Γιάννης Ρηγόπουλος

 

Η ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗ

 

Λειτουργούσε μ’ ένα λειψό κερί

Στον δικό του άγνωστο Άγιο

Όταν το φεγγάρι γινότανε πράσινο

Σαν τα δέντρα.

 

Χόρευε σε σκοτεινά δωμάτια

Κρύβοντας την ανήμπορη κίνηση.

 

Φυγάς του εαυτού του

Δεν ξεχνούσε τη μέρα

Που τον άφησαν έξω

Από τον κύκλο του χορού

Γιατί ασχήμιζε τη λεβεντιά.

 

Κι όταν τα ταμπούρλα

Ούρλιαζαν στο μυαλό του

Βγάζοντας μικρές φωτιές

Ντυνόταν τη στολή του Μεγαλέξανδρου

Κι έσπαζε όλους τους καθρέφτες.

 

 

 

ΚΑΤΑ ΤΑΣ  ΓΡΑΦΑΣ

 

Γεννήθηκα στη λάσπη και αναζητάω

τον πρώτο άνθρωπο

κατά τας γραφάς

που έγινε μετανάστης.

Τα σπίτια της γειτονιάς μου οίκοι ανοχής

οι φίλοι στις πόρτες κράχτες των εμπόρων

αγάπες παιδικές στα παζάρια- δούναι και λαβείν.

Οι γέροι έχυσαν τα μάτια τους σε βαθιά πηγάδια

στερεμένα

κι έμειναν με την εικόνα κάποιου που γύρισε

με στοές στα πνευμόνια.

Λέω τα γράμματα σ΄ ένα σχολείο

που κάθε μέρα μένει και πιο άδειο.

Λέω τα γράμματα και τα ρητά:

Όσοι είναι να γυρίσουν ας γυρίσουν με τη φωτιά

κι όσοι χαθούν ας μη μάθω το θάνατό τους.

Ο λίθος με το λίθο κάνει αγκωνάρι…

 

 

 

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Μέσα στα μάτια ενός κοριτσιού ξαναγεννιέται

ντύνεται το δέρμα του γαμπρός

και ξεχνάει τα χρόνια που πέρασε

φυλακισμένος στο ίδιο του το κορμί.

 

Ξυπνάει τα χαράματα και τραγουδάει

- κιτρολεμονιά και ματζουράνα μου –

κι οι δρόμοι

γεμίζουν τριανταφυλλιές.

 

Ξαφνιάζει τους φίλους

στα καφενεία και στις πλατείες που επιστρέφει

ύστερα  από χρόνια απουσίας.

 

Όμως εκείνος ο φόβος για τα πουλιά

που στο τέλος ταριχευμένα

γεμίζουν σαλόνια και κρεβατοκάμαρες

τον κατατρέχει…

 

 

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

 

Είχε Πανσέληνο ή περίπου

και σαν άδειασαν βιαστικά η σκηνή και οι κερκίδες

με κάλεσες να απολογηθώ.

 

Σ’ ακολούθησα από τον Ορχομενό στην Επίδαυρο

κουρελής εγώ

μίσος βουνίσιος και μισός θαλασσινός

ζητιανεύοντας

μια νύχτα μες τα μάτια σου να γίνω γλάρος

ικετεύοντας

να κάψεις μες στις φλέβες μου τα ξωτικά.

 

Το γέλιο σου έσμιξε με την πέτρα

και είδα πως ανεβαίνουνε στους ουρανούς

τα ξωτικά.

 

Κλωνάρι αγράμπελη

το κορμάκι σου

ριγούσε στα δάχτυλα του τραγοπόδαρου

καθώς οι νεράιδες τέλειωναν τον καλαματιανό.

 

Τότε ήταν που θυμήθηκα

τον πρόγονο μου τον φονιά

και βάλθηκα να χαλάσω την παράσταση.

 

Στις αρχαίες τραγωδίες δεν βρέχει.

 

 

ΛΕΥΚΟ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟΥ

 

Το τοπίο πέτρα και στάχτη

Στέρφα γυναίκα

Με τα ετοιμοθάνατα ερπετά

Να βγάζουν τη γλώσσα τους στον ουρανό

Είναι ένα δηλητήριο που το λέγανε αέρα

Τυμπανιαίοι τυφλοπόντικες

Ξεθάβοντας τα κόκαλα των προγόνων

Γλύφουν για να γίνει φως

Λευκό του χειρουργείου

 

Η ερημία του αζήτητου

 

Με ποιους θα εμπορευτούμε το μέλλον;

 

 

 

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος

 

Γεννήθηκε το 1952. Διευθύνει τα περιοδικά «Αναγέννηση» και «Ελλέβορος». Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές: «Χιμαιροπλόκος» 1969, «Παράσταση» 1971, «Πειράματα επί φασιόλων» !981, «Μικρό Ανθολόγιο Αργείων ποιητών» 1994, «Είναι κάποια καράβια, φαντάσματα»  (εκδ. Δελφίνι) 1996, «Ενδοφλεβίως» (εκδ. Γαβριηλίδης) 1998, «Το κακό σπυρί» (εκδ, Ελλέβορος) 1999.

Ζει στο Άργος.