Déjà vu

του Θωμά Σκάσση (1953- )

 

 

«Το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας

εις το κυλικείον της απλουστάτης ευφροσύνης»

Οδυσσέας Ελύτης

 

 

Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι πέσαμε να κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι, μα πού ύπνος. Εγώ από την έξω μεριά, εκείνη ακουμπώντας τον τοίχο για να δροσίζεται. Αντίκρυ, στο ντιβάνι, το ζευγάρι ξαπλωμένο πλάτη με πλάτη ησύχαζε. Αφουγκράστηκα· ζέστη πηχτή κι ακίνητη, αναπνοές αργές, σταθερές, σε κανονικά διαστήματα. Ο ύπνος είχε ακολουθήσει γρήγορα τη χαύνωση που έφερε το μεσημεριανό φαγητό κι η μπίρα.

 

«Σήμερα θα κοιμηθούμε εμείς οι δυο κι εσείς οι δυο», είχε πει την ώρα που βοηθούσε στο μάζεμα του τραπεζιού και βάλαμε όλοι τα γέλια.

 

Γύρισα με προσοχή μπρούμυτα κοιτώντας πάντα προς τους απέναντι. Το χτιστό κρεβάτι, το κρεβάτι της, συμμάχησε μαζί μου και δεν έβγαλε άχνα. Πίσω μου, περισσότερο αισθανόμουν παρά άκουγα την αναπνοή της. Περίμενα. Το πυκνό φύλλωμα της συκιάς που φύτρωνε έξω από το παράθυρο, βοηθούσε αποτελεσματικά το παντζούρι στην προσπάθειά του να κρατήσει το ευεργετικό μισοσκόταδο μέσα στο νησιώτικο δωμάτιο που εξωτερικά κολυμπούσε στην εκτυφλωτική μαρμαρυγή της πέτρας και της θάλασσας. Έστρεψα το κεφάλι προς τη μεριά της χωρίς ν΄ αλλάξω θέση στο σώμα. Το έκανα απότομα, κρατώντας κλειστά τα μάτια, με μόνη φροντίδα να φανεί σαν φυσική αλλαγή στάσης ανθρώπου που κοιμάται.

 

Ήταν ξαπλωμένη στην ίδια στάση μ΄ εμένα κι είχε το πρόσωπό της στραμμένο προς τον τοίχο. Φορούσε μόνο το κίτρινο, φαρδουλό, αθλητικό σορτσάκι που εδώ και μέρες αντικαθιστούσε το μικροσκοπικό μαγιό της, όταν αυτό ανέμιζε κρεμασμένο από τα μανταλάκια στοιχειώνοντας τη σκέψη μου. Η σημαία που σάλπιζε για τη λύτρωση δεν ήταν στημένη από το ναυαγό. Ένα στενό ρυάκι σεντονιού κυλούσε ανάμεσά μας. Ο ώμος της με το πηγούνι μου σχημάτιζαν το πιο κοντινό πέρασμα απ΄ τη μια όχθη στην άλλη. Μ΄ ένα ανεπαίσθητο ανασήκωμα του κεφαλιού, για να μη συρθεί πάνω στο σεντόνι, μίκρυνα λίγο την απόσταση. Ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Τη στιγμή που τα χείλη μου προσκύνησαν απαλά τον ώμο έγιναν δύο πράγματα: το ντιβάνι πίσω μου έτριξε καθώς ο σομιές πήρε τον παλμό κάποιου σώματος που άλλαζε θέση και εκείνη τσακίζοντας στον αγκώνα το δεξί της χέρι, που μέχρι τότε ήταν κολλημένο παράλληλα με το σώμα, τό ΄φερε για προσκεφάλι. Πρόλαβα πανικόβλητος να τραβηχτώ συνοδεύοντας, γι περισσότερη φυσικότητα, την κίνησή μου με τον ελαφρύ αναστεναγμό του κοιμισμένου που κάτι τον ενόχλησε, ενώ όλες οι αισθήσεις μου είχαν στρέψει με αγωνία τις κεραίες τους προς τα πίσω. Με είδε κανείς; Ξύπνησαν; Κι εκείνη; Αν ήταν το άγγιγμα των χειλιών μου στο δέρμα της η αιτία που προκάλεσε τη μετατόπιση του χεριού, γιατί δε γύρισε να κοιτάξει, να διαμαρτυρηθεί;

 

Έμεινα ακίνητος ώρα πολλή μην έχοντας κανένα ερέθισμα από το περιβάλλον να με φωτίσει για τις αλλαγές που πρέπει να είχαν γίνει έξω από τα κλειστά μου βλέφαρα – νεκρική σιγή κι ακινησία· εύθραυστη ισορροπία. Οι μόνες πληροφορίες έρχονταν από τα ρουθούνια μου, που ρουφώντας άπληστα την αλμύρα των μαλλιών, με ειδοποιούσαν πως το κεφάλι της βρισκόταν πολύ κοντά, κοντύτερα από πριν και από τις μεμβράνες των αυτιών μου, που ξεσκίζονταν ηδονικά από το τραγούδι της ανάλαφρης αναπνοής της. Περίμενα κι άλλο. Μερικά λεπτά, ένα τέταρτο, ή μισή ώρα, δεν ξέρω. Ο χρόνος μετριόταν με τους τριγμούς που έκανε το αχόρταγο σαράκι στην ξυλοδεσιά της οροφής. Προσπαθούσα να ελέγξω την ακανόνιστη ανάσα μου μην τους σηκώσει όλους στο πόδι με τα ηχηρά ξεφυσήματά της. Έπρεπε να σιγουρευτώ πως πίσω από την πλάτη μου κανένα μάτι ανοιχτό δεν παραμόνευε την επόμενη κίνηση. Τέτοιο λεπτό εγχείρημα με τόσο αβέβαιη έκβαση, απαιτούσε τουλάχιστον εξασφαλισμένα νώτα. Διάβολε, έπρεπε να είχα επιμείνει να ξαπλώσω από τη μέσα μεριά. Αλλά πάλι όχι: έτσι είναι καλύτερα αφού μπορώ με το σώμα να κρύψω τις κινήσεις του αριστερού μου χεριού που από τη στιγμή που γύρισα μπρούμυτα το είχα ξεχάσει, μέσα σ΄ όλες τις προετοιμασίες, πλακωμένο κάτω από το μηρό. Τότε, με μαθηματική ακρίβεια και μοναδική όπως αποδείχτηκε επιτυχία, εκτέλεσα την εξής σύνθετη κίνηση: φέρνοντας το δεξί χέρι προς τα πάνω, σαν να γύρευα στήριγμα για να γυρίσω πάλι το σώμα στην προηγούμενη πλαγιαστή του θέση, έστριψα μ΄ ένα σφίξιμο των μυών του σβέρκου το κεφάλι προς το ντιβάνι, όπου μ΄ ένα αστραπιαίο παίξιμο των βλεφάρων διαπίστωσα πως και τα δύο κοιμισμένα κορμιά μού είχαν τώρα γυρισμένη την πλάτη. Ξαναγυρνώντας το αμέσως προς τη μεριά της, ελευθέρωσα το παγιδευμένο χέρι κι άφησα το δεξί να κρεμαστεί έξω από το κρεβάτι, αδιάψευστο τεκμήριο ύπνου βαθύ.

 

Δεν είχα πια τίποτα να φοβάμαι από τους πίσω μια που οι ευλογημένες τριζάτες σούστες του παλιού ντιβανιού, που ήξερε από τέτοιες καταστάσεις, ήταν σίγουρο πως θα με προειδοποιούσαν για τον παραμικρό κίνδυνο. Μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου θα ήταν τότε αρκετά για να ξαναπάρω τη φυσική στάση του κοιμισμένου, έστω κι αν τα δύο κορμιά κάπου ακουμπούσαν. Ίσως μάλιστα έτσι να έπειθα ευκολότερα και τον πιο ανυποψίαστο παρατηρητή. Χώρια που το απότομο ξύπνημα δεν αφήνει αμέσως πολλά περιθώρια για οξυδερκείς παρατηρήσεις. Δεν αντιλέγω πως όλα αυτά απαιτούν απόλυτη αυτοκυριαρχία και ψηλό βαθμό απόδοσης του εγκεφάλου, που, όντας συνέχεια σε κατάσταση συναγερμού, καλείται με το προειδοποιητικό τρίξιμο όχι μόνο να ελέγξει ποια μέλη του σώματος, ή ποια συγκεκριμένα σημεία τους, προδίδουν περισσότερο την πρόθεση και να καταστρώσει ακαριαία σχέδιο αναδίπλωσης, αλλά και να αναχθεί σε επόπτη ολόκληρης της μανούβρας φωλιάζοντας κάπου ψηλά στα δοκάρια της στέγης απ΄ όπου θα μπορέσει να τη διευθύνει με μαεστρία για ν΄ αποφευχθεί και η παραμικρή περιττή ή λανθασμένη κίνηση που θα απέβαινε καταστροφική. Έτσι παρών και απών, μέσα κι έξω από το σώμα μου, τέλεια αυτοκυριαρχημένος, κολυμπώ με γερές απλωτές προς τα ΄κεί που με πάει το ανίκητο ρεύμα. Το καστανόμαλλο δέρας με καλεί.

 

Ανοίγοντας τα μάτια αντίκρυσα την τρυφερή μασχάλη και μια τούφα καστανά μαλλιά, που περασμένα πίσω από το αυτί, χύνονταν πάνω από το αναδιπλωμένο μπράτσο και κάρφωναν το σεντόνι. Το πρόσωπό της ήταν πάντα στραμμένο προς τον τοίχο και το κορμί της, μπρούμυτα, άφηνε ακάλυπτη όλη τη δεξιά πλευρά του. Από την καμπύλη της μασχάλης μέχρι κάτω, στα λακκουβάκια πίσω από τα γόνατα, το σήκωμα του χεριού της είχε σαλπίσει προσκλητήριο στην πιο ανικανοποίητη από τις αισθήσεις μου, την αφή. (Σειρήνα μου κανέν΄ αλυσοδέσιμο δε με κρατάει και το κατάρτι ορφανεμένο μένει). Το χέρι μου, με την παλάμη ανοιχτή να κοιτάει το ταβάνι, ξεκίνησε να διανύσει τα δέκα λευκά εκατοστά που μας χώριζαν δένοντάς μας. Κάθε χιλιοστό που σερνόταν κάτω από την αναστροφή της μου ανέβαζε τους σφυγμούς. Χοντροί κόμποι ιδρώτα ανάβλυζαν στο μέτωπό μου, ενώ απο΄τις μασχάλες και το λαιμό πότιζαν το σεντόνι. Όλο το αίμα μαζεύτηκε στο κεφάλι. Έπλεα πλησίστιος κι ακάθεκτος προς το μάτι της διάπυρης και συνάμα υγρής δίνης που μαλλιά, αλμύρα, μασχάλη, ώμος, πλάτη, μέση, γλουτοί και γάμπες είχαν στήσει γύρω μου. Πλησίαζα. Αισθανόμουν πως από στιγμή σε στιγμή θα χυθώ σε μια έκρηξη. Θεέ μου, ας μην ξυπνήσει στ΄ άγγιγμα. Το μικρό μου δάχτυλο ακούμπησε σιγά-σιγά σ΄ όλο το μήκος του, μαζί με το πλάι της παλάμης, στο λεπτό ύφασμα κι ένιωσα τη ζεστασιά και την αντίσταση της σάρκας της να με πλημμυρίζει. Είχα γίνει ολόκληρος μια αίσθηση, μια ροή θερμότητας, ένα μόριο, το σύμπαν. Τότε, εκείνη, μ΄ ένα απειροελάχιστο μάζεμα του ποδιού της προς τα πάνω, χάρισε στο χέρι μου το ζωτικό χώρο που του ήταν απαραίτητος για να γλιστρήσει ανάμεσα σε ύφασμα και δέρμα.

 

Ξύπνησα με μια αιμάτινη γεύση στο στόμα. Είχα γίνει μούσκεμα. Το ηλεκτρικό ρολόι έδειχνε 04:52. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Έξω το είχε στρώσει για τα καλά· χιόνιζε ψιλά-ψιλά από τ΄ απόγευμα. Έβαλα ένα πουλόβερ πάνω από την πιτζάμα κι έψησα καφέ. Δεν ήθελα να ξανακοιμηθώ και να εξανεμίσω μέσα σ΄ έναν καινούργιο ύπνο την αίσθηση πληρότητας που με κατέκλυζε. Η ευτυχία λοιπόν, δεν είναι άλλο από ένα καλοκαιρινό όνειρο χειμωνιάτικης νύχτας; Η σκέψη αυτή μ΄ έκανε να χαμογελάσω. Ακόμα κι έτσι... Τράβηξα καλά στην άκρη τις μισόκλειστες κουρτίνες, ρούφηξα μια γουλιά καφέ, άναψα τσιγάρο κι έμεινα να βλέπω τις νιφάδες περιμένοντας να χαράξει.

 

Ένα όνειρο, όσο ανάγλυφο κι αν μείνει μετά το πρώτο ξύπνημα, είναι προορισμένο να χαθεί κάτω από τ΄ αλλεπάλληλα πέπλα ύπνου που ακολουθούν στο διάβα κάθε νύχτας. Βδομάδες, μήνες καθημερινού ύπνου γράφουν και σβήνουν πάνω στην ίδια πλάκα. Η μνήμη, βομβαρδισμένη από τις ομοιόμορφες εικόνες που σέρνουν μαζί τους οι ώρες της εγρήγορσης και τορπιλισμένη απ΄ αυτές που αναβλύζουν αχαλίνωτες το βράδυ, δεν μπορεί πια συνειδητά ν΄ ανακαλέσει όχι μόνο την ένταση μα ούτε και το θέμα. Έτσι, όταν ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι στο σπίτι του Αλέξη και της Αύρας στο Δρυό που περνούσα τις διακοπές μου, πάνω που είχαμε αποσώσει το φαγητό και πίναμε το τελευταίο ποτήρι παγωμένης μπίρας, η Κορδελία, η δωδεκάχρονη κόρη τους, δείχνοντας πρώτα τον εαυτό της κι εμένα και ύστερα τους γονείς της, είπε «σήμερα θα κοιμηθούμε εμείς οι δυο κι εσείς οι δυο», δεν μπόρεσα κι εγώ να μη γελάσω μαζί τους για την αφέλεια της μικρής, χωρίς να δώσω σημασία στην ανατριχίλα που τσίτωσε φευγαλέα το δέρμα στα μπράτσα μου.

 

La gioia è sempre in altra riva...

 

 

 

Από τη συλλογή πεζών κειμένων «Συλλέκτης αποκομμάτων», Εκδόσεις Γνώση 1986, σελίδες 31-37.