήσαν πίσω τους ένα κομμάτι αθάνατης ανθρωπιάς.

 

(Δε μας το πρόσφεραν οι δόγες και οι τόγες τους

του τραγουδιού ο παντοκράτορας το χάρισε στους ανθρώπους.

Αυτός επήρε ένα μεγάλο διαμάντι

αυτός το σμίλεψε σε σχήμα καθρέφτη, το λαμποκόπησε,

αυτός, πρι φύγει, τ' άφησε πίσω του για να μένει παντοτινά

και να περνούν οι ανθρώποι οι διαβατάρηδες

να γνωρίζουν το πρόσωπό τους).

 

Κι εγώ τώρα μπορώ       

σαν κάνω τον περίπατό μου απάνω στα τείχη

ν' ακούω τριγύρω μου τα βήματα της Δεισδαιμόνας

μπορώ να βλέπω πώς μορφάζει μια σκουροπρόσωπη αγάπη

σαν τη δαγκώσει ο τρόμος πώς της παίρνουνε την αγάπη της

μπορώ να ξέρω πώς μας ξεσκίζει η δράκαινα με τα κίτρινα μάτια

σαν τη ρίξει ο Ιάγος απάνω μας

μπορώ, γυμνή, να λούζω την ψυχή μου

στα πανανθρώπινα και στα παντοτινά

πέρα από κείνους που ήρθανε και μείνανε και φύγαν.

 

Κι εξακολουθούσανε να 'ρχονται και να φεύγουνε

να ορμούν, να σβήνουνε, να παφλάζουνε,

ένα-ένα τα κύματα της ιστορίας.

 

                                    *

 

Κι οι γαλέρες οργώσαν ετούτα τα νερά

φορτωμένες τα φράγκικα σκούδα, τα φλουριά τα βενέτικα,

κι οι ελιές εδίνανε το λάδι τους, τ' αμπέλια το κρασί τους,

κι οι ξωμάχοι δίνανε τη ζωή τους στάλα τη στάλα, σαν κρασί, σα λάδι,

κι οι ντόπιοι πετράδες δίνανε σχήμα στην πέτρα - οι ξένοι οικοδόμοι

δίνανε σχήμα στην υπεροψία και στα πλούτη τους

κι η αγωνία των ανθρώπων ξόμπλιαζε το πρόσωπο

του θεού της

με μια μεγάλη καθεδράλα και τρακόσες εξηντατέσσερις εκκλησιές

κι οι πολέμαρχοι στήνανε πύργο στον πύργο

οι καραβάδες σκαρώναν καράβια - οι εμπόροι

μαζεύανε βιός - το κάστρο μάζευε δόξα...

 

όσο που ακούστη αχός πολύς και βρόντηξε το σίδερο

απάνω στο σίδερο, απάνω στην πέτρα,

κι οι κραυγές εκλαγκάζαν κι αυτές, δαγκωνόταν κι αυτές στον αγέρα σα σπάθες

κι η φωτιά μασουλούσε παλάτια, κορμιά και πλεούμενα

και το μαχαίρι ενού θεού που φρέσκος είχε ξεμπαρκάρει

δάγκωνε αμέτρητα λαιμά - κι ο Βραγαδίνος έφυγε

για να κλειστεί στης Ιστορίας τα πετρώματα

αντάμα με την πίστη του και την παλικαριά του.

 

Και δεν έμειναν πλέον καμαροπερπατούσες κυράδες κι ωριοπλόκαμες ταμιτζέλες

να σεργιανούν απάνω στα τείχη

παρά γιόμισε ο κόσμος μαργιόλικα χανουμάκια που αγνοούσαν τη θάλασσα

και ξέρανε μόνο, με ματιά αρπακτική, να ξεγυμνώνουνε τους διαβάτες

ταμπουρωμένα πίσω απ' τα καφασωτά τους παράθυρα.

 

Ήρθαν οι μουχασίληδες, οι μουχασεπετζήδες

με τη μουντή τους την ψυχή, με τη θολή καρδιά τους,

ήρθαν οι μουεζίνηδες με την κοιμίστρα τους φωνή

και με την αφιονίστρα τους τη Μοίρα,

ήρθαν αιώνες που περπατούσαν οκνά

σα βόδια που τσαλαπατούν ό,τι βρούνε στο διάβα τους,

ήρθανε χρόνια που ξετυλίγαν τα δακτυλίδια τους

απάνω σε τούτα τα κοιμάμενα τείχη

σα νωθρός αμανές, που δε βιάζεται

να πει τον πόνο του τον πολύ και τη λίγη χαρά του.

 

Ήρθανε κάτι σπαθιά λυγισμένα σα μισοφέγγαρα

ήρθανε κάτι μισοφέγγαρα ακονισμένα σα σπαθιά

ήρθανε τρόμοι, ήρθαν θυμοί, ήρθαν παλέματα, αίματα,

μα πάλι ανθίσανε οι ανθοί, μα πάλι αστράψανε

τα πανανθρώπινα και τα παντοτινά.

Ο Χριστοφής αγάπησε την Εμινέ - τους σφάξανε,

τους θάψανε στην κρύα γη - μα ξάφνου από το μνήμα τους

βαθύ τραγούδι αρχίνησε ν' αφρολογά σα βρύση

κι η κόρη εγίνη λεμονιά κι ο παίδιος κυπαρίσσι.

 

                                    *

 

Κι ύστερα ήρθαν... -μα ας μην τους βάλουμε σε τούτο το τραγούδι!

Τους βάλαμε αλλού αυτούς που ήρθαν και μείνανε κι ακόμα δε φύγαν

αυτούς που όταν φύγουν δε θ' αφήσουνε πίσω τους

ούτε μια μνήμη, ούτε ένα ψήγμα καρδιάς,

και τι άλλο ν' αφήσουν πάρεξ μιαν κωμική νοσταλγία

για τα μάλλινα υφάσματα του Μάντσεστερ

και για ένα δεύτερο ξεδοντιασμένο λιονταράκι;

 

Ηρθαν και φύγαν ένα-ένα τα κύματα της ιστορίας

ήρθαν και φύγαν, μα εμείς εμείναμε,

εμείς ο πληβείος αφέντης του τόπου,

εμείς που θα μείνουμε - κι ας έρχονται, ας φεύγουνε,

ας ορμούνε, ας παφλάζουν, ας σβήνουνε,

ένα-ένα τα κύματα της ιστορίας...

 

(Και τώρα κόβω την ονειροπόλησή μου και συλλογίζομαι:

Πώς χώρεσαν και γίνανε τόσα μεγάλα πράματα

απάνω σ' ένα τόσο μικρό αλωνάκι;

Πώς στάθηκε μπορετό να βεβαιώνονται

τόσοι ατσαλένιοι νόμοι της κοινωνιολογίας και της ανθρωπότητας

μέσα σ' ένα τόσο παράμερο εργαστήριο;

 

Μα εγώ δεν ήρθα στη γη για να ψαχουλέψω τις ρίζες

και ν' απαντήσω στα ερωτήματα των ανθών.


Ήρθα για να παραδεχτώ τους ανθούς, πολύ νά τους αγαπήσω,

και ίσως λίγο, σης λίγες ώρες της σχόλης,

στις ώρες που άλλοι φτιάχνουν ποιήματα,

με μια φωνή πολύ παραπεταμένη

την άνθησή τους να τραγουδήσω).

 

                                    *

 

Και φτάνει! Γιατί είναι η Μαρίνα, είναι η θάλασσα.

Κι οι δυο με τραβούν απ' την άκρη του σακακιού

κι οι δυο μου θυμίζουν πως δεν ήρθαμε πάνω στα τείχη της Αμμοχώστου,

για να πούμε μια στρωτήν ιστορία - ήρθαμε για να πούμε τις ιστορίες μας

ήρθαμε ν' αναστήσουμε τα έξι μικρά παιδιά

κι όλο τον Κύκλο το Χρυσό με τους οκτώ του κρίκους.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 160)  

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ