"Αγάπη" του Γιάννη Ψυχάρη
(απόσπασμα από το βιβλίο του "Το ταξίδι μου", Νεφέλη, 1988)

'Ελα μαζί μου στο βουνό. Μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουνε. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μονάχο; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα φουσκώνει κ' έπειτα πάλε τραβιέται, όπως το φέρνει το φεγγάρι; 'Οταν τραβιέται, πάει μίλια και μίλια μακριά, το περγιάλι απομνήσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ωρφανεμένο. 'Οταν πάλε σηκωθή, περεχύνει από άκρη σε άκρη τον έρημο τον άμμο. Χαίρεται το διψασμένο το χώμα και ζωντανέβουνε τακρογιάλια. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό. 'Οσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.
Εσύ μόνη στον κόσμο ξαίρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου αψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα νιώθεις δίχως να σου τα πούνε. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γις. Αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξαίρεις η ίδια τι αξίζεις. 'Εχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. 'Ολη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμόγελο και μετριόφρονη χαρά, χαρά σοβαρή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση. Με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξαίρεις να πης του καθενός ένα λόγο. 'Ολο θέλεις αψηλά ναχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα άγαλμα χαριτωμένο.
Τι να σου πω να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σου αρέση; Σαν το πουλί που τραβά ίσια με τα σύννεφα και στέκεται στον αέρα με τα φτερά του ανοιχτά, ανεβαίνουνε οι λογισμοί σου και τον ουρανό μου ξεσκεπάζουνε. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου μου βάζει φτερά στην ψυχή. Για μία κόρη μοναδική σαν και σένα, πρέπει να κάμη κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σου δώσω που να το χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια, προσπαθώ να διω καμιά μέρα, πως κατάλαβες ως που μπόρεσε η αγάπη σου να με πάη.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση. Δε γίνεται μεμιάς να χαθή τόση ομορφιά. Ποτές μου δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω πως μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλοίξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σαν τη λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένειά σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεώνε το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; 'Οταν τα σκεπάση αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κι η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάση, άμα πια δε θα τα βλέπη; Αφού είδανε οι ανθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουνε πως φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατά, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση. Σε θωρά, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις, ο κόσμος να φανή αχάριστος και κατόπι να μη σε θυμάται; Η μνήμη σου πρέπει να μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σου δώσω αθάνατη ζωή.
Ξαίρω τι θα μου πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εαφτό σου. "Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπω ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψεις, φως μου, ποτές, πως για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, πως για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε μας φτάνουνε τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ν' αγαπήσης, κ' έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξαίρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; 'Αμα μου λες πως μ' αγαπάς, μου φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξαίρουμε μέσα στο νου μας πως ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που μου το λες, νιώθω μέσα στην καρδιά μου πως είναι αχάλαστη η αγάπη;".
Αχ! δεν ξαίρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τι πικρά βάσανα που μας βασανίζουνε. 'Οταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μία συντρόφισσα μας ακολουθά και μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της ζωής, η Μελαγχολία, που όλο στο πλάι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εαφτό μας. Εκείνη μας δείχνει πως τίποτα δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές ακούσανε οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. 'Ενας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα όπου πήγαινε με το ταίρι του μαζί. Του κάκου χαιρότανε η καρδιά του. Κρυφά κρυφά η Μελαγχολία του λαλούσε:
"Το χώμα που οι δυο σας σήμερα πατάτε, άλλος άβριο θα το πατήση. 'Αλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστό, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο του πλτάνου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύβουνε το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουνε, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θακούσουνε άλλο στόμα να λέη και θα διούνε άλλη γυναίκα νακούη τις ίδιες λέξεις της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε σας. Οι βρύσες θα ξαναπούνε το τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουνε τα πουλιά με την ίδια χάρη. Ο αέρας θα χαδέψη τα μαλλιά τους. Η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώσπου πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρήτε το Χάρο που σας καρτερά κι ο κόσμος θα σας ξεχάση. Μήτε θα ξαίρη το χόρτο αν είχατε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας".
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχα μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σους, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης; Δε φοβάσαι, οι πεθαμμένοι να δακρίσουνε κει κάτω στον τάφο και να πούνε: "Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μονάχα μια στιγμή, πως λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σου λέμε να μας κλάψης. Λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατά και μας φτάνει. Ρίξε, μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά για τα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα. Κοίταξε λίγο τους πεθαμένους, για να φυτρώσουνε, καθώς φυτρώνουνε τα λουλούδια απάνω στη γις που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους."
Ο Χάρος είναι παντού. Σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος και όλα λιγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρος θα βρης μέσα στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει, μέσα και σταστέρι που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; 'Ολα παίρνουνε το δρόμο που τα πηγαίνει. 'Ο,τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο. Α δεν είτανε ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό. Α δεν είτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιόμεστα. Η φύση αλάκερη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα βλέπεις να γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο. Ο ήλιος είναι η ζωή κι ωστόσο προσμένουνε όλα, ο Χάρος να τα θερίση.
Πού θα κατασταλάξουμε; Πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι, βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα πανιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού πάνε και θα σου το πούνε. Στην Αθήνα, στην Πόλη, στη Σμύρνη, στην Εβρώπη. Ξαίρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτησε όμως του κόσμου τους διαβάτες για πού τρέχουνε, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άνθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού πάνε ταστέρια που φέγγουνε κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός κυβερνά τους πλανήτες που κάνουνε τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; Θα σταθούνε ή πάντα θα τρέχουνε; 'Ολος αφτός ο απέραντος ο κόσμος πότες και πώς θα τελειώση; Σε τέτοιο ερώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξαίρουμε μήτε πού πάμε μήτε πώς μήτε γιατί. Γίναμε απαρχίς για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μονάχα κι ώσπου το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψη; 'Ο,τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. 'Ο,τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είτανε. Αιώνιος το λοιπό δε θα μείνη. Θάρθη η ώρα του και κεινού. 'Ετσι θα χαθούμε και μεις. Τι τολοιπό; Μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος μονάχα, σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου πως τάζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες, πως τέλος έφτασε η ώρα όπου πρέπει και συ να καταστραφής κ' η γις που πατάς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Εκείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που σήμερα πεθαίνει, θάχετε την ίδια τύχη. 'Οσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σου χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουνε τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουνε από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνονται και περνούνε, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαγχολία που την έμαθα κάτω στη Δύση. Να που πάλε μέσα μου νιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω: "Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στο θάνατο πας!"
'Ελα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυρραννιέται η ψυχή μου όσο δε σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουνε. Είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώνει το σπαθί τους, που παίρνει το του φέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίγεται που η ζωή του είναι λίγη. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξαίρεις εσύ. Εσύ ξαίρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο αψηλά να κρίνης και να μιλάς για πράματα του κόσμου. Τσιτώνω ταφτιά μου και σ' ακούω. Απάνω στο βουνό μου έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη φωνή σου. Σε συλλογιούμαι και μου φαίνεται πως τέτοια λόγια μου λες:
"Ο άθρωπος δεν πεθαίνει. Πεθαίνουνε τάτομα μονάχα. Οι αθρώποι χάνουνται και πάνε. 'Αλλοι παίρνουνε τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουνε και άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουνε, έτσι πάμε και μεις. Το δέντρο όμως στέκεται πάντα κι ο άθρωπος δεν περνά. Οι πατέρες μας που τώρα κοίτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι. Μας δώσανε πρι φύγουνε της ζωή τους. Εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει. Θαρθούνε άλλοι κατόπι που θα πάρουνε, που θα βαστάξουνε και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε εμείς. Από τον ένα στον άλλονε τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θαγαπήσουνε και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάνει και ζούνε. Ο πόθος τους είναι ο δικός μας πόθος. 'Ετσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. 'Οταν το στόμα σου μου λέει σ' αγαπώ, δεν το λες εσύ. Το λένε μέσα σου χίλιες γενιές που σου μάθανε την αγάπη. 'Οταν το πούνε τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Ταστέρια τουρανού είναι σαν τα λουλούδια. Ο ουρανός είναι το μεγάλο το περβόλι. Φυτρώνουνε και ξανοίγουνε τα λουλούδια, ύστερα μαραίνονται και πάνε. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουνε το φως και τη θωριά τους. Αδιάφορο αφτό! 'Αλλα λουλούδια θα ξανανοίξουνε, άλλα αστέρια θα φέξουνε. Το περβόλι δεν αλλάζει. Στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να τελειώση και να σβήση. Μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη γις -και πάντα, μέσα σταπέραντο, μέσα στο αιώνιο το περβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουνε οι κάμποι, θάχουνε τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούνε το τραγούδι τους τα στάχια όταν ο αέρας τα χαδέβει, θανατέλουνε τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνώνε την ψυχή. Ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια. Την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι. Μην ακούς τι λένε οι άλλοι και μη βλέπης τι γράφουνε. Στάτομό τους μονάχα προσέχουνε και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου και να νιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού και όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού. 'Οπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάι του, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. 'Ο,τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό,τι ξολοθρέψη, το ξαναφτειάνει. 'Ολα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά τακρογιάλια της ζήσης. 'Ο,τι πεθάνη, η αγάπη θα ταναστήση. Αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας θρέφουνε, ώσπου θρέψουμε το χώμα κι μείς, ώσπου φυτρώσουνε κι άλλα στάχια. Α δεν είτανε πεπρωμένο, όλα να ξαναζήσουνε, πούπετα δε θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουνε οι άλλοι, πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαινότανε ο Χάρος. Ζη και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό,τι δεν άρχισε, δεν μπορεί και να τελειώση. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούνε. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που νίκησε ίσια με τώρα. Δεν μπορεί τίποτα να μην υπάρχη. Πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό,τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει. Εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά. Εκείνη ανάβει αστέρια καινούργια, για ένα αστέρι που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, περεχύνεται παντού. Σαν τον αρχαίο τον 'Ερο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούργιους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση. Τίποτα δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σου δίνω είναι αιώνιο φιλί. 'Οπου βρεθούνε αθρώποι, όπου αγαπήσουνε, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θάχουνε, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. 'Ενας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού. 'Οπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολονώ μας η καρδιά τρέμει. 'Ενας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους μύριους παλμούς της αθρωπότητας όλης. Ο καθένας μας μέσα του θρέφει μία σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό,τι ζη. Η φωτιά παντού καίει. Ταστέρι γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα ταστέρια κ' έχει μέσα του ό,τι έχουνε και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. 'Ολα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται ανάμεσά τους σφιχτά. Μια και μόνη αρχή, ένα νόμο ακούνε όλα. 'Ολα, όλα είναι ένα. 'Οπως νιώθουνε τα παιδιά πως στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζούνες, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, ταστέρια θα λάμπουνε, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουνε τη φλόγα και την πνοή άλλων αστεριώ που ζήσανε πρώτα. Μέσα σε εκείνη τη φλόγα θα βρεθή κ' η καρδιά μας. Μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθεί κ' η πνοή μας. Μέσα στον πλανήτη τον καινούργιο θα βρεθή κ' ένα μέρος του δικού μας. Θα βρεθή κ' ένα μέρος της ζωής μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ' όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή. 'Ολο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ωστόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά".
 

Σημείωση: σε όλα τα κείμενα διατηρούνται η ορθογραφία και οι γραμματικές προτιμήσεις του συγγραφέα, εκτός από το πολυτονικό σύστημα και τις άνω τελείες κι αυτό για τεχνικούς μόνο λόγους. Στο συγκεκριμένο κείμενο όμως είναι απαραίτητο να γίνει αυτή η επισήμανση λόγω των πολλών γλωσσικών τύπων του Ψυχάρη που ξενίζουν ασφαλώς πολλούς από τους σημερινούς αναγνώστες.