Σ Τ Η   Σ Α Π Φ Ω

 

                                                         του Φαίδωνα Θεοφίλου 

 

Άρωμα  νεραντζιάς

πνέει στο στόμα σου.

 

Τραγουδάς,

και  τρέχω

τους  φλογισμένους τόνους να μαζέψω

τις λέξεις που ανακλούν το φως.

 

Στο μυρωμένο θάλαμο

γλιστρώ σαν κλέφτης

την ώρα που το σεληνόφως

τη κλίνη σου αγγίζει.

 

Με την ορμή της άνοιξης

ανθίζει  ο έρωτας στο στήθος σου

κι η νύχτα να μας ενθαρρύνει.

 

Η ροδαυγή  μας βρίσκει στο γιαλό .

 

Του πρωινού η αύρα

τα σώματά μας αντιγράφει.

 

Εγώ, μέσα απ’ το ελαφρύ σου ρούχο,

την αφή δικαιώνω.

Με τα δάχτυλα μεταλαμβάνω το σώμα

που μέσα του κατοίκησε η Ποίηση.

 

Ύστερα.. έφυγες.

Έτσι ξαφνικά.

 

Πέρασαν μόλις

 

δυόμισι χιλιάδες χρόνια από τότε

και τ’ άρωμα της νεραντζιάς

στο θάλαμό σου να πλανιέται…