Βίκυ Ζαγκαβιέρου – Ειρήνη

 

 

ΦΩΝΑΖΩ: ΕΙΡΗΝΗ

 

Κρύψε τα όπλα σου

κάτω απ’ το ρυτιδωμένο μάγουλο της γης.

Στο πρόσωπό σου μεταλλική γαλήνη

και στο κορμί μου ποτάμι αγωνίας

που κυλάει.

Μέσα απ’ τα τρυπημένα τείχη η φωνή μου!

 

Κρύψε τα όπλα σου

μέσα στα πληγωμένα σπλάχνα της γης

να γίνει ο πόλεμος τραγούδι

ν' ακούσω την ανασαιμιά της θάλασσας

κι όλα τα ηφαίστεια να σβήσουν.

 

Πόσο αγαπώ τη χώρα μου

τις χώρες όλου του κόσμου που πονάνε.

Γεννήθηκα να τραγουδώ

να σκέφτομαι!

χωρίς την απειλή των όπλων σον

να περπατώ μ' ολόγυμνα πόδια

πάνω σε φλογισμένους βάλτους

ν' ακούω την ερωτική στιγμή της γης με τη βροχή

τη φλέβα του νερού στο βράχο.

Πόσο αγαπώ τη χώρα μου!

 

Πώς με συνθλίβει το χέρι σου

που ετοιμάζει το θάνατο!

Σπαραχτικό τραγούδι η σιδερένια μηχανή σου

μια λάμψη από πυρηνικά αρώματα.

Καθορισμένη η ώρα. Ο χρόνος. Ο τόπος.

Πώς με συνθλίβει το χέρι σου

που ετοιμάζει το θάνατο!

 

Ακόμα μια φωνή.

Ακόμα μια πληγή

στου νεογέννητου την τρυφερή καρδιά

κι ύστερα φλόγα πράσινη

κόκκινη, κίτρινη, γαλάζια

κι ύστερα σιωπή!

 

Κρύψε τα όπλα σου

κάτω απ' το ματωμένο πρόσωπο της γης.

 

Φωνάζω: Ειρήνη!

Φωνάζω: Ειρήνη!

 

 

ΑΙΜΑΤΙΝΟ ΠΟΤΑΜΙ

Αίμα αχνιστό, ποτάμι

και το ουράνιο τόξο απόκοσμο

με μαστοριά να υφαίνει το φόβο!

Πες μου τι ψάχνεις

μέσα στο βλέμμα μου

όταν οι ώρες συλλογιούνται!

Πελέκησα το στίχο

να μάθω την αλήθεια.

Μα, η ψυχή μου κατακόμβη

αρνιέται το Φως.


ΣΗΜΑΔΕΥΩ

Σημαδεύω ίσια μέσα στο αγέρωχο βλέμμα σου

δίπλα στο άσπρο του ματιού, στην καστανή την κόρη.

Μοιάζεις ποτάμι που βογκάει

και δεν χωράει μες στη σιωπή

Μοιάζεις αετός που δεν διπλώνει τις φτερούγες

 

Σημαδεύω ίσια μέσα στ' αγέρωχο βλέμμα σου

 που κλέβει τη ζέστη του κορμιού μου

Δεν είναι πράξη ακατονόμαστη

Δεν είναι έγκλημα

Θυσία ήττας είναι.

 

 

ΜΗΤΕΡΑ ΓΗ

Μητέρα Γη

Πώς να υποτάξω την περηφάνεια μου

στα παραμορφωμένα έμβρυα της μήτρας σου

Εγώ η κοσμοξάκουστη

η πολυαγαπημένη

πώς να μετρήσω τις ώρες ταξιδεύοντας

πάνω στο θλιβερό κορμί σου

χωρίς ελπίδα.

Κρύβω τους θησαυρούς μου ένα-ένα

μέσα στη χούφτα μου

και σιωπώ.

 

Τις νύχτες που μερεύουν τα σκυλιά

αμέτρητα παιδιά

χτυπούν τα δόντια από την πείνα

κι αναπαμό δεν έχουν.

 

Μητέρα Γη

Πώς να υποτάξω την περηφάνεια μου

στα παραμορφωμένα έμβρυα της μήτρας σου

Εγώ η κοσμοξάκουστη

η πολυαγαπημένη

της Δύσης θρέμμα

που γεννάει τα ροζ χαμόγελα

σαράντα εκατομμύρια παιδιά το χρόνο

πεθαίνουν απ' την πείνα

η οικουμένη λάμπει στο φως

και ζωγραφίζει τη ζωή μ' ωραία χρώματα

σαράντα εκατομμύρια παιδιά το χρόνο

πεθαίνουν απ' την πείνα

Ποια αρρυθμία σε λικνίζει

Μητέρα Γη

γερμένη στο κατώφλι της οδύνης!

 

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 31, σελ. 35).

Επιστροφή στην Ανθολογία από την Πολιτιστική
Σελίδα ΚΕΙΜΕΝΑ