Σωτήρης Σαράκης – Ούτις

 

 

ΤΟ ΔΕΡΑΣ

Καπετάνιο

το πλένουμε καλά, όπως πρόσταξες

στην πιο όμορφη θάλασσα του κόσμου

κι ύστερα

τ' απλώνουμε σ' αυτόν τον υπέροχο ήλιο

όμως

μη λυπηθείς καπετάνιο

φαίνεται θα 'ναι μαγεμένο

κάθε φορά

την ώρα που κοντεύει να στεγνώσει

(μόλις που πάει να λάμψει το χρυσάφι του)

το αίμα

ενός καινούργιου παιδιού

το ξαναβάφει.

 

 

Η ΤΥΧΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΡΩΜΑ1ΟΥ

ΜΟΝΤΕΓΟΥ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΟΥΛΙΕΤΑΣ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΥ

ΣΤΟ ΓΑΛΑΞΙΑ NGC

ΧΡΟΝΟΥΣ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΕΤΑ

ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΑΣ

Κοιτάχτηκαν καλά στα μάτια

—σίγουρα σ' έχω κάπου ξαναδεί

—κι εγώ, μα δε μπορώ να θυμηθώ

—να δεις τι πεισματάρης είμαι, θα τα καταφέρω

—για μια στιγμή... (μ' ένα χαμόγελο): μια βέβαια,

μην κουράζεσαι, το βρήκα:

συναντηθήκαμε στη γη

θυμάσαι κείνον τον παπά με τα παράξενα βοτάνια;

 

 

ΟΥΤΙΣ

Πολύφημε,

δεν ξέρω αν θα 'χε κάποιο νόημα

να ζητήσω — τώρα! — τη συγνώμη σου

όμως δυο λόγια μου — πικρά —

θα 'θελα να τ' ακούσεις:

Αν ήταν να σε ξαναβρώ στο δρόμο μου

—«έτσι σοφός που έγινα», με τόση πείρα—

μπορεί να σ' άφηνα να μ' εμποδίσεις

—με το μοναδικό σου τρόπο —

να φτάσω στην Ιθάκη μου

 

κι ακόμα

θέλω να ξέρεις πως

εκείνο το «Κανένας»

δεν ήτανε, Πολύφημε, και τόσο ψέμα

τόσα χρόνια — στεριά και θάλασσα — σαν τ' αγρίμια

 

αίμα στο αίμα και κατατρεγμός

από θεούς κι ανθρώπους

ο φόβος, σύντροφος πιστός

πίσω απ' την κάθε κίνησή σου

—όποιος πρόλαβε σκότωσε, όποιος δεν πρόλαβε πεθαίνει—

μπορεί και να μην ήμουν πια

Πολύφημε

Κανένας

όταν έκρινες πως

θα 'πρεπε να 'χω κάποιο όνομα

για να φαγωθώ.

 

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Δεν είναι φώτα, και τριγμοί

είναι η ζωή μου

—κρωγμοί, λυγμοί, στιγμή

τρέχουν οι ρίμες μα θα δείξουμε πυγμή—

είναι η ζωή μου αυτό το θάμπωμα

ψάχνω τα χέρια μου, τις μέρες που περνούν

μέσα σε φώτα και σκοτάδια μουσικές

υπόγεια δίχως μιαν αυγή

ψάχνω τα χέρια μου· το πρόσωπό μου.

Λοιπόν

(τώρα μιλάμε ακόμα πιο σιγά)

ετούτα τα παράξενα σημάδια

που θα μπορούσες, ίσως, φώτα να τα πεις

αλλά μονάχα τις φορές που σβήνουν

είναι η ζωή μου η ίδια σκορπισμένη

σ' όλους μα σ' όλους τους ανέμους

που φύσηξαν πάνω στη γη

απ' τον καιρόν οπού 'γραψε

το πρώτο της μηδενικό

γύρω απ' το φως του ήλιου.

(Εδώ

δε λένε

μήτε

καληνύχτα).

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 22, σελ. 34).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ