«ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ  ΣΥΝΤΟΜΑ…»

 

            Σαν κεραυνός έπεσε στη συνοικία  Σαφράμπολη της Νέας Ιωνίας ο ξαφνικός θάνατος του Φώντα Αντωνιάδη και, όπως κάθε κακό μαντάτο, διαδόθηκε σύντομα. Σε ελάχιστο χρόνο το σπίτι και η αυλή του Φώντα αλλά και οι γύρω δρόμοι είχαν πλημμυρίσει από κόσμο. ΄Ολοι ζητούσαν να μάθουν πώς συνέβη το κακό και το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον, γιατί ο Φώντας είχε καταφέρει να έχει μόνο φίλους.

Σε λίγο είχαν μάθει ότι τον πρόδωσε η καρδιά του. «Ανακοπή» ήταν η λέξη που σερ-νόταν από στόμα  σε στόμα, μονολεκτική ενημέρωση για την αιτία του θανάτου. Και όταν ο υπάλληλος του γραφείου κηδειών κόλλησε έξω από την πόρτα του σπιτιού το γνωστό πένθιμο αγγελτήριο, έτρεξαν όλοι να το διαβάσουν και ας ήξεραν τι έγραφε.

 

  Οι περισσότεροι σταματούσαν στην ηλικία, στο «ετών 54», και μονολογούσαν: «Κρίμα νέος άνθρωπος» «και καλός», «χρυσός», «λεβέντης» και άλλες ακόμα λέξεις επαινετικές για τον Φώντα.  Αυτοί οι χαρακτηρισμοί ήσαν αληθινοί και του άξιζαν. Τους είχε  κερδίσει με το σπαθί του.

 

            Όλα του τα χρόνια έζησε στη Σαφράμπολη εργαζόμενος ως υδραυλικός. Στην αρχή το μαγαζί του ήταν κινητό. Ένα ποδήλατο και ένα κασόνι πίσω στη σκάρα με τα βασικά εργαλεία. Αργότερα κατάφερε να ανοίξει ένα μαγαζάκι, «τρύπα» το έλεγε, λίγο πιο κάτω από το σπίτι του, ημιυπόγειο στην οδό Σινώπης 54.    Η ταμπέλα απέξω έγραφε «Υδραυλικαί  Εργασίαι», όμως οι εργασίες που γίνονταν δεν ήσαν μόνο υδραυλικές αλλά ό,τι χρειαζόταν ο πελάτης. Πιεζόμενος από τη δική του ανάγκη για το μεροκάματο αλλά και από την επιθυμία να εξυπηρετεί τους γείτονές του, κατάφερε να γίνει πολυτεχνίτης. Σε αυτό βοήθησε πολύ η εργατικότητά του  και η ευκολία με την οποία αντιλαμβανόταν ό,τι είχε σχέση με τέχνη.

 

 ΄Ετσι στον Φώντα πήγαιναν οι γείτονες όχι μόνο όταν χρειάζονταν υδραυλικό αλλά και ηλεκτρολόγο, μαραγκό, σοβατζή, χτίστη, μπογιατζή και για ό,τι έκτακτο τους προέκυπτε.

 


Ο Φώντας θα σύνδεε τη φιάλη του γκαζιού, θα άλλαζε τις καμένες λάμπες, θα έβαζε τα κουρτινόξυλα, θα έστηνε τις σόμπες.

Όταν απόκτησε το μικρό φορτηγάκι του το έβαλε και εκείνο στην υπηρεσία της γει-τονιάς.

Πολλές φορές μετέφερε ανήμπορους και ηλικιωμένους στο γιατρό, τους έπαιρνε τα φάρμακα, τους έκανε ψώνια. Για τις περισσότερες από αυτές τις δουλειές δεν έπαιρνε χρήματα, τις έλεγε εξυπηρετήσεις. ΄Επαιρνε όμως αγάπη και εκτίμηση, που όλοι οι γείτονες την εκδήλωναν με κάθε τρόπο, όπως με ένα κομμάτι πίτα, ένα γλυκό, ένα κέρασμα και πάντα μια καλή κουβέντα και μια ευχή για «καλές δουλειές».

Και οι ευχές έπιαναν, αφού οι δουλειές του Φώντα πήγαιναν καλά, αλλά προπαντός του έδιναν χαρά και ικανοποίηση. Χαιρόταν να εξυπηρετεί και λυπόταν  όταν δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάτι.

 Για να μην απογοητεύονται  οι  πελάτες,   όταν έλειπε, κρέμαγε   πάντα πίσω από το τζάμι της πόρτας του μαγαζιού του μια μικρή ταμπέλα μέσα σε πλαστικό που έγραφε: 

«ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ  ΣΥΝΤΟΜΑ»

Την ίδια διαβεβαίωση έδινε με τη ζεστή φωνή του και από τον αυτόματο τηλεφωνητή σε όσους τηλεφωνούσαν.

 

Το σύντομα το εννοούσε ο Φώντας και δεν παρέλειπε ποτέ να ανταποκριθεί στα σημειώματα που έβρισκε κάτω από την πόρτα ή στα τηλεφωνήματα στον αυτόματο τηλεφωνητή. Αν η εργασία ήταν επείγουσα δεν πήγαινε ούτε για φαγητό.

΄Ολα αυτά έκαναν τους πελάτες του να τον αγαπήσουν και να τον νιώθουν δικό τους άνθρωπο. Και εκείνος όμως τους είχε αγαπήσει, όπως είχε αγαπήσει και τη δουλειά του και δεν ήθελε να την αλλάξει με τίποτα. Ούτε να την επεκτείνει ήθελε, να γίνει εργολάβος, επιχειρηματίας, όπως άλλοι συνάδελφοί του. Όταν μάλιστα ένας φίλος και συνάδελφός του τού πρότεινε να συνεργαστούν και να παίρνουν μεγάλες δουλειές, εργολαβίες σε πολυκατοικίες και μεγάλα κτίρια, αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να χάσει την επαφή με τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς του. Μπορεί να έβγαζε λιγότερα αλλά έβγαζε πάντα. Το μερεμέτι, η μικροεπισκευή, οι μικρές εγκαταστάσεις δεν του έλειπαν. Αυτό του ήταν αρκετό  και πήγαινε γάντι στους στόχους του. ΄Ετσι είχε το χρόνο τα βράδια κάπου-κάπου να πίνει και κανά ποτήρι στα γειτονικά ταβερνάκια, να ακούει τους καημούς της προσφυγιάς, να τραγουδάει  με τους φίλους του και να  λέει τη γνώμη του για τα ποδοσφαιρικά.  Και σε αυτό η γνώμη του είχε πέραση αφού ήταν ειδικός. Είχε παίξει  για  κάποιο διάστημα τερματοφύλακας  στην ομάδα της Σαφράμπολης και όλοι έλεγαν ότι θα είχε μέλλον αλλά ένας τραυματισμός τον ανάγκασε να σταματήσει νωρίς, μάλιστα  στάθηκε  εμπόδιο και δεν μεταγράφηκε στην ΑΕΚ, που το ήθελε πολύ.

 

΄Ολες αυτές οι χάρες του Φώντα συζητιόνταν σήμερα μέσα και έξω από το σπίτι του και όλων τα μάτια ήσαν κλαμένα αληθινά. 

 

            Την άλλη μέρα στο νεκροταφείο η Σαφράμπολη είχε απαρτία. Πολλοί νόμισαν πως είχε πεθάνει κάποιος επώνυμος καθώς έβλεπαν τα στεφάνια και τα μπουκέτα με τα λουλούδια που κρατούσαν εκείνοι που συνόδευαν τη νεκρική πομπή. Για όλους όμως αυτούς ο Φώντας ήταν επώνυμος. ΄Ηταν ο δικός τους άνθρωπος.  Τώρα με θλίψη στέκονταν  γύρω από τον τάφο του και κανείς δεν είχε τη δύναμη να κάνει πρώτος το βήμα της αποχώρησης.

            Καθώς περίμεναν αμίλητοι, είδαν τη γυναίκα του,  την Αγλαϊα, να ανοίγει την τσάντα της και να βγάζει κάτι από μέσα.΄Οσοι ήσαν κοντά της  το αναγνώρισαν αμέσως. ΄Ηταν η ζελατίνα με εκείνο το γνωστό σε όλους σημείωμα   «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΥΝΤΟΜΑ», που κρέμαγε ο Φώντας στην πόρτα του μαγαζιού του όταν έλειπε.

Το κοίταξε για λίγο  δακρυσμένη,  το χάιδεψε  και στη συνέχεια το έδειξε στους γείτονες, συγγενείς και φίλους.

«΄Ηταν η επιθυμία του», τους είπε με τρεμάμενη φωνή. «Μου είχε πει να το βάλω πάνω στον τάφο του». Και σιγά-σιγά προχώρησε και το ακούμπησε πάνω στο σωρό με τα λουλούδια και τα στεφάνια.

«ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΥΝΤΟΜΑ», διάβασαν  με ένα στόμα όλοι οι παρευρισκόμενοι και η φωνή τους αντήχησε σε όλο το νεκροταφείο.

            «Και, όπως ξέρουμε όλοι, ο Φώντας είχε λόγο, τηρούσε πάντοτε την υπόσχεσή του», είπε ο Νικήτας ο ταβερνιάρης, κάνοντας πρώτος το βήμα της αποχώρησης και μονολογώντας δυνατά:  «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΥΝΤΟΜΑ».