Μια ναυτική εφεύρεσις

του Θέμου Ποταμιάνου (1895-1973)

 

 

                Είναι παρατηρημένο, ότι οι ναυτικοί έχουν μεγάλη κλίση στην ιππασία, μολονότι η δουλειά τους είναι στη θάλασσα, μακρυά από τ΄ άλογα και τα μουλάρια. Δεν υπάρχει ναυτικός που να μη τρελλαίνεται για λίγη καβάλλα μόλις πατήσει στην ξηρά, αδιάφορο αν πρόκειται να καβαλλικέψει άλογο ή γάιδαρο. Τον τελευταίο μάλιστα οι θαλασσινοί τον προτιμούν, γιατί είναι υπομονετικότερος και πιο καλόβολος, απ΄ όλα τ΄ άλλα ζώα.

 

                Θα έκανε χρυσές δουλειές εκείνος που θα μπορούσε να παρατάξει πενήντα γαϊδάρους σε μιαν αποβάθρα, άμα τω κατάπλω του στόλου. Δεν θα έμενε κανένας ξενοίκιαστος. Θυμούμαι στις ομιλίες μας στα καρρέ που τίποτε δεν ανέφερε κανείς με μεγαλύτερη ευχαρίστηση και υπερηφάνεια όσο μια καλή καβαλλαρία απάνω σ΄ έναν όμορφο γάιδαρο. Κάθε ναυτικός σεβόμενος τον εαυτό του πρέπει να έχει να επιδείξει μαζί με τα μίλλια της θαλασσίας του υπηρεσίας και μερικά χιλιόμετρα καβαλλαρίας. Τόσα μίλλια με θωρηκτό ή αντιτορπιλλικό και τόσα χιλιόμετρα με άλογο ή με γάιδαρο.

 

                Μη φαντασθείτε όμως, έπειτα απ΄ όλα αυτά, ότι οι ναυτικοί είναι σπουδαίοι καβαλλαραίοι. Κάθε άλλο! Καβαλλικεύουν χειρότερα και από τους παπάδες, πράγμα που δεν τους σκοτίζει και πολύ. Το ξέρουν καλά ότι η καβαλλαρία απαιτεί αλλοιώτικους χειρισμούς απ΄ ό,τι θέλει μια βάρκα ή μια βενζινάκατος και ότι θα ήτανε πολύ αφελής εκείνος που θα εβασίζετο στα ναυτικά του προσόντα για να κυβερνήσει ένα γάιδαρο. Εν τούτοις καμμιά φορά και η ναυτική πείρα παίζει το ρόλο της και σ΄ αυτάς τας περιστάσεις. Ό,τι ξέρει κανείς είναι καλό, και έρχονται στιγμές, εκεί που καβαλλάς, που σε ωφελεί να ξέρεις από θάλασσα. Γιατί; θα με ρωτήσετε. Μα να!… Στη θάλασσα, στη βάρκα, στο καράβι, μαθαίνεις ισορροπία. Νομίζεις πως αυτό δεν θα σου χρειαστεί όταν ανεβείς στα καπούλια του τετραπόδου; Σε βεβαιώ θα σου χρειαστεί πάρα πολύ. Ένας περίπατος με γάιδαρο δεν είναι πάντοτε απηλλαγμένος τρικυμίας. Έχει κι η γαϊδουροκαβαλλαρία τις φορτούνες της και χρειάζεται χέρι δυνατό να βαστάει τη σκότα – το καπίστρι θέλω να πω.

 

                Εννοείται ότι όλα αυτά είναι καλά όταν είναι και ο γάιδαρος σύμφωνος και συγχρόνως και γάιδαρος καλής πίστεως. Αλλοιώτικα δεν γίνεται τίποτε και μην ακούτε τους χωριάτες που συμβουλεύουν να κυττάτε το τετράποδο στα αυτιά. Το βαρόμετρο αυτό δεν λειτουργεί πάντοτε κανονικά. Πολλές φορές τα αυτιά σημειώνουν ευδίαν – αυτιά παραλλήλως όρθια – μα ο γάιδαρος αφηνιάζει ξαφνικά, του δίνει με τα τέσσαρα και σε ξαπλώνει φαρδύν-πλατύν στον δρόμο. Ωραία ευδία! Μη βασίζεσθε ποτέ στα προγνωστικά, προ πάντων στα προγνωστικά των αυτιών του γαϊδάρου. Εγώ τουλάχιστον πολλές φορές φοβήθηκα όταν είδα τον γάιδαρό μου να παίζει τ΄ αυτιά του, να τσουλώνει το δεξί και να κατεβάζει το αριστερό, και όμως τίποτε δεν συνέβηκε. Και πάλι, εκεί που ήμουνα ήσυχος από τα αυτιά, βρέθηκα ξαφνικά κάτου χωρίς και εγώ να καταλάβω πώς.

 

                Αλλά τι λέγαμε; Α, μιλούσαμε για την ναυτική πείρα στην καβαλλαρία. Λοιπόν επιμένω ότι η ναυτική εμπειρία είναι καμμιά φορά ένα στοιχείον πολύτιμο και στους καβαλλαρέους. Και έχω τον λόγο μου. Θυμούμαι ακριβώς ένα σχετικό, συμβάν λίαν χαρακτηριστικό, μ΄ ένα γάιδαρο στο Μούδρο. Πηγαίναμε από το Μούδρο ποδαρόδρομο στο Ρωμανό, εγώ, ο Μίμης και δυο άλλοι συνάδελφοι. Έξαφνα, καθώς περνούσαμε ένα χωράφι, ο Μίμης έμπηξε μια θριαμβευτική κραυγή :

 

                — Παιδιά, γάιδαρος δεξιά! Θα πάω καβάλλα!

 

                Όταν ο Μίμης έλεγε τίποτα, το εκτελούσε. Βρήκε αμέσως τον ιδιοκτήτη, εσυμφώνησε, εκαπάρωσε το ζώο κι εκαβαλλίκεψε. Μα από την πρώτη στιγμή τα πράγματα φαίνονταν σκούρα. Είχαμε να κάνουμε με τον πιο πεισματάρη γάιδαρο του κόσμου. Ούτε από παραγγέλματα έπαιρνε, ούτε από ξύλο, ούτε από φωνές. Εκαταλάβαινε ο αφιλότιμος πως κουβαλούσε θαλασσινό στην πλάτη του κι έκανε του κόσμου τις ζαβολιές.

 

                Πότε επήγαινε ξυστά τοίχο-τοίχο, πότε άκρη-άκρη στον γκρεμνό, πότε σταματούσε και δεν έπαιρνε βήμα, πότε ετσινούσε απότομα και έτρεχε ασυγκράτητος. Απάνου σε μια τέτοια τρεχάλα ξάπλωσε τον αναβάτη χάμου, κι έπειτα τράβηξε ήσυχος για βοσκή…

 

                Όποιος άλλος αν ήτανε, θα έχανε το θάρρος του και θα εγκατέλειπε την κούρσα.

 

                Μα ο Μίμης είχε περισσότερο πείσμα από το γάιδαρο.

 

                — Παλιόπραμα, φώναξε, δεν θα σου περάσει!

                 

                Και ξανακαβαλλίκεψε. Μα σε πέντε λεπτά είχαμε πάλι τα ίδια κι ο Μίμης ξαναμετρούσε με το μπόι του τη δημοσιά.

 

                Τότε τον βλέπουμε να παίρνει το γάιδαρο από το σκοινί και να τον οδηγεί κοντά σ΄ ένα σωρό από πέτρες. Διαλέγει την πιο μεγάλη, μια πέτρα ως τριάντα οκάδες, τη δένει με το σκοινί του καπιστριού αφίνοντας τράτο κανένα-δυο οργιές και την φορτώνει στο γάιδαρο μπροστά. Ανεβαίνει κι αυτός από πίσω και ξεκινάει.

 

                Μη φαντασθείτε ότι η πέτρα εβάρυνε καθόλου το γάιδαρο. Μπορώ να πω μάλιστα ότι το πρόσθετο βάρος τον εξηρέθισε περισσότερο, γιατί αμέσως ετέθη εις καλπασμόν.

 

                — Τώρα θα τον ρίξει πάλι, σκεφθήκαμε εμείς. Κρίμα στη σαβούρα που του έβαλε.

 

                Και όμως δεν τον έρριξε αυτή τη φορά. Γιατί στην κρίσιμη στιγμή, την ώρα που εφαίνοντο όλα χαμένα, ο Μίμης, κύριος εντελώς του εαυτού του, βέβαιος εκ των προτέρων για την επιτυχία του χειρισμού, αρπάζει, με μια κίνηση εντελώς ναυτική, την πέτρα και την ρίχνει….

 

                Το σκοινί τεζάρει αμέσως, ο γάιδαρος κατεβάζει το κεφάλι απότομα η πέτρα σέρνεται δυο σπιθαμές κι έπειτα όλα, γάιδαρος, πέτρα, σκοινί, καβαλλάρης σταματούν επί τόπου, όπως ένα καράβι που αγκυροβολεί… Η ναυτική ειδικότης του καβαλάρη είχε θριαμβεύσει. Του είχε εμπνεύσει μια πρώτης τάξεως «μηχανή» για να σταματάει ο γάιδαρος. Δυο λεπτά αργότερα ο Μίμης είχεν αφιππεύσει υπερήφανος και εδέχετο τα θερμά μας συγχαρητήρια για την ιδεώδη του εφεύρεση. Αργότερα, όταν πήγαινε καβάλλα, έπαιρνε μαζί του μια μικρή πραγματική άγκυρα.-

 

 

Από τη συλλογή ιστοριών «Εύθυμος Κόσμος», με εικονογράφηση του Φωκίωνος Δημητριάδη, εκδόσεις Σαλίβερου, Αθήνα 1954, σ. 85-88.