Το κάστρο

του Άγγελου Σημηριώτη (1870-1944)

 

Μια μέρα στο περήφανο, θεμελιωμένο κάστρο

που έκρυβε στα σύννεφα ΄περύψηλη κορφή

— μάτι της μέρας, ω λαμπρό κ΄ ευλογημένο άστρο,

εσύ την είδες! — πλάκωσε βαρειά καταστροφή!

 

Επέρασεν ο πόλεμος με τ΄ αστραπόβροντά του,

ο πόλεμος πωχθρεύεται τ΄ ανθρώπου η καρδιά,

κ΄ εστέναξεν η μάνα μας η γη στο πάτημά του,

και στις σπηλιές των κρύφθηκαν του λόγγου τα θεριά!

 

Αστροπελέκι και φωτιά: χίλια στοιχειά μαζί του

ξαπόλυσεν ανήμερα, πείνα, σφαγή, σεισμό

ώσπου στο αίμα έπνιξε την άδικη οργή του,

χωρίς κανένα έλεο στον κόσμο γαλασμό!

 

Δρεπάνι και θανατικό! εσκότωνε μανούλες

και παλληκάρια πούχανε του ήλιου την μορφιά,

έκανε χήρες νιόπανδρες και τις βασιλοπούλες

τις έβαλε στα σίδερα, τις πήρε στη σκλαβιά!

 

Αχ! κι όταν πια εδιάβηκε σαν σύννεφο και τ΄ άστρο

εφάνηκε περίλυπο στον κόσμο τον νεκρό,

ερείπιο το περήφανο και παινεμένο κάστρο

τόκλαψε η μαύρη θάλασσα, το κύμα το πικρό.

 

Σήμερα, όποιος απερνά την νύχτ΄ από τα πλάγια,

το βλέπει μαύρο φάντασμα στο φως του φεγγαριού,

ακούει στα χαλάσματα να σκούζ΄ η κουκουβάγια

και τάζει τρέχοντας κερί στον άγιο του χωριού!

 

Πριν ν΄ αντικρύσουν τ΄ άσπλαγχνα, τα φονικά σου μάτια,

τα μάτια μου, εγώμουνα το κάστρο το τρανό,

το κάστρο το περήφανο, γυναίκα! και παλάτια

τα όνειρά μου σήκωνα χρυσά στον ουρανό.

 

Ήμουν αυτός – και σήμερα σαν κάστρο χαλασμένο,

γυναίκα, είμαι! φάντασμα βαρύ κ΄ αγριωπό,

που η ζωή το ξόρκισε γιατ΄ είναι κολασμένο!

γυναίκα· ακούς; κι ο άμοιρος ακόμα σ΄ αγαπώ!

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 13 (1898), σ. 130-131.