Θύμησες

του Άγγελου Σημηριώτη (1870-1944)

 

Με σέρνουν πίσω οι θύμησες

όσο ζυγώνω προς το μνήμα

σαν που τραβά από τους γιαλούς

η θάλασσα το κύμα.

 

Ποτάμι εγώ παράξενο,

πάντα προς τις κρυφές μου μάννες

αναδρομώ, κ΄ ήχος σπερνού

γυρίζω στις καμπάνες.

 

Κι αργά, σιγά κι απάντεχα

(με κάποιους ήλιους βουλιαγμένη,)

μέσ΄ απ΄ τον άπειρο χαμό

μιαν Ατλαντίδα βγαίνει.

 

Κόσμος βαθύς, μυστηρακός,

που λες – μα τάχ΄ αλήθεια νάναι;

παλιά φεγγαρολούσματα

τα δάση του φωτάνε.

 

Και στ΄ ακρογιάλια του άγνωροι

κάποιοι λευκοί χαράζουν ίσκιοι,

ό,τ΄ ήταν κι ό,τι φαίνεται

κι ό,τι ποτέ δε μνήσκει.

 

Μορφές και λόγια κ΄ έργατα…

Ίσκιος μαζί τους και διαβαίνω,

και μ΄ όλ΄ αυτά τα τίποτε

μιαν αρμονία υφαίνω.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 21, αρ. 781 (1924), σ. 85.