Βικτώρια Θεοδώρου – Τρία ιντερμέδια

 

1

Οι γονείς μου, σαν από κάποια επιταγή, κατέβη­καν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στο ακρογιάλι — Εκεί πίστευαν, ο σπόρος τους θ' αναπτυχθεί καλός και θ' αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.

Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα. —Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ' όνομά μου — και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή. —Ένα μέρος της το κράτησαν για, τα τραγούδια τους — αυτές μου κράτησαν και την ακοή για να με κυβερνούν. Ωστόσο μέσα από δύσβατα όνειρα κι εφιάλτες κατόρθωσα ν' απαλ­λαγώ από το κατσικίσιο μου πόδι και να 'ρθω πίσω στους ανθρώπους. —Αλλά είμαι καταδικα­σμένη ν' ακούω έναν αυλό και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημέ­νων. Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας.

 

2

Κάθισαν νηστικοί από το δρόμο ν' ακούσουν τον Επίτροπο για την πορεία του λαϊκού στρα­τού στις ρίζες—

Εκεί τους βρήκε το πρωί με τις λάμπες καπνι­σμένες γερμένους ο ένας πλάι στον άλλο άντρες και κοπέλες. —Κι εγώ στο διπλανό κοινόβιο με το μακρύ τραπέζι ξαγρύπνησα να ξεχωρίσω δυο σακιά όσπρια όπου ρίχναν ανάκατα σιτάρι, φα­κή, ρεβύθια και φασόλια — ό,τι τους δίναν τα χωριά—

Τότες, κάλεσα στην απελπισιά μου τα καλά μερ­μήγκια που δεν τους χάλασα τη φωλιά στο μο­νοπάτι, να 'ρθουν να με βοηθήσουν. —Μαζί δουλέψαμε ως αργά. Την άλλη μέρα στήσαμε καζάνι κι έγινε φαγί για το λαό που κάθονταν κι άκουγε τους αρχηγούς. —Ωστόσο πήρα την κοφίνα και πήγα στη ρεματιά γιατί δεν είχανε μαν­τίλι μήτε για δυο δάκρυα. Με πλατανόφυλλα τα μούσκεψα και τα 'πλυνα με γάλα της συκιάς. —Δεν έπρεπε να φανεί καπνός μη μας προδώσει. —Στα χαμηλά κλαδιά τ' άπλωσα — λευκά — να μην το πάρουνε σημάδι πως παραδινόμαστε...

 

3

Ωχρή έρημος, άμμος κι αγκάθια. —Στεκόμουν σε ύψωμα κι έβλεπα μακριά. —Ένα μαυράδι εμφανίστηκε σαν πεταμένο ράσο καλογριάς ή σαν πεσμένο μαύρο πουλί. Αλλά κάπως σάλεψε κι άκουσα φωνή: «Είναι η μάνα σου που χάθηκε στη βομβαρδισμένη πόλη και τρέχα να την προ­φτάσεις». Πέταξα με λαχτάρα για να την αγγίξω και να της μιλήσω. —Χρόνια που την αναζητώ — όμως εκείνη σηκώθηκε κι έτρεξε προς την κατεύθυνση μιας όχθης. —Εκεί με βιάση βύθισε το πρόσωπό της.

Αυτή η άρνησή της να με δει μου λόγχισε το στήθος και με ξύπνησε στον οδυνηρό κόσμο της ζωής ενώ εκείνη πνίγηκε στα ρηχά της νεκρικής λίμνης.

Ακόμα μια φορά με απόφυγε και μ' εγκατάλει­ψε. —Αλλά γιατί να την αναζητώ τώρα που είμαι μεγαλύτερή της, αυτάρκης και γερή, που δεν πεινώ, που διαιωνίστηκα με παιδιά και μ' εγγόνια;

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 24, σελ. 31).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ