Τ Ο   Δ Α Χ Τ Υ Λ Ι Δ Ι    Τ Ο Υ    Η Λ Ι Ο Υ

                      δ  ι  ή  γ  η  μ  α

 

                                                         του Φαίδωνα Θεοφίλου

 

Στο μοναδικό κελί του στρατοπέδου.

Εκεί ήμουν.

Μ’ είχε πιάσει η συμπόνια για έναν αριστερό στρατιώτη.

Μάρκο Ευσεβίου τον έλεγαν.

Τον είδα με το χακί πουκάμισο γεμάτο ξεραμένα αίματα.

Τον είχαν σπάσει στο ξύλο.

Κι αφού έσπασε, τον άφησαν να γυρίζει σαν το κοπρίτη στο στρατόπεδο.

Οι άλλοι ήμασταν στρατιωτικοί αστυνόμοι.

Κι ο φαντάρος έμοιαζε σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα ανάμεσά μας.

Τον ρώτησα πώς τον λένε.

Μου είπε.

Είχε βάλει ένα μεγάλο πανώ μαζί με άλλους σε μια μεγάλη λεωφόρο:

«Κάτω ο δικτάτορας».

Τον έπιασαν.

Τον έδερναν τρεις μέρες.

Είχε σπουδάσει σχέδιο.

Δεν άντεξε.

Τώρα θα έπρεπε να βγαίνει έξω  να παρακολουθεί τους παλιούς του συντρόφους και να τους καρφώνει.

Τον λυπήθηκα.

Ανοίξαμε κουβέντα για μουσική.

Άρεσε και στους δυο μας η ποίηση που γινόταν μουσική.

Και τα κυπραίικα τραγούδια.

Του είπα κουράγιο να σταθείς σωστά κι όμορφα.

Τον πονούσε το στομάχι του.

Κατάπινα την ευχαρίστησή μου που μιλούσα μ’ αυτόν.

Πονούσε καταπιεζόταν.

Αυτό, του έξυνε τις αδυναμίες και τις δυνάμεις του

κι όπως τις ζύγιαζε, φάνταζε όμορφος και ζεστός.

Συζητούσε καλά.

Εγώ δεν ήμουν αριστερός αλλά κάτι πιο σπουδαίο:

Ήμουν 21 χρονών.

Οι συνάδελφοί μου στρατιωτικοί αστυνόμοι, ροκάνιζαν τη μέρα τους, πότε παίρνοντας τα τζιπ να κάνουν εξωτερική υπηρεσία και να τσιμπήσουν γκόμενες, πότε κάνοντας πραγματική υπηρεσία φυλάγοντας όλη νύχτα το σπίτι του δικτάτορα μέσα σ’ ακριβές BUICK και CHEVROLET, πότε δέρνοντας τους κρατούμενους στο στρατόπεδο και πότε ρίχνοντάς το στον ύπνο.

Είμαι φίλος σου του είπα.

Σ’ ευχαριστώ απάντησε.

Άρχισα να βρίσκω πως η στρατιωτική μου θητεία αποκτούσε νόημα.

Εκείνον που καταδίωκαν οι προϊστάμενοί μου και τον έκαναν χαφιέ,

 εγώ τον είχα φίλο και τον ανακούφιζα.

Γιατί όχι άλλωστε;

Ήμουν ή δεν ήμουν ελεύθερος να διαλέγω τους φίλους μου;

Είχα την αίσθηση πως έκανα μονόζυγο στο δαχτυλίδι του ήλιου.

Το βράδυ που ερχόταν στο στρατόπεδο με τα πολιτικά απέξω, μού έδινε την εντύπωση παρθένας που έγινε αυτόματα πόρνη.

Μου έλεγε τότε: Δεν ξέρεις Γεωμετρία;

Παίρνεις το γνώμονα του φόβου. Χαράζεις ή σου χαράζουν δυο γραμμές σε σχήμα Γ.  Η μεταξύ των δύο ευθειών γωνία καλείται «Υποταγή».

Οι δικοί μου δεν μου έστελναν ούτε δραχμή. Ο αδερφός μου  ο Δημοσθένης μόνο, κάποιο κατοστάρικο απ’ το υστέρημά του. Οι κρατούμενοι που έδερναν οι συνάδελφοί μου οι στρατιωτικοί αστυνόμοι, ήταν δικηγόροι, φοιτητές, στρατιωτικοί, καλλιτέχνες, εργάτες, ποιητές. Εκπαιδευτικούς δεν είχαμε. Αυτοί είχαν σχέση με τη Γεωμετρία.

Και τη δίδασκαν.

Μια μέρα μου λέει τρέμοντας:

Δεν αντέχω άλλο. Αν μείνω εδώ θα πεθάνω.

Αμέσως μού ήρθε στο μυαλό η παρθένα. Που τη βιάζουν κάθε μέρα.

Θα φύγω μού λέει. Σε μια γειτονική ανατολική χώρα.

Κι αν σε πιάσουν; Θα σε σκοτώσουν, του είπα, πέφτοντας απ’ το δαχτυλίδι του ήλιου στο κενό.

Δε γίνεται αλλιώς μ’ απάντησε κι έφυγε σα να μετρούσε τα βήματά του.

Μπορεί να εμπιστευτεί ακόμα κι ένα στρατιωτικό αστυνόμο σκέφτηκα, και ξαναγατζώθηκα στο δαχτυλίδι του ήλιου.

Καλή τύχη φίλε.

Εμένα, ενώ με είχαν σιτιστή, μ’ απάλλαξαν και γύριζα άσκοπα μεσ’ το στρατόπεδο ή φύλαγα 4 ώρες σκοπός στη πύλη, μέχρι που να έρθει η ώρα της εξόδου. Εκεί χαζεύοντας στο φως της μέρας, έφτανα μέχρι το χωριό μου με τα κίτρινα βουνά και τα πράσινα φύκια.

Το πρωί στην αναφορά είχαμε ασυνήθιστα σούρτα-φέρτα.

Μας συγκέντρωσε όλους ο λοχαγός και ξαφνικά μας ρώτησε φωναχτά:

Ποιος ξέρει πού είναι ο Ευσεβίου;

Απόλυτη σιγή απλώθηκε στο λόχο.

Εγώ ξέρω αλλά δεν σας λέω, είπα μέσα μου με κακία.

Ναι. Τα κίτρινα βουνά. Το εισιτήριο απ’ τη χώρα του νησιού στο χωριό μου, έχει 125 δραχμές με το λεωφορείο. Είναι κάπου 60 χιλιόμετρα.

Όχι κάπου, ακριβώς 60.

Σας ρωτώ για δεύτερη φορά: Ξέρει κανείς πού είναι ο Ευσεβίου;

Χτυπηθείτε κάτω  δεν πρόκειται να σας πω, ξαναείπα μέσα μου.

Διαλυθείτε! Φώναξε ο λοχαγός.

Διαλυθήκαμε, κι ακούστηκε ένα σούσουρο, σαν όταν σχολιάζουν κάτι με δέος. Ο Υποδιοικητής, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, μ’ έστειλε να του πάρω τσιγάρα απ’ το Κ.Ψ.Μ

Μπα, δεν μπορεί θα τον έπιασαν στα σύνορα σκεφτόμουν, κι όλο με στένευαν τα ρούχα μου.

Εγώ δεν ήμουν ούτε αριστερός ούτε δεξιός.

Εγώ ήμουν 21 χρονών.

Για πότε μ’ άρπαξαν δυο συνάδελφοί μου στρατιωτικοί αστυνόμοι, ούτε που το κατάλαβα. Με κρατούσαν απ’ τις μασχάλες κι έτρεχαν κουβαλώντας με.

Μια στιγμή! είπα. Τα τσιγάρα του υποδιοικητή.

Τ’ άρπαξαν απ’ τα χέρια μου.

Με πήγαν στο γραφείο του ανακριτή.

Άνοιξαν την πόρτα, μ’ έσπρωξαν μέσα.

Έκλεισαν την πόρτα.

Στο βάθος του ανακριτικού γραφείου, ήταν εκείνος ο ταγματάρχης με το σκαμμένο πρόσωπο.

Τί  σχέσεις έχεις εσύ με τον Ευσεβίου τσόγλανε;

Ποιος σ’ έβαλε στην υπηρεσία να μας παρακολουθείς;

Ξέρνα γρήγορα καθήκι!

Με τον Ευσεβίου γίναμε φίλοι εδώ κ .ταγματάρχα γιατί τον συμπόνεσα.

Για τα άλλα δεν έχω κάτι να σας πω, γιατί… δεν έχω να σας πω.

Εφτά ώρες κράτησε η ανάκριση κι άλλαξαν 3 αξιωματικοί.

Τι ωραία θα ήταν να είχα συνεργάτες, να ήμουν οργανωμένος, να τους παρακολουθούσα στην υπηρεσία, σκέφτηκα, ενώ ήταν η έκτη φορά που ίδρωνα. Θα είχα κάτι να κρύψω

Θα είχα κάτι να πατώ, για ν’ αντιστέκομαι.

Και μόνο η σκέψη ότι άμα τα έβρισκα σκούρα θα μπορούσα να τα πω για να γλιτώσω, θα μού έδινε κουράγιο για να μην τα πω.

Θα έδινα μια μάχη με τον εαυτό μου και μ’ αυτούς.

Αλλά τώρα; Και να ήθελα, δεν είχα τίποτα να πω.

Γιατί εγώ δεν ήμουν αριστερός ούτε δεξιός.

Ήμουν ένας άνθρωπος 21 χρονών, απ΄το χωριό με τα κίτρινα βουνά και τα πράσινα φύκια. Τώρα ήμουν ένα αιωρούμενο σώμα στο κενό.

Με πέταξαν στο μοναδικό κελί του στρατοπέδου 2,5Χ2,5.

Μου πήραν τη ζωστήρα, τα μεταλλικά εξαρτήματα της στολής μου, τα ντοκ απ’ τις μπότες μου, τα σειρήτια και το πιστόλι.

Ξάπλωσα στ’ αχυρένιο στρώμα.

Τα ρούχα μου ήταν βρεγμένα απ’ τον ιδρώτα.

Ένιωθα βαρύς κι εξαντλημένος.

«Η θάλασσα θα είναι τεταραγμένη έως κυματώδης». 

Αυτή η έκφραση μου είχε σφηνωθεί στο κεφάλι από τότε που τυχαία άκουγα το μετεωρολογικό δελτίο, κι ήταν για μένα σαν άδειο κουτί.

Σα να λεγόταν μόνο κι όχι να καταλαβαινόταν.

Το κελί είχε ένα παράθυρο μικρό, με πλεχτό χοντρό σύρμα.

Έβλεπε προς το Ναυτικό Νοσοκομείο.

Εκεί είχε πεθάνει ο πατέρας μου.

Ήταν του Λιμενικού.

Από καρκίνο.

Να είναι άραγε κληρονομικός;

Μύριζε στο κελί άσχημα, απ’ αυτές τις οσμές που δεν καθορίζονται επαρκώς. Κάθε πρωί ο διοικητής, έστελνε τους συναδέλφους μου τούς στρατιωτικούς αστυνόμους, να μού φέρουν μολύβι και χαρτί.

Για να ομολογήσω, για να γράψω, υπό την πίεση  της εφιαλτικής απομόνωσης και της αβεβαιότητας για την τύχη μου.

Εγώ έγραφα ποιήματα. Ήταν τα μόνα που είχα να γράψω.

Μια μέρα, ένας συνάδελφος ο Στέλιος Μανιαδίνος, μού πέταξε απ’ το παραθυράκι της πόρτας του κελιού, ένα πακέτο τσιγάρα Νο 5, σπίρτα κι ένα κατοστάρικο. Τσιμουδιά ρε! Απ’ τον αδερφό σου το Δημοσθένη.

Ο αδερφός μου είχε εμπιστευτεί ένα στρατιωτικό αστυνόμο!

Την άλλη μέρα τα ποιήματά μου φούντωσαν.

Έγραφα ασταμάτητα στο χαρτί με το μολύβι που μού είχαν φέρει.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μου ξεκλείδωσαν οι συνάδελφοι στρατιωτικοί αστυνόμοι, και με πήγαν στο γραφείο του διοικητή.

Μικρόσωμος άνθρωπος με μουστάκι.

Είχε πάνω στο γραφείο του όλα τα ποιήματά μου.

Κάθισε. Μού είπε.

Το πρόσωπό του ημέρωσε.

Αυτό το ποίημα βρε παιδί μου έχει πολύ νόημα αλλά είναι παράξενο…

Και ξαφνικά σα να ντράπηκε που με πήρε στα σοβαρά, μού πέταξε άγρια: Γιατί γράφεις ποιήματα;

Γιατί …το μονόζυγο…στ… δαχτυλίδι…συνέχισα να λέω εγώ, ενώ σκεπτόμουν αυτό το «Τεταραγμένη έως κυματώδης».

Πετάχτηκε πάνω και φώναξε:

Δεκανέα! Πάρτε τον από δω!

 

 

Μέχρι σήμερα δεν έκοψα  το φυσικό να κάνω μονόζυγο στο δαχτυλίδι του ήλιου. Και τ’ όνομά μου: Επαμεινώνδας Καλλικράτους.