Ρεμβασμός

του Αριστομένη Προβελέγγιου (1850-1939)

 

Καμμιά φορά στη μοναξιά, πώχω το νου γερμένο

στης περασμένης μου ζωής τα θολωμένα χρόνια

κι από το περιγιάλι της το πλέον μακρυσμένο

έρχοντ΄ εμπρός μου, έρχονται ωσάν τα χελιδόνια,

 

ενθύμησες κι ονείρατα και πρόσωπα και μέρη

όσα ο ίδιος πέρασα, κι όσα ο ίδιος είδα,

κι όσα ποτέ δεν φώτισε ουδέ ήλιος ουδ΄ αστέρι,

γιατί είχανε το στήθος μου μονάχα για πατρίδα·

 

και όλα αυτά τα πλάσματα, οι κόσμοι που αγάλι,

εμπρός στην ταραγμένη μου περνούνε φαντασία,

μου φαίνονται ωσάν μορφές ονείρου και οπτασία

από άλλη γη και ουρανόν, από ζωή μιαν άλλη.

 

Στέκομαι τότε και ρωτώ, πώς η ζωή μου η τόση,

που μόλις εξημέρωσε και πάει να νυκτώσει,

τόσους ζωής ωκεανούς πώς μπόρεσε να κλείσει,

κ΄ αιώνας αναρίθμητους θαρρώ πως έχω ζήσει.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 14 (1899), σ. 352.