Η Μοίρα δε ματαμοιραίνει

του Άγι Θέρου (1875-1961)

 

 

            Οι Μοίρες μια νύχτα συναγμένες δίπλα σ΄ ένα χάνι ελογάριαζαν σαν τι θα κάνουν την ταχινή, ποιους θελά μοιράνουν.

 

            — Κρίμα! είπ΄ η τρανότερηּ του Βασιλιά το μοναχοπαίδι θα πεθάνει αύριο το βράδυ, πριχού ξεψυχήσει ο άρρωστος ο γέρο-Βασιλιάς.

 

            — Και γιατί, αδερφούλα μου; έκρινεν η άλλη, το δύστυχο, γιατί; Ματαμοίρανε, Κυρά, ματαμοίρανε!

           

            — Ματαμοίρανε, Κυρά, ματαμοίρανε! φώναξαν όλες με μιας.

 

            — Όπου μοιραίνει δε ματαμοιραίνει, αποκρίθηκεν αγριεμένη η τρανότερη Μοίρα. Αν ματαμοίραινε, δεν θα πνιγόταν αύριο, περνώντας το ποτάμι, η νύφη που κοιμάται μες στο χάνι.

 

            Τούτον το λόγον άκουσεν από το χάνι μέσα ένας από τους συμπεθέρους τους δώδεκα, που κοιμόντουσαν μαζί με το γαμπρό και τη νύφη, και περίμεναν να ξημερώσει, να περάσουν το ποτάμι, να πάνε στο χωριό της νύφης να κάνουν τα πιστρόφια.

 

            Ο συμπέθερος είπε τ΄ άλλο το πρωί στους άλλους συμπεθέρους και στα νιογάμπρια:

 

            — Συμπεθέροι, το καλό που σας θέλωּ μην περάσουμε από το ποτάμι, γιατί τως και τως: τη νύχτα οι Μοίρες είπανε πως η νύφη θελά πνιγεί.

           

            — Σώπα, συμπέθερε, του αποκρίθηκε ο γαμπρός και οι συμπεθέροι οι άλλοι. Εμείς είμαστε δώδεκα και θα σκιαχτούμε! Έξη από τη μια μεριά, έξη από την άλλη θαν την τραβήξουμε, κ΄ έτσι θελά γλυτώσει.

 

            Κ΄ έτσι ξεκινήσανε και διαβαίνοντας το ποτάμι άνοιξαν τα μάτια τους δεκαοχτώ. Μα τόμου φτάσανε κρατώντας τη νύφη καταμεσίς στη νεροσυρμήν, ένα νεροπόντι ξαφνικό κατεβαίνοντας με βοή αρπάζει τη νύφη και την κατρακυλάει μες το βυθόν, όπου βρήκε το μνήμα της.

 

            — Όπου μοιραίνει, δε ματαμοιραίνει, ακούγεται η φωνή της τρανής Μοίρας μέσα απ΄ τον καλαμιώνα πέρα.-

 

 

Ο Νουμάς, Τόμος 3, αρ. 129 (1905), σ. 4