Μικρό και σχεδόν εντελώς αυτοτελές απόσπασμα από το βιβλίο -το έβαλα εδώ συν τοις άλλοις επειδή απορώ για το όνομα "Μισοκολάκι" και σκέφτομαι ότι αν κάποιος ξέρει από πού βγαίνει μπορεί να μου γράψει για να μου λύσει την απορία!


Την πρώτη νύχτα η κυρία Ελισάβετ μάζωξε τριγύρω της το Σάββα και το δικό της τσούρμο. Κρατώντας το βυζανιάρικο πάνω στα γόνατα της, τους διηγήθηκε την ιστορία του Μισοκολάκι που είχε βραδιαστεί μέσα στο δάσος ψάχνοντας για μανιτάρια και το πλά­νεψαν οι καλικάντζαροι. Το πήρανε μαζί τους — θά 'τανε τότε ώς εφτά χρονώ— και το κατέβασαν στα έγκατα βαθιά, εκεί που έχουνε χτισμένη τη δική τους πολιτεία, παλάτια και πρεβόλια, και στοιβαγμένα πλούτη και χρυσαφικά.

Το Μισοκολάκι περνούσε χαρισάμενη ζωή. Τίποτα δεν του έλειπε, το ντύσανε ίδιο πριγκιπόπουλο, καθόταν σ' ένα όμορφο παλάτι και είχε υποταχτικούς σαράντα καλικάντζαρους να κάνουν όλα τα θελήματά του. Οι καλικάντζαροι, άλλος είναι γκαβός, άλλος κουτσός, άλλος φαφούτης, όλοι τους στραβοκάνηδες, από κανένα τους δε λείπει ένα κουσούρι. Ξέρουνε όμως πολλές τέχνες, κι είναι πρωτομαστόροι. Σπουδάσανε τις τέχνες τους και στο Μισοκολάκι, αυτό ήταν έξυπνο και τά 'παιρνε πολύ εύκολα όσα του μάθαιναν. Μόνο που μ' όλα τα πλούτη του και τα καλά του, απόμενε πάντα άκεφο και μελαγχολικό. —Τι έχεις, τι σου λείπει; ρωτούσαν οι καλικάντζαροι. —Τίποτα δε μου λείπει, μονάχα θέλω ν' ανεβώ στη γη, εκεί που ζούνε οι δικοί μου. —Αυτό δε γίνεται, του λεν, δικοί σου είμαστε κι εμείς.

Του δώσαν κι άλλα πλούτη, κι άλλα χρυσαφικά. Το Μισοκολάκι τα κοίταζε μ' ένα πικρό χαμόγελο και τίποτα δεν άγγιζε. Είχε μεγαλώσει πια, θα γίνηκε δέκα χρονώ, και πάντα μελαγχολικό και λυπημένο. —Τι έχεις, τι σου λείπει; το ρωτούσαν. —Τίποτα δε μου λείπει, θέλω μονάχα ν' ανεβώ στη γη, εκεί που φέγγει ο ήλιος και λάμπουνε τ' αστέρια. —Δε γίνεται, του λεν, τέτοιος είναι ο δικός μας νόμος. Ούτε ο βασιλιάς μας δε μπορεί να τον χαλάσει δίχως τη θέληση μας. Έχεις κι εδώ κατρέφτες που λαμποκοπούνε πιο πολύ κι από τον ήλιο... Μα το Μισοκολάκι δεν παρηγοριότανε με τέτοια λόγια. —Τι έχεις, τι σου λείπει; τον ρωτούνε πάλι. —Τίπο­τα δε μου λείπει, θέλω μονάχα ν' ανεβώ στη γη, εκεί όπου αγα­πούμε, όπου υποφέρομε, όπου αγωνιζόμαστε. —Χα χα! γέλασαν οι καλικάντζαροι με την καρδιά τους, δε φανταζόμαστε ποτέ τόσο κουτό αγόρι να προτιμάει από τα πλούτη μας τα βάσανα του κό­σμου!... Ο βασιλιάς τους όμως έπεσε τότε σε μεγάλη συλλογή. Όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κοιμηθεί, τον τυραννούσανε τα λό­για του Μισοκολάκι.

Αυγή αυγή πάει και βρίσκει το Μισοκολάκι. Πού έχεις τα πα­λιά σου τα παπούτσια, εκείνα που φορούσες τότε που σε φέραμ' εδώ κάτω;

Άναψε πρώτα μια φωτιά και αφού στούπωσε μπαμπάκι μέσα στα ρουθούνια του, έτσι που να μη μπορεί να μυριστεί, ρίχνει τα παλιοπάπουτσα μες στη φωτιά. Οι καλικάντζαροι, καθώς το ξέρομε όλοι, σιχαίνονται τη μυρωδιά που βγαίνει από καμένο παλιοπά­πουτσο. Καθώς τη μυριστήκανε, πέσανε λιποθυμισμένοι καταγής, μονάχα ο βασιλιάς τους δεν ένιωσε τη μυρωδιά μια κι είχε στουπωμένα τα ρουθούνια του με το μπαμπάκι. —Έλα μαζί μου, λέει στο Μισοκολάκι... Το πήρε από το χέρι και κούτσα μια, κούτσα δυο, έπιασε τον ανήφορο μέσ' από τα λαγούμια και από τις σπη­λιές ωσότου φέγγρισε από μακριά μια τρύπα στην άκρη της ανη­φοριάς. — Εγώ θα μείνω εδώ, του λέει, δεν έχω το δικαίωμα ν’ ανέβω παραπέρα ώς τα ερχόμενα Χριστούγεννα που αρχινά το δωδεκάμερο. Πήγαινε στο καλό, Μισοκολάκι. Κατάλαβα τα λόγια σου. Από δω και πάνω αρχινά η γη, εκεί όπου οι άνθρωποι αγα­πούνε, αγωνίζονται και υποφέρουν. Δίχως αυτά δεν είναι τίποτα η ζωή...