Κυριάκος Χαραλαμπίδης – Από τα τείχη της Λευκωσίας

 

ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (2)

 

Αυτή 'ναι η μοίρα των αγνοουμένων

τέκνων της δυστυχούς πατρίδας, να τους βλέπεις

ωσάν σε πανελλήνιους αγώνες πίσω

από τ' άρματα μέρες εννιά και χρόνια εννιά

μες στο Δημόσιο Κήπο, στα κομμένα

δέντρα του Απόλλωνα, στα αίματα λουσμένους

και να κατατροπώνουν την ψυχή τους

σκοτάδια, η ψυχή τους στραγγισμένη

απ' τ' ανελέητο μίσος των αλόγων

κι η μαύρη ράχη του βουνού θλίψη ζωσμένη

κι οι ολόδικοί τους ν' απελευθερώνουν

εικόνες απ' το Σύμπαν — ο νεκρός του είναι

ο Κόσμος όλος, το κλειδί και το θεμέλιο,

το πιο αγαπητερό περπάτημα και διώμα,

το πρόσωπο κι η λάμψη του μες στα λουλούδια,

θέλουν να του φωνάξουν ν' ανεβεί

μαζί τους πάνω στων τειχών τη ντάπια—

πλην δεν ακούει κανείς, όλα είναι μαύρα

ωσάν την πρώτη μέρα της δημιουργίας,

τα σύγνεφα τα γέρικα βαραίνουν

στον ανελέητο χτύπο της καρδιάς.

 

 

ΤΟ ΑΛΟΓΟ, Ο ΑΜΑΞΑΣ ΚΙ ΕΓΩ

Ένα παιδί, περίπου σαν τη Δάφνη,

στο δυο φτεράκια του είχε «Θέλω τον πατέρα μου».

 

Αλλο παιδί κουτσαίνοντας ή σκουντουφλώντας

σε σκαλοπάτι - μάλλον σε λακκούβα –

στη φτέρνα του πατέρα του καλύτερα.

 

Γυναίκες ήρθανε γι' ανταλλαγή δακρύων·

στο μέτωπό τους ίδρωτας σε κόμπους.

 

Ο ουλαμός, ας πούμε την ομάδα,

έφτασε το πρωί από την Ελλάδα

μαζί με πόλεις ξακουστές από τον πέμπτο

αιώνα στο νησί για μια πορεία

εφτά χιλιάδων χρόνων τετρακόσιων

μέτρων χωρίς εμπόδια - προηγείτο

αμάξι των Σωμάτων Ασφαλείας.

 

Σαν ξόδιν έμοιαζε, σαν λογική της μοναξιάς,

εικόνα του Λουΐτζι Πιραντέλο,

που ζήτησε να είναι στην κηδεία του

μονάχα τ' άλογο, ο αμαξάς και αυτός.

 

Ας πούμε πως κι εμείς «παραβρεθήκαμε»

στο πεζοδρόμιο την ώρα που περνούσαν.

Εγώ, η αλήθεια συγκινήθηκα, πλην όμως

ο πλαϊνός μου κύριος χασκογέλασε.

Αμήχανα κι ο τρίτος κοντοστάθηκε-

η περιέργεια λίγη, τι να κάνεις

μια τέτοια φτωχική πορεία...

 

Χάσαμε τον καιρό και τα λεπτά μας.

Καλύτερα λοιπόν που δεν επήγα.

Ποτέ η διαίσθησίς μου δεν με πρόδωσε.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 68

Οκτώ και εξήντα νέοι απ' την Ελλάδα

(Κίμων ο Αθηναίος και οι λοιποί)·

τη χόρτο των τ' αθάνατα την τρώνε

άλογα τ' Αχιλλέα. Μακριά από την πατρίδα

των νέων αυτών τελειώνει το κεφάλαιο.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 60-61)

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ